Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

MovieReactor: My son, my son, what have ye done? (2009)

ΥΙΕ ΜΟΥ, ΥΙΕ ΜΟΥ, ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ? (2009)
Ή Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ – Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ

Ένα περασμένο απόβραδο, αποφασισμένος να μην βγω έξω για ανάλωση -όπως γίνεται πολλές φορές- σε αέναες συζητήσεις ή κουτσομπολιό πάνω από ένα ποτήρι κρασί ή βότκα, είπα να δω μια ταινιούλα να ψυχαγωγηθώ πρόσκαιρα με μια ταινία, λίγες ημέρες πριν στρατευτώ. Επέλεξα μια ταινία με πολύ ιντριγκαδόρικο τίτλο: «Υιέ μου, υιέ μου, τι έκανες?» του Γερμανού σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτσογκ, σε παραγωγή κι επιμέλεια του γνωστού τρελού Ντέιβιντ Λυντς (Οδός Μαλχόλαντ, Ο άνθρωπος ελέφαντας κλπ). Πού να ήξερα τι με περίμενε…

Στην πόλη του Σαν Ντιέγκο της Αμερικής, ο φέρελπις κολλεγιόπαις Μπράντ (Michael Shannon), άνθρωπος με ιδιαίτερες ανησυχίες και ενασχολήσεις (θεατρική ομάδα, μπάσκετ κλπ) παθαίνει ντουβρουτζά και σκοτώνει την μητέρα του με ένα ξίφος και κρατά σε ένα σπίτι κάποιους ανθρώπους ομήρους. Η αστυνομία (Willem Dafoe) περικυκλώνει το σπίτι και ειδοποιεί δύο γνωστούς του Μπραντ, την αρραβωνιαστικιά του (Chloe Sevigny) και τον σκηνοθέτη της θεατρικής ομάδας του, με στόχο να συμβάλλουν στο να καλμάρει ο Μπραντ και να αφήσει τους ομήρους που κρατάει μέσα στο σπίτι. Κατά τη διάρκεια της ομηρείας αυτής, η αρραβωνιαστικιά και ο σκηνοθέτης εξιστορούν περιστατικά από την ζωή του Μπραντ, προσπαθώντας να δείξουν ότι πράγματι δεν ήταν στα καλά του τελευταία. Μαθαίνουμε ότι με τη θεατρική του ομάδα ανέβαζε τον «Ορέστη», ο οποίος σκοτώνει την μητέρα του για να εκδικηθεί, παρατηρούμε την συμπεριφορά της μητέρας του απέναντί του και την σχέση που είχαν οι δυο ήρωες. Βλέπουμε την εισβολή στην σχέση αυτή της αρραβωνιαστικιάς του, η οποία εκδηλώνει βαθιά αγάπη και υπομονή για τον Μπραντ, παρά την κλιμακούμενα περίεργη συμπεριφορά που ξεκινάει να έχει εκείνος. Το φινάλε, όχι τόσο απροσδόκητο, όσο μετριοπαθώς σουρεαλιστικό, ολοκληρώνει μια ταινία προσωπογραφίας ενός τρελού ανθρώπου.

Ο Βέρνερ Χέρτσογκ, πολύπειρος σκηνοθέτης, με κορυφαίες ταινίες στις αποσκευές του (Βόυτσεκ, Το αίνιγμα του Κάσπαρ Χάουζερ, Αγκίρε η μάστιγα του Θεού, Νοσφεράτου – το φάντασμα της νύχτας, Φιτσκαράλντο κλπ), διατηρεί την φήμη ενός από τους πιο αιρετικούς σκηνοθέτες παγκοσμίως, καταφέρνοντας να έχει μερικές από τις πιο αντιφατικές από πανάξιους κριτικούς κινηματογράφου. Θεωρείται ως ο παρανοϊκότερος των παρανοϊκών, όχι λόγω της σπλατεριάς ή της σεξουαλικής προστυχιάς στις ταινίες του, αλλά εξαιτίας των περίεργων σεναρίων και της απεικόνισής τους, οπότε και δημιουργεί μια αρρωστημένη ατμόσφαιρα χάους, βρωμιάς και σκοταδιού, παρασύροντας όμως αβίαστα στον θεατή, και δημιουργώντας του την πεποίθηση ότι πραγματικά κάτι σημαντικό θέλει να του πει. Η βαθιά ποίηση στην οποία βουτά τις ταινίες του, οι τρομερές εικόνες που βασίζονται σε θαμπά χρώματα, τρομαχτική απεικόνιση της φύσης και σε μια σκούρα –σχεδόν βρώμικη- αισθητική της ανθρώπινης φιγούρας, καθώς και τα παρανοϊκά σενάρια με τα οποία ασχολείται, δημιουργούν μια συλλογή ταινιών ξεχωριστή και μοναδική στην ιστορία της παγκόσμιας κινηματογραφικής δημιουργίας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει σκηνές ανθολογίας όπως η σφαγή της γυναίκας από τον Βόυτσεκ στο λιβάδι, η φιγούρα του θλιμμένου βαμπίρ Νοσφεράτου κατά την ανατολή του ηλίου, ο καταρράκτης του Αγκίρε, ή το ξύπνημα του Κάσπαρ Χάουζερ γυμνού στην πλατεία της Νυρεμβέργης.

Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια σκηνή ανθολογίας σε αυτήν την ταινία, ίσως η σκηνή με την φάρμα στρουθοκαμήλων. Πάντως, κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλλει ότι η ταινία αυτή φέρει την προσωπική σφραγίδα του δημιουργού της, κάτι σαν σφραγίδα γνησιότητας. Βλέποντας την ταινία, δεν θα μπορούσες να θεωρήσεις ότι την έχει σκηνοθετήσει κανείς άλλος πέραν από τον Βέρνερ Χέρτσογκ. Σκοτεινές εικόνες, απειλητικά τοπία -βουνά και ρέματα-, μια τρελή φυσιογνωμία στο κέντρο της υπόθεσης και οι πολύπαθοι δευτερεύοντες ήρωες που γυρίζουν γύρω από την τρελή προσωπικότητα, ανίσχυροι να αντιδράσουν μπρος στο μένος της (ή μήπως στην μοναδικότητά της…?)

Διότι, άλλωστε, τι είναι η παράνοια? Μια «πάθηση» -όπως την έχουμε ονομάσει εμείς, η πλειοψηφία των λογικών ανθρώπων της οικουμένης-, η οποία εκδηλώνεται από τον πάσχοντα ως μια συμπεριφορά που απάδει προς τους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς που εμείς οι ίδιοι έχουμε θέσει. Δηλαδή, παράνοια είναι η συμπεριφορά που αντίκειται στους κανόνες του «φυσιολογικού». Και πόσο απέχει η παράνοια από την μεγαλοφυΐα? Τελικά ο Ευριπίδης ή ο Αισχύλος ήταν παράφρονες ή μεγαλοφυΐες?

Ο πρωταγωνιστής δολοφονεί την μητέρα του, όπως ο Ορέστης. Την τραγωδία αυτή του Ευριπίδη ή την τριλογία του Αισχύλου (δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ) ανεβάζει ο πρωταγωνιστής με την θεατρική ομάδα που συμμετέχει. Προφανώς υπάρχει σύνδεση μεταξύ των δύο περιστατικών. Μια απλοϊκή λογική ακολουθία θα ήταν η εξής: ο ήρωας είναι τρελός – στο θέατρο παίζει ότι δολοφονεί την Κλυταιμνήστρα (μητέρα του) – στην πραγματική ζωή δολοφονεί την πραγματική του μητέρα. Θα πρέπει όμως να υπάρχει και πιο εσωτερική λογική μέσα στην ταινία αυτή. Μια λογική που ίσως επηρεάζεται όχι μόνο από την τραγωδία του Ευριπίδη ή του Αισχύλου, αλλά και από μια άλλη τραγωδία, τον Οιδίποδα. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα που υφέρπει στην σχέση με την μητέρα του, τον στοιχειώνει. Ο φόνος είναι ένας τρόπος απεγκλωβισμού από αυτό.

Ο πρωταγωνιστής καθ’ όλη την διάρκεια των flash-back παρουσιάζεται να ακροβατεί ανάμεσα στην λογική και την τρέλα, την λογική και το παράλογο. Ως αθλητής του rafting είχε πάει με φίλους να διασχίσει ένα φουρτουνιασμένο ρέμα. Είδε όμως ότι το ρέμα ήταν πολύ δύσκολο, και πρότεινε να έρθουν κάποια άλλη στιγμή να το διασχίσουν. Οι φίλοι του δεν τον άκουσαν, προσπάθησαν να το διασχίσουν και πνίγηκαν. Η λογική του πρωταγωνιστή του υπαγόρευσε να μην κάνει rafting σε τόσο φουρτουνιασμένα νερά. Από την άλλη, επηρεάστηκε τόσο πολύ από την τραγωδία που έπαιζε στο θέατρο, που την μετέφερε στην πραγματική του ζωή, σκοτώνοντας την μητέρα του. Κάτι τέτοιο μόνον ένας τρελός θα το έκανε.

Η λογική και η τρέλα ενώνονται στην σκηνή όπου παίρνοντας μια μπάλα του μπάσκετ, την τοποθετεί ανάμεσα στα κλαδιά ενός ξεραμένου δέντρου. Έτσι, δημιουργεί ένα έργο τέχνης, μια κληρονομιά, την δική του κληρονομιά. Στην τελευταία σκηνή, ένα παιδάκι πάει και παίρνει την μπάλα του μπάσκετ από το ξεραμένο δέντρο για να πάει να παίξει με τα υπόλοιπα παιδιά. Πιθανώς αυτός να είναι ο ρόλος της τέχνης: να αξιοποιούμε τα διδάγματά της και να τα μετουσιώνουμε σε πράξεις της καθημερινής μας ζωής.

Πολλοί κριτικοί γράψανε ότι η ταινία αυτή δεν έχει έναν κεντρικό στόχο, δεν επικεντρώνεται κάπου, παρά παραθέτει σκηνές από την ζωή ενός ανθρώπου ατάκτως, χωρίς να προσπαθεί να δείξει κάτι μέσω των σκηνών αυτών. Αναρωτιέμαι, όμως, εγώ το εξής: αυτό δεν είναι η ζωή? Ατάκτως ερριμμένες εικόνες της ζωής, οι οποίες συνθέτουν όλες μαζί μια μοναδική προσωπικότητα, αυτήν του πρωταγωνιστή, και δεν αποτελούν προσπάθεια να δικαιολογήσουν την πράξη του να δολοφονήσει την μητέρα του, παρά μόνο η πράξη του αυτή εντάσσεται κι αυτή ως μια σκηνή στην αλληλουχία των σκηνών που συνθέτουν μια προσωπικότητα. Μια προσωπικότητα ανίσχυρη, πανέξυπνη, παρανοϊκή, τρομαχτική, αλλά πραγματικά απολύτως καθημερινή.

Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, και αυτό αποτελεί την μεγαλύτερη απόδειξη για το πόσο τρομαχτική είναι η φύση του ανθρώπου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μπορεί να είναι τρομαχτική, αλλά είναι και καθημερινή. Η τρομαχτική υπόσταση της ανθρώπινης φύσης εκφράζεται καθημερινά και ποικιλοτρόπως, δεν είναι ανάγκη ένας άνθρωπος να δολοφονήσει την μητέρα του για να αποκαλύψει την τρομαχτική του φύση.

Θεωρώ ότι, όταν σε μια ταινία τίθεται η αφορμή για σκέψη σχετικά με όλα αυτά τα ζητήματα, δεν μπορεί η ταινία αυτή να θεωρηθεί κακιά. Μπορώ να καταλάβω κάποιον που βρίσκει αστοχίες στην σκηνοθετική οπτική του πράγματος, αλλά όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι αυτά που με κάνουν να αγαπώ πολύ τις ταινίες αυτού του παρανοϊκού σκηνοθέτη.

Οι ερμηνείες είναι μέτριες, η φωτογραφία συγκλονιστική, η μουσική ταιριαστή, ο ρυθμός της ταινίας είναι σχετικά αργός αλλά καταφέρνει να εντάξει τον θεατή στο νοσηρό κλίμα που επιθυμεί. Γενικώς είναι ένα απαιτητικό θέαμα, αλλά αξίζει την προσπάθεια να το δει κάποιος. Δώστε μια ευκαιρία σε ένα σινεμά περίεργο, νοσηρό, δύσκολο, αλλά τόσο μεστό και τόσο επικεντρωμένο στον αληθινό και ουσιαστικό στόχο της τέχνης.

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Movie Reactor: THE PRESTIGE (2006) του Christopher Nolan

THE PRESTIGE (2006)
Ή ΜΙΑ ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ ΧΩΡΙΣ ΣΑΣΠΕΝΣ

Συνήθως δεν επαναλαμβάνω φράσεις που έχω ακούσει. Θα πρέπει να συμφωνώ απόλυτα, αλλά και να με ιντριγκάρει ο τρόπος που έχει εκφραστεί η φράση αυτή. Αυτό συνέβη όταν αδερφικός φίλος μου είπε ότι όταν χειμωνιάζει ο καιρός, αρχίζει κανείς κι εκτιμάει τα απλά πράγματα που μπορείς να κάνεις σε μια φθινοπωρινή νύχτα, πράγματα που θα βαριόσουνα φριχτά να τα κάνεις κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν η θερινή νύχτα σε προσκαλεί σαγηνευτικά να βγεις έξω και να γλεντήσεις. Μια υπέροχη ασχολία για μια βροχερή φθινοπωρινή νύχτα, κάτι που δεν θα το έκανα ποτέ κατά το καλοκαίρι, είναι να μαζέψεις μια ολιγομελή εκλεκτή παρέα και να απολαύσεις μια ταινία. Έτσι κι έγινε μια προηγούμενη Παρασκευή, όπου σε σπίτι φίλου μαζεύτηκε η γνωστή τετραμελής παρέα για να απολαύσει, εν μέσω τηγανητών πατατών και σαμπούκας, μια πολύ ωραία ταινία: THE PRESTIGE, του Κρίστοφερ Νόλαν.

Κατά τις χαραυγές του 20ου αιώνα, δυο φίλοι και μαθητευόμενοι μάγοι (Χιού Τζάκμαν, Κρίστιαν Μπέιλ) αποφασίζουν να γίνουν διάσημοι στο καλλιτεχνικό στερέωμα, χρησιμοποιώντας τις γνώσεις τους σχετικά με την ταχυδακτυλουργική απάτη. Κατά τη διάρκεια ενός σόου, ο Μπέιλ προκαλεί τον θάνατο της γυναίκας του Τζάκμαν, κι έκτοτε οι δρόμοι των δυο συνεργατών χωρίζουν. Ο τεθλιμμένος χήρος κατηγορεί τον Μπέιλ ότι σκότωσε με δόλο την γυναίκα του, ο Μπέιλ δεν μπορεί να θυμηθεί τις συνθήκες θανάτου της εκλιπούσας, και το μίσος αυτό που καλλιεργείται ανάμεσα στους δυο πρώην συνεργάτες πυροδοτεί έναν ξέφρενο ανταγωνισμό μεταξύ τους, ο οποίος εκτονώνεται με πυροβολισμούς και ακρωτηριασμό των δακτύλων του ενός, ρεζίλεμα μπροστά σε κοινό του άλλου κλπ κλπ. Ο Τζάκμαν, με την καθοδήγηση του μάνατζερ και πρώην μάγου Μάικλ Κέιν, γίνεται γνωστός στον καλλιτεχνικό κόσμο του Λονδίνου, ενώ ο εξαιρετικά ταλαντούχος Μπέιλ απασχολείται σε μικρού βεληνεκούς νούμερα σε σκηνές-τρώγλες. Σε μία από αυτές τις σκηνές τρώγλες, όμως, ο Μπέιλ παρουσιάζει το καλύτερο νούμερο που έχει παρουσιάσει μάγος έως τότε: τον «Μεταφερόμενο Άνθρωπο». Ανίκανος να καταλάβει πώς στο διάολο το κάνει αυτό το νούμερο, ο Τζάκμαν βλέπει τον βασικό του ανταγωνιστή να αποκτά σιγά σιγά την εκτίμηση του λονδρέζικου κοινού και αποφασίζει να πάρει μέτρα. Χρησιμοποιεί την τεράστια πλέον οικονομική του επιφάνεια και πηγαίνει στην Αμερική, όπου συναντά τον εφευρέτη Τέσλα (Ντέιβιντ Μπάουι), και του ζητάει να κατασκευάσει μια μηχανή, η οποία θα κάνει κάτι εκπληκτικό. Ο Τέσλα εν τέλει το παρουσιάζει μια μηχανή που διπλασιάζει αντικείμενα. Κι όταν αυτή η μηχανή παρουσιάζεται στο λονδρέζικο κοινό, τότε τα πράγματα αρχίζουν και παίρνουν μια πολύ επικίνδυνη τροπή.

Ο Κρίστοφερ Νόλαν έχει αποδείξει ότι ξέρει να δημιουργεί κινηματογράφο. Ξέρει να κάνει ώριμες ταινίες, οι οποίες ποτέ δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν «μάπα». Ξέρει ότι κάθε σκηνή που παρουσιάζει πρέπει να περιλαμβάνει κι από ένα γεγονός που θα βοηθάει στην εξέλιξη της πλοκής. Δεν αφήνει να εμφιλοχωρήσουν σκηνές οι οποίες κάνουν τον θεατή να βαριέται. Κάθε σκηνή έχει την χρησιμότητά της. Αυτή η ικανότητα κάνει τις ταινίες του να κόβουν πολλά εισιτήρια στο σινεμά και να φέρνουν πολλά χρήματα στις τσέπες του ίδιου αλλά και των παραγωγών. Και φυσικά αυτό δεν είναι μεμπτό, καθώς οι ταινίες του είναι ψυχαγωγικές και κάνουν τον θεατή να περνάει πολύ όμορφα βλέποντάς τες. Άλλωστε, αυτός δεν είναι ένας από τους στόχους της τέχνης; Έτσι, συνεκδοχικά, καταλήγουμε ότι ο Νόλαν κάνει τέχνη. Αυτό δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητείται είναι το πόσο ποιοτική τέχνη έχουμε ανάγκη ως θεατές.

Το κλίμα που δημιουργεί ο Νόλαν στην ταινία του είναι εξαιρετικό. Πολλά μπράβο στους σκηνογράφους του, οι οποίο κατάφεραν να αξιοποιήσουν το περιβάλλον του Λονδίνου των αρχών του 20ου αιώνα τόσο πετυχημένα, δηλαδή εντάσσοντας τον θεατή στην αβυσσαλέα κοινωνία της εποχής χωρίς ταυτόχρονα να ντοκιμαντερίζουν.

Οι χαρακτήρες του έργου είναι σούπερ μονοδιάστατοι.
Ο Χιού Τζάκμαν χάνει την γυναίκα του, κατηγορεί τον συνάδελφό του για τον χαμό της και εισέρχεται σε έναν φαύλο κύκλο στυγνού ανταγωνισμού που καταλήγει σε φρενήρη εμμονή. Ίσως με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να τον εκδικηθεί για την υποτιθέμενη δολοφονία της γυναίκας του: προσπαθεί να τον καταστρέψει καλλιτεχνικά. Ο στόχος που έχει θέσει είναι η προσωπική του καλλιτεχνική άνοδος, εφόσον αυτή συνοδεύεται από την καταστροφή του Μπέιλ. Η εμμονή του φαίνεται από τις σπασμωδικές πράξεις του και από το πόσο μακριά είναι έτοιμος να το τραβήξει. Ουδέποτε, όμως, ο σκηνοθέτης αλλά και ο ίδιος ο ηθοποιός δεν μας δείχνουν πώς και γιατί γίνεται η μετάλλαξη, κι από μια απλή επαγγελματική κόντρα καταλήγουμε σε αυτό το καταστροφικό γαϊτανάκι που φτάνει μέχρι και την δολοφονία. Κάθε άνθρωπος θέλει να ξεπεράσει τον ανταγωνιστή του, κάθε άνθρωπος αποζητά εκδίκηση όταν νομίζει ότι έχει στερηθεί τον αγαπημένο του άνθρωπο εξαιτίας ενός άλλου. Δεν καταλήγουν, όμως, όλοι στις ακραίες ενέργειες του ήρωα αυτού, ώστε να δουν τον υποτιθέμενο φταίχτη έτσι όπως ο Τζάκμαν θέλει να δει τον Μπέιλ. Ο σκηνοθέτης απέτυχε να μπει στην ψυχή του ήρωα αυτού και να την κόψει στα δύο, παρουσιάζοντάς μας ανοιγμένη πλέον την προσωπικότητα και τα τρωτά σημεία ενός ανθρώπου που ζητάει να πιεί το αίμα του άλλου σε ποτήρι.
Κι αν κανείς μπορεί να καταλάβει ότι ο Τζάκμαν έχασε την γυναίκα του και θεωρεί ότι γι΄ αυτό έφταιξε ο Μπέιλ, άρα θέλει να τον καταστρέψει, σίγουρα δεν μπορεί να καταλάβει για ποιον λόγο ο Μπέιλ αποφασίζει να μπει σε αυτόν τον φαύλο κύκλο του υπέρμετρου ανταγωνισμού, που ακουμπάει τα επίπεδα της ψυχιατρικής εμμονής. Ο ήρωας αυτός έχει τα πάντα, όσα ποθεί ένας μέσος άνθρωπος: μια γυναίκα που τον αγαπάει, μια κοράκλα που θα γίνει μεγάλο κομμάτι όταν μεγαλώσει, την αποδοχή της κοινωνίας για τον επαγγελματισμό του και το ταλέντο του, αλλά κυρίως έχει κι αυτό που ποθεί κάθε παθιασμένος επαγγελματίας: την ζήλεια των ανταγωνιστών του. Κι εκεί που διάγει μια τέτοια όμορφη ζωή, ξαφνικά αποφασίζει να μπλεχτεί σε αυτό το γαϊτανάκι της εκδίκησης και του ανταγωνισμού με τον αντίζηλό του. Κι αν εκ των υστέρων μαθαίνουμε ότι είχε οργανώσει την ζωή του έτσι, ώστε να εκδικηθεί τον Τζάκμαν, ποτέ ο σκηνοθέτης δεν μας δίνει το γεγονός εκείνο που θα μας κάνει να πιστέψουμε σε έναν σοβαρό λόγο, σε ένα σοβαρό άλμα υπερβολής που θα μας πείσει για τις προθέσεις εξ αρχής αυτού του ανθρώπου. Ο σκηνοθέτης πλάθει έναν σκοτεινό χαρακτήρα, ο οποίος δεν έχει καμία ανάγκη να είναι σκοτεινός.

Έτσι, λοιπόν, ο σκηνοθέτης επιλέγει να μας μπερδεύει πάλι με τους χρόνους αφήγησής του, παρά να μας παρουσιάσει δύο χαρακτήρες που έχουν όλα τα φόντα και τα χαρακτηριστικά να είναι εξαιρετικά βαθιοί και σύνθετοι, αλλά ποτέ δεν γίνονται έτσι.
Η αποκάλυψη που γίνεται στο τέλος για τον χαρακτήρα του Μπέιλ είναι εντελώς για τα πανηγύρια: εκεί που ο σκηνοθέτης απαιτεί από τον θεατή να κάνει την υπέρβαση και να δεχτεί ως αληθινή την μηχανή που κατασκεύασε ο Τέσλα για τον Τζάκμαν, αυτή που διπλασιάζει αντικείμενα κι ανθρώπους, στο τέλος μας ξενερώνει με μια τόσο απλή εξήγηση για τον Μπέιλ, η οποία χαλάει όλο το μυστήριο της ταινίας. Το χειρότερο, όμως, δεν είναι η εξήγηση που δίνει. Είναι ότι ουδέποτε είχε αφήσει τον θεατή να μαντέψει την λύση του μυστηρίου. Σαν ένα κακογραμμένο βιβλίο της Αγκάθα Κρίστι: μας αναπτύσσει σε όλη την υπερ-δίωρη ταινία του μια υπόθεση, ένα πολύπλοκο μυστήριο, προκαλεί τον θεατή να μαντέψει ποιος είναι ο δολοφόνος, και στο τέλος σου παρουσιάζει ένα καινούριο γεγονός, για το οποίο ουδέποτε είχε αφήσει την οποιαδήποτε υπόνοια, και ξαφνικά σου παρουσιάζει μια λύση, την οποία δεν θα μπορούσες να είχες σκεφτεί ουδέποτε.
Η αλήθεια είναι ότι ίσως ήθελε ο σκηνοθέτης να κάνει ολόκληρη την ταινία του να φαίνεται σαν ένα ταχυδακτυλουργικό τρυκ: όπως ένας μάγος σου παρουσιάζει ένα πουλάκι σε ένα κλουβί, μετά εξαφανίζει ολόκληρο το κλουβί και τέλος σου παρουσιάζει το πουλάκι από την τσέπη του σακακιού του, έτσι και η ταινία σε παγιδεύει, οδηγώντας σε να μαντέψεις μια λύση, και στο τέλος, σαν ταχυδακτυλουργικό, σου παρουσιάζει την πραγματικότητα που δεν είχε σκεφτεί ποτέ σου. Πάντως, εγώ αν είχα πάει σε ταχυδακτυλουργικό σόου και έβλεπα ένα νούμερο να κρατάει κοντά δυόμιση ώρες –όπως η ταινία-, σίγουρα θα έφευγα στην μέση…

Ο Χιού Τζάκμαν είναι μετριότατος ως πεισματάρης μάγος με εμμονές, πιστεύω δε ότι ούτε που κατάλαβε τι γίνεται στην ταινία. Κι αυτό είναι ένα θετικό στοιχείο για εκείνον, σε αντίθεση με τον Κρίστιαν Μπέιλ, απαράδεκτο ως σκοτεινό κι εκδικητικό μάγο, ο οποίος πρέπει να κατάλαβε κάτι από τον ρόλο του, αλλά αυτό που κατάλαβε ήταν λάθος. Και οι δύο θα μπορούσαν να εντρυφήσουν πολύ πιο διεισδυτικά στους ρόλους και να παρουσιάσουν δυο τρομερούς και φοβερούς χαρακτήρες. Αντιθέτως, οι δυο πρωταγωνιστές παίρνουν πολύ ανάλαφρα τους ρόλους τους, όντας εγκλωβισμένοι στην ματαιότητα της αδιαμφισβήτητης ομορφιάς αμφοτέρων, και δεν ενδιαφέρονται για τους χαρακτήρες που ενσαρκώνουν, αλλά μόνο για την πολυπεριποιημένη κώμη τους και τους ομολογουμένως αψεγάδιαστους κοιλιακούς μύες τους. Ειδικά ο χαρακτήρας του Κρίστιαν Μπέιλ είχε φοβερά επίπεδα, τα οποία όμως παρέμειναν ανεξερεύνητα, χάρη στην προχειρότητα σκηνοθέτη και ηθοποιού. Η Σκάρλετ Γιόχανσον κρύα, παγερή κι αδιάφορη, μόνο γοητευτική δεν θα την χαρακτήριζε κάποιος, παρά τα πανέμορφα χείλη της. Ο Ντέιβιντ Μπάουι δεν είναι ηθοποιός και αυτό φάνηκε, αλλά κανείς δεν είχε απαιτήσεις από αυτόν. Πάντα καλός, ισορροπημένος και ώριμα δροσερός ο Μάικλ Κέιν αποδεικνύει ότι όταν ξέρεις να χειρίζεσαι το σανίδι, ξέρεις να χειρίζεσαι και το πανί.

Παρά τις όποιες λεπτομέρειες που δεν πείθουν και αφήνουν μια πικρία στον θεατή, η ταινία χαρακτηρίζεται ως πολύ καλή. Είναι χαρακτηριστικό παιδί του Κρίστοφερ Νόλαν, ο οποίος εστιάζει στην ποιοτικά εμπορική ψυχαγωγία του κοινού, παρουσιάζοντας ακριβές παραγωγές με ωριμότητα, ισορροπία, χωρίς να κάνει το κοινό να εστιάζει και να ταυτίζεται με κάποιον από τους χαρακτήρες, αλλά ψυχαγωγείται. Συνιστάται η παρακολούθησή της με μεγάλη παρέα και συζήτηση ενδιάμεσα, καθώς η διάρκειά της είναι αρκετά μεγάλη, αν και κυλάει εύκολα.

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Movie Reactor: FROZEN (2010)

FROZEN (2010)
Ή «ΤΙ ΠΕΦΤΕΙΣ, ΡΕ ΦΙΛΕ? ΣΚΕΨΟΥ ΠΡΩΤΑ…»

Μέσα σε έναν εξαιρετικά ζεστό Σεπτέμβρη όπως αυτός που διανύουμε, πρέπει ο καθένας να βρει τρόπο να δροσιστεί. Κι όταν όλα τα άλλα σου τελειώνουν, τότε αυτό που απομένει είναι μια δροσερή ταινία νωρίς το βράδυ της Δευτέρας. Δεν είναι μόνο ότι δροσίζεσαι κι ο ίδιος. Είναι που μπαίνεις σε έναν πλαστό κόσμο της φαντασίας ενός σκηνοθέτη ή ενός σεναριογράφου. Κι αυτός ο κόσμος σε κάνει να αποστασιοποιείσαι για λίγο από τα όποια άγχη τελοσπάντων έχουν καταφέρει να εμφιλοχωρήσουν στην αισιόδοξη ματιά με την οποία έχεις αποφασίσει να αντιμετωπίζεις τα πρώτα βήματα της ενήλικης ζωής σου. Πάντως, το τι εννοεί κανείς όταν λέει ότι μια ταινία είναι «δροσερή», αυτό είναι σίγουρα σχετικό. Συνήθως δροσερές θεωρούμε τις ταινίες τύπου «Πρόγευμα στου Τίφφανυς», οι οποίες δεν σε κάνουν να προβληματιστείς πάνω στις βαθιές προβληματικές της σύγχρονης κοινωνίας, απλώς έχουν στόχο να σε κάνουν να περάσεις όμορφα. Αυτές οι ταινίες συνήθως έχουν όμορφους πρωταγωνιστές, ευχάριστες –συνήθως αισθηματικές- υποθέσεις και γρήγορη αλλά γλυκοτσουτσουνίστικη σκηνοθεσία. Στην σημερινή περίπτωση επέλεξα να δω μια «δροσερή» ταινία, η οποία δεν συγκεντρώνει τίποτα από τα παραπάνω. Ήδη από τον τίτλο και από την αφίσα της στο imdb, άρχισα να ξεχνάω την τραγική υγρασία που μπαίνει από την ανοιχτή μου μπαλκονόπορτα. Και να ο λόγος:

Νεαροί φοιτητές αποφασίζουν να αποδράσουν για σουκού στα χιονισμένα βουνά της περιοχής τους και να εκτονώσουν τη ρουτίνα τους κάνοντας σκι. Οι δυο κολλητοί φίλοι, έμπειροι σκιέρ, αποφασίζουν να πάρουν μαζί τους την κοπέλα του ενός και να της μάθουν πώς να στέκεται στα πέδιλα χωρίς να τρώει η μούρη της χιόνι. Ανεβαίνουν λοιπόν στην πλαγιά του χιονοδρομικού με το τελεφερίκ, και ξεσκίζονται στο σκι και στις τούμπες. Στην κατάβαση της πλαγιάς με το τελεφερίκ, όμως, κι ενώ πια σουρουπώνει, οι φύλακες του χιονοδρομικού δεν βλέπουν τους τρεις φίλους που κατεβαίνουν, κλείνουν το ρεύμα, με αποτέλεσμα να ξεμείνουν οι τρεις τους στο κάθισμα του τελεφερίκ, ξεκρέμαστοι στον αέρα. Πανικοβάλλονται, αδυνατούν να πιστέψουν ότι τους συνέβη αυτό το πράγμα και ελπίζουν ότι αυτό που τους συμβαίνει είναι ένα λάθος και ότι οι φύλακες θα ξανανοίξουν το ρεύμα για να λειτουργήσει και πάλι το τελεφερίκ, όμως αυτό δεν γίνεται ποτέ. Και τότε, μέσα στην πηχτή νύχτα και το τσουχτερό κρύο, χωρίς κινητά τηλέφωνα και γεμάτοι πανικό και απελπισία, αρχίζουν και παίρνουν βιαστικές πλην όμως μοιραίες αποφάσεις, με σκοπό να κατέβουν. (SPOILERS:) Ο ένας αποφασίζει να πηδήξει από το κάθισμα του τελεφερίκ στο έδαφος. Όταν όμως το επιχειρεί, με το που πέφτει στο έδαφος σπάει και τα δυο του πόδια και μένει ακινητοποιημένος στην χιονισμένη πλαγιά, με τους δυο άλλους να τον κοιτάνε από ψηλά. Κι εκείνη τη στιγμή, ακούγεται το πρώτο ουρλιαχτό ενός λύκου…

Ο –άγνωστος σε μένα- σκηνοθέτης Adam Green, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο, καταπιάνεται και πάλι με το είδος του θρίλερ αγωνίας. Στην περίπτωση αυτή, όμως, δεν υπάρχει κάποιο παραμορφωμένο πλάσμα που κρύβεται σε καμπίνα βαθιά στην καρδιά του δάσους, ούτε κανένα στοιχειό νεκρής κοπελίτσας που διψάει για εκδίκηση. Εδώ η απειλή είναι η ίδια η φύση.
Την φύση, λοιπόν, χειρίζεται ο σκηνοθέτης για να μεταδώσει το αίσθημα της αγωνίας στον θεατή, και τα καταφέρνει αρκετά καλά, κυρίως για δυο λόγους:
Α) δημιουργεί ένα εξαιρετικά κλειστοφοβικό αίσθημα στον θεατή, παρά τα γεγονός ότι η δράση τοποθετείται σε μια βουνοπλαγιά, πάνω σε ένα κάθισμα τελεφερίκ, δηλαδή στον ανοιχτό αέρα. Ο θεατής νιώθει ότι οι ήρωες, εγκλωβισμένοι 100 μέτρα πάνω από την χιονισμένη πλαγιά, δεν μπορούν να πάνε πουθενά, δεν έχουν καμία έξοδο διαφυγής. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς κλειστοφοβικός για να καταλάβει την αιτία του πανικού που καταλαμβάνει τους ήρωες, ούτε την άβολη θέση που τοποθετεί τον θεατή.
Β) τοποθετώντας τους ήρωες σε ένα παντελώς άδειο χιονοδρομικό κέντρο, μέσα στην καρδιά της φύσης, εγκλωβισμένους, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τον τρόμο και το δέος που μπορεί να σου προκαλέσει η άγρια πλευρά της φύσης. Ακόμα κι ένα μεγάλο και φουντωτό δέντρο (το δέντρο είναι το σύμβολο της ζωής στην αστική κουλτούρα), φαντάζει τρομαχτικό μέσα στην μαύρη νύχτα του χιονισμένου τοπίου που έχει παγιδέψει ο σκηνοθέτης τους ήρωες του. Η μοναξιά του μεμονωμένου ανθρώπου μέσα στην απεραντοσύνη της φύσης είναι αυτό που ενεργοποιεί τον αρχετυπικό φόβο του ανθρώπου προς επιβίωση (ας μην ξεχνάμε ότι ο προϊστορικός άνθρωπος οργανώθηκε σε κοινωνίες, για να αντιμετωπίσει με άλλους ανθρώπους την απεραντοσύνη της φύσης). Κι αυτού του είδους τον φόβο καταφέρνει και τσιγκλάει ο σκηνοθέτης.

Πέρα από τα δυο αυτά στοιχεία που τα βρήκα αρκετά ενδιαφέροντα, η ταινία δεν ξεφεύγει από τα αμερικάνικα κλισέ, όπου ένας –μπορεί και περισσότεροι- θυσιάζεται για να ζήσουν οι υπόλοιποι, το μοτίβο ότι οι άνθρωποι σε ακραίες περιπτώσεις κινδύνου βγάζουν το πραγματικό τους πρόσωπο, ότι ο φόβος μπροστά στον κοινό κίνδυνο φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά κλπ κλπ κλπ… Πράγματα που τα έχουν πει σε μεγαλύτερο βάθος παλαιότεροι σκηνοθέτες.

Ομολογώ ότι ήταν πολύ ωραία σκηνή εκείνη του θανάτου, περίπου στην μέση της ταινίας (δεν μπορώ να πω περισσότερα, δεν θέλω να προδώσω κάτι από την πλοκή, αλλά είμαι σίγουρος ότι όταν την δείτε, θα καταλάβετε για ποια σκηνή μιλάω).

Τα πλάνα είναι αδιάφορα, το μοντάζ ικανοποιητικό, το σενάριο δεν έχει ιδιαίτερα κενά, αν και δεν είναι ομοιόμορφα δομημένο και η σκηνογραφία είναι εξαιρετική. Ευτυχώς τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ταινίας είναι αρκετά ικανοποιητικά, οπότε δεν έχει κανείς πρόβλημα να την παρακολουθήσει.

Ευτυχώς ο σκηνοθέτης επιλέγει να μην βάλει μουσική επένδυση στην ταινία, κάτι που θα την έκανε πολύ πιο φτηνιάρικη από ότι είναι τώρα. Δεν χρειάζεται μουσική για να κάνει πιο έντονες τις καταστάσεις που περιγράφει, αυτές είναι αρκετά έντονες από μόνες τους.

Οι ερμηνείες είναι ανύπαρκτες, έως και ερασιτεχνικές. Όμως, με δεδομένο ότι οι χαρακτήρες των ηρώων της ταινίας είναι αρκετά μονοδιάστατοι, δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά πράγματα οι ηθοποιοί ώστε να αναπτύξουν τον ήρωα που ενσάρκωνε ο καθένας.

Καλή. Μην περιμένετε να δείτε μια ταινία τρόμου με ξεκοιλιάσματα ή φαντάσματα και παραψυχολογία. Ό,τι σε φοβίζει εδώ, είναι υπαρκτό. Μια καλή επιλογή για σπίτι με μικρή παρέα, ποπ-κορν, αφράτο καναπέ και κουβέρτα στα πόδια.

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Movie Reactor: INCEPTION (2010)

INCEPTION (2010)
Ή «DREAM A LITTLE DREAM OF ME»

Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή σου που σίγουρα πρέπει να κάνεις πίσω, να απαρνηθείς κάποια από τα πιστεύω σου και να προδώσεις κάποιες από τις πιο βαθιά ριζωμένες στο κρανίο σου απόψεις. Έτσι έκανα κι εγώ την Τετάρτη το βράδυ και δέχθηκα να πάω ξανά σινεμά. Κι αν κάποιος θεωρεί την αντίδρασή μου υπερβολική, το καλύτερο που θα έχει να κάνει είναι να μάθει ότι η τελευταία φορά που πήγα σε σινεμά ήταν εκτός Αθηνών, στην ακριτική Κομοτηνή, όπου με παρακάλια και με μια αλυσίδα γύρω από το λαιμό μου με είχε πείσει ξανθιά συνάδελφος να παρακολουθήσουμε το «Χάνιμπαλ – τα χρόνια της νιότης» -ή κάπως έτσι τελοσπάντων-, μια αιματοβαμμένη αηδία με νεαρό πρωταγωνιστή, στον οποίον είχε πει ο σκηνοθέτης του έργου: «παίζεις τον Χάνιμπαλ Λέκτορ. Νοίκιασε όλες τις ταινίες και παρακολούθα πολύ καλά τον Άντονυ Χόπκινς. Έτσι θέλω να παίξεις». Ευτυχώς σ’ εκείνη την ταινία έπαιζε και η σέξυ Γκονγκ Λι, και με γλύτωσε από το να σκάψω τα μάτια μου και να βγάλω έξω τους βολβούς…
Αυτή τη φορά όμως πρόδωσα διπλά τα πιστεύω μου: όχι μόνο πήγα σινεμά, αλλά σε μούλτιπλεξ…. Πολύ πειστικό, παρόλ’ αυτά ήταν το εξής επιχείρημα: «Την ταινία INCEPTION πρέπει να τη δεις στο σινεμά, δεν αξίζει αλλιώς…». Το παραπάνω επιχείρημα του συνθεατή μου δεν θα μπορούσε να είναι πιο σωστό και ακριβές. Και να γιατί:

Η επιστήμη έχει προχωρήσει τόσο, ώστε κάθε άνθρωπος με τη σωστή εκπαίδευση, μπορεί να ελέγξει τα όνειρά του. Ομάδα τυχοδιωκτών με επιστημονική κατάρτιση και πείρα προσπαθεί μέσω των ονείρων να εισέλθει στο υποσυνείδητο ανθρώπων, ώστε να τους ελέγξει. Η ομάδα αυτή, με αρχηγό τον Λέο, το καλό μας το παιδί (Leonardo di Caprio), προσλαμβάνεται από γιαπωνέζο κροίσο (Ken Watanabe) με την εντολή να εισχωρήσουν στο υποσυνείδητο πανίσχυρου κληρονόμου τεράστιας εταιρίας διαχείρισης πηγών ενέργειας (Cillian Murphy) με σκοπό να εμφυτέψουν μια ιδέα στο μυαλό του. Ο μπαμπάς του πανίσχυρου κληρονόμου (Tommy Lee Jones) είναι στα πρόθυρα δημιουργίας μονοπωλίου εκμετάλλευσης πηγών ενέργειας (θέλει μήπως δικηγόρο?....), όμως η δημιουργία του μονοπωλίου αυτού θα είναι καταστροφική για την παγκόσμια οικονομία. Επομένως, οι καλοί μας οι αμερικάνοι πρέπει να σώσουν την παγκόσμια οικονομία (γελάει κανείς?...). Πώς θα το κάνουν αυτό? Μα φυσικά, εισχωρώντας στο υποσυνείδητο του κληρονόμου και εμφυτεύοντάς του την ιδέα ότι είναι πολύ κακό να ασχοληθεί με την πανίσχυρη εταιρία που δημιούργησε ο μπαμπάς του και που του κληροδοτεί τώρα που πεθαίνει. Αν ασχοληθεί το παλλικάρι μας με την εταιρία αυτή, τότε θα σπιλώσει τα καθαρά του χεράκια με τον βούρκο της ανηθικότητας πάνω στον οποίο έχει βασιστεί η Τζάιαντ –εεε, συγγνώμη…- η εταιρία αυτή που ετοιμάζεται να κληρονομήσει… Το καλό μας το παιδί, ο Λέο ντι Κάπρι, αντιλαμβάνεται την δυσκολία της αποστολής, και γι΄ αυτό πηγαίνει στον καθηγητή πανεπιστημίου μπαμπά του (Michael Cane). Εκείνος του γνωρίζει λαμπρή φοιτήτρια (Ellen Page), η οποία μπορεί να δώσει νεανική πνοή στην ομάδα. Το καλό μας το παιδί παίρνει την λαμπρή φοιτήτρια και την εκπαιδεύει. Όμως – φευ! -, το καλό μας το παιδί στοιχειώνεται από την ανάμνηση της νεκρής γυναίκας του (Marion Cotillard), κάτι που φυσικά αποβαίνει μοιραίο για ένα από τα μέλη της ομάδας. Μέσα σε ένα χάσιμο στα όνειρα ΟΛΩΝ των πρωταγωνιστών, όπου ονειρεύονται ότι ονειρεύονται ότι ονειρεύονται ότι ονειρεύονται, το καλό μας το παιδί θυσιάζει τον εαυτό του για να σώσει τον γιαπωνέζο κροίσο και ζούνε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

Παρά την ίσως ελαφρώς ειρωνική περιγραφή μιας πολύ σύνθετης υπόθεσης, η ταινία ασχολείται με θέμα, το οποίο για πρώτη φορά απασχολεί σε επιστημονικό επίπεδο τον κινηματογραφικό φακό. Πρόκειται για τον έλεγχο του υποσυνειδήτου. Τα όνειρα που βλέπουμε ελέγχονται από το υποσυνείδητό μας. Χρησιμοποιώντας την υψηλή τεχνολογία που έχει στα χέρια της, η ομάδα του Λέο καταφέρνει και εισβάλει στα όνειρα ανθρώπων, όπου προσπαθεί να εντοπίσει μυστικά τα οποία δεν μπορεί να αποσπάσει από τον άνθρωπο αυτό όταν είναι ξύπνιος. Εντοπίζει λοιπόν ένα πεδίο, αυτό των ονείρων, όπου ο άνθρωπος είναι εξαιρετικά ευάλωτος, και από εκεί εκμαιεύει σημαντικές πληροφορίες. Φυσικά, η ομάδα αυτή δεν μπαίνει στα όνειρα του κάθε ενός τυχόντα. Επιλέγει λεφτάδες και γενικώς ανθρώπους που έχουν τεθεί σε πολιτικά και οικονομικά πόστα.
Ο γιαπωνέζος κροίσος Ken Watanabe τους προσλαμβάνει, διότι επιθυμεί να καταστρέψει μια πανίσχυρη εταιρία, η οποία πρόκειται να μεταβιβαστεί από τον πανέξυπνο ετοιμοθάνατο πατέρα στον άπειρο γιό (Cillian Murphy). Η ομάδα του Λέο θα προσπαθήσει να μπει στα όνειρα του Cillian Murphy, ώστε να τον κοροϊδέψει, να τον χειραγωγήσει, ώστε να προκαλέσει την σταδιακή καταστροφή της εταιρίας αυτής. Ο αρχηγός της ομάδας αυτής, όμως, το καλό μας το παιδί, ο Λέο, έχει τα τρωτά του σημεία. Στοιχειώνεται από την γυναίκα του (Marion Cotillard), η οποία έχει πεθάνει υπό μυστήριες συνθήκες. Η αδυναμία του αυτή θα υπονομεύσει το εγχείρημα της ομάδας πάνω στην πιο κρίσιμη στιγμή.

Η ταινία έχει ταυτότητα, και πάνω στην ταυτότητα αυτή γράφεται μία και μόνο λέξη: Blockbuster. Εμπορικούρα που σε κάνει να περνάς ωραία, σε διασκεδάζει, αλλά μέχρι εκεί.
Ίσως αξίζει να σταθεί κανείς σε δύο σημεία της υπόθεσης. Το πρώτο είναι η σχετικότητα της αλήθειας. Όντας καταβυθισμένη σε διαφορετικό ονειρικό επίπεδο, η ομάδα του Λέο και ο ίδιος αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα που τους παρουσιάζεται με μια σχετικότητα. Βλέπουν ένα γεγονός και σκέφτονται ή ακούν γι΄αυτό διαφορετικές ερμηνείες, που καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα η καθεμιά. Το γεγονός όμως παραμένει ένα. Στην περίπτωση αυτή ο σκηνοθέτης φαίνεται ότι έχει τη διάθεση να παίξει με τον θεατή. Τι είναι αλήθεια από αυτά που μας δείχνει και τι ψέμα? Σε ποια ονειρική κατάσταση είναι χαμένος ο κάθε πρωταγωνιστής, ποια η σταθερά του και πού κολλάει σε όλα αυτά η Marion Cotillard? Όλη αυτή η σχετικότητα εντέλει ξεκαθαρίζεται, όχι όμως με απόλυτη σαφήνεια. Ο ιστός της αράχνης που έχει παγιδέψει τον θεατή ο σκηνοθέτης διαλύεται σιγά σιγά, όμως πάνω στον θεατή απομένουν ίχνη από τον ιστό αυτό. Στο τέλος η σβούρα πέφτει ή όχι? (θα καταλάβετε μόλις δείτε την ταινία)
Το δεύτερο σημείο αφορά τον πρωταγωνιστή. Ο ήρωας του Λέο είναι ένας τυχοδιώκτης, ο οποίος προσπαθεί να επιστρέψει στα παιδιά του. Η γυναίκα του έχει κερδίσει ασφαλιστικά μέτρα εναντίον του, κάτι που τον εμποδίζει να έρθει σε επαφή με τα παιδιά του. Η καταβύθιση στην ονειρική κατάσταση λειτουργεί σε εκείνον ως ψυχιατρικός υπνωτισμός. Μέσα στα όνειρά του θα βρει τη γυναίκα του, θα την αντιμετωπίσει, θα έρθει αντιμέτωπος για πρώτη του φορά με την πραγματικότητα, θα την ομολογήσει στην μαθητευόμενη του, και τελικά θα αυτοτιμωρηθεί παραμένοντας εγκλωβισμένος μέσα στο επίπεδο της λήθης, έχοντας στόχο να σώσει τον συνεργάτη του. Η πορεία που ακολουθεί είναι η πορεία της σωτηρίας μέσα σε έναν ονειρικό κόσμο που έχει πλάσει στο υποσυνείδητό του ως καταφύγιο για τον ίδιο και για την νεκρή γυναίκα του. Είναι το όνειρο μέσα στο οποίο βρίσκει και επικοινωνεί με την γυναίκα του, ο μοναδικός δεσμός του με εκείνη, τον οποίον σταδιακά διαλύει, διότι άλλωστε αυτός ζει ενώ η γυναίκα του όχι. Η αποδέσμευσή του από τον ονειρικό αυτόν κόσμο και συνεπώς από την υποταγμένη ανάμνηση της νεκρής του γυναίκας, επιβραβεύεται τελικά όταν ξυπνάει απελευθερωμένος και πηγαίνει στα παιδιά του.

Ο 40χρονος Christopher Nolan, σκηνοθέτης σπουδαίων ταινιών, όπως τα Insomnia, Prestige, Batman begins, Dark Knight και φυσικά του Memento, ξέρει πώς να σκηνοθετεί. Και το αποδεικνύει ντύνοντας ένα σενάριο τίγκα στα απίστευτα αμερικάνικα κλισέ με ένα άρωμα μυστηρίου, ατμοσφαιρικού μεγαλείου, οπτικών εφέ και συγκινησιακής φόρτισης, κάνοντας τα κλισέ αυτά να μην ενοχλούν. Μπορεί βέβαια να μην ενοχλούν, όμως υπάρχουν.
Είναι πολύ ενοχλητικό, όμως, να βλέπεις ταλαντούχους ανθρώπους να δανείζονται στοιχεία – πυλώνες για την πλοκή της ταινίας από άλλους σκηνοθέτες. Και γι΄αυτό πιστεύω ότι οι δύο άνθρωποι που θα είναι εξαιρετικά περίφανοι βλέποντας την ταινία αυτή θα είναι οι αδερφοί Γουατσόφσκι, σκηνοθέτες της τριλογίας Matrix.
Η χρήση των οπτικών εφέ είναι συνετή και ανατριχιαστική, δηλαδή με δυο λόγια ώριμη. Σκηνή ανθολογίας θα πρέπει να θεωρηθεί το λεγόμενο «σάντουιτς» που επιχείρησε η Ellen Page, όταν μέσα σε όνειρο κατάφερε και σήκωσε πολυσύχναστο δρόμο και τον ένωσε με τον δρόμο που βρισκόταν η ίδια και ο Λέο. Επίσης, αλησμόνητη σκηνή της μάχης ενός εκ των μελών της ομάδας μέσα σε ξενοδοχείο, όπου η χορογραφία της πάλης έχει γίνει σαν να βρίσκονται σε θάλαμο αποσυμπίεσης.
Το μοντάζ είναι εξαιρετικό (φαίνεται έμαθε από το πάθημά του στο Dark Knight ο σκηνοθέτης), κάνοντας την υπόθεση να κυλάει αβίαστα, χωρίς να προξενεί στον θεατή απορίες τύπου «πώς φτάσαμε εδώ? για ποιο πράγμα μιλάνε? πού πάνε τώρα αυτοί?».
Η μουσική ήταν εντελώς άστοχη. Προσπαθούσε να παράγει συναισθήματα άγχους, συγκίνησης, σασπένς και απελευθέρωσης σε σημεία που δεν χρειάζονταν καν. Άλλος ένας λόγος για να θεωρηθεί η ταινία αυτή blockbuster, αφού αξιοποιεί εύκολα τεχνάσματα για να προκαλέσει έντονα συναισθήματα, αποκαλύπτοντας την έλλειψη ενός σεναρίου που θα την κάνει κορυφαία.

Σχετικά με τις ερμηνείες επικρατεί μεγάλη απογοήτευση. Ο Λέο είναι εντελώς αδύναμος να κορυφώσει την ερμηνεία του σε σκηνές που απαιτούν ιδιαίτερα αυξημένο ένστικτο ερμηνείας, παραμένει όμως αρκετά αξιοπρεπής κατά τη διάρκεια της ταινίας, κυρίως χάρη στην όμορφη φωνή του και σε μια πολύ πετυχημένη απλότητα στην ερμηνεία του, την οποία φαίνεται ότι έχει καταφέρει με πολλή δουλειά και πρόβες. Τα μέλη της ομάδας του Λέο δεν κάνουν ενοχλητικές ερμηνευτικές φανφάρες, κρατώντας τον μέσο όρο των ερμηνευτικών δυνατοτήτων της ταινίας σε μέτριο επίπεδο. Η Marion Cotillard, βραβευμένη με Όσκαρ για την ερμηνεία της ως Εντίθ Πιάφ στο La vie en rose, είναι πραγματικά απαίσια, σε σημείο να απορεί κανείς. Όντως έχει φινέτσα και αέρα, όμως φάνηκε να της λείπουν βασικές ερμηνευτικές δεξιότητες, περισσότερο αφού είχε τα χέρια της σαν κουλά κατεβασμένα κάτω, καθώς και μια εκφορά λόγου που παρέπεμπε σε παράσταση δημοτικού σχολείου. Απογοήτευση και από τον Ken Watanabe (Letters from Iwo Jima), γενικώς πολύ καλό ιαπωνοαμερικανό ηθοποιό, ο οποίος έπαιζε σαν παλαιστής του WWE. Συμπαθής η Ellen Page (X-Men, Juno) με αέρα νεότητας και ταυτόχρονα ώριμης ερμηνείας, απέδειξε ότι έχει πολύ μέλλον στο πανί. Michael Cane και Tommy Lee Jones περισσότερο δώσανε κύρος στην ταινία με τα ονόματά τους παρά έπαιξαν. Άλλωστε ο καθένας είχε από δύο σκηνές σε μια ταινία δυόμιση ωρών. Η αποκάλυψη ήρθε από τον νεαρό Cillian Murphy (The wind that shakes the burley). Σοβαρός, μετρημένος, ώριμος και με φρεσκάδα, έβγαλε σκληρότητα εκεί που έπρεπε, συγκίνηση όταν και όσο έπρεπε και γενικώς αξιοποίησε κάθε ερμηνευτικό μέσο που κατείχε για να πλάσει έναν ήρωα αντιπαθή και αλαζόνα στην αρχή, μετανοημένο και ωριμότερο στο τέλος.

Το απόλυτο Blockbuster της περιόδου αυτής, αξίζει να το δει κανείς στο σινεμά, όπου θα εκτιμήσει την δράση, τα εφέ, την μουσική, κι γενικώς την σωστή ποσότητα αδρεναλίνης που προκαλούν τα ερεθίσματα της ταινίας αυτής στον οργανισμό. Μην περιμένετε να βγείτε από την αίθουσα γνωρίζοντας μια άποψη επί των κορυφαίων κοινωνικο-πολιτικο-θεολογικο-φιλοσοφικών θεμάτων της εποχής μας, πάντως θα βγείτε γεμάτοι και σε καμία περίπτωση δεν θα πείτε «τι πατάτα ήταν αυτή Θεέ μου…».

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Movie Reactor: ONCE (2006)

ONCE (2006)
ή ΛΙΓΟ ΑΛΑΤΙ ΠΑΡΑΚΑΛΩ…

Σύγχρονο ευρωπαϊκό σινεμά σήμερα, με μια ταινία από την Ιρλανδία, δαφνοστεφανωμένη με το Όσκαρ τραγουδιού και με ιδιαίτερα υψηλές βαθμολογίες σε διάφορες κινηματογραφικές ιστοσελίδες.

Νεαρός ιρλανδός, απασχολούμενος στην επιχείρηση του μπαμπά του, ζώνεται τα απογεύματα την κιθάρα του και τριγυρίζει στην Γκράφτον Στρητ του Δουβλίνου παίζοντας τα τραγούδια του για τους περαστικούς. Περαστική από μπροστά του ένα απόγευμα, μια φτωχή δουλευταρού Τσέχα εντυπωσιάζεται από τη γλυκύτητα των τραγουδιών του, του πιάνει την κουβέντα και του αποκαλύπτει ότι είναι και η ίδια μουσικός κι ότι δουλεύει σε κατάστημα που πουλάει πιάνα και άλλα μουσικά όργανα. Οι δυο τους πάνε στο μαγαζί αυτό, παίζουν και τραγουδούν μαζί το χιτ του νεαρού και προσπαθούν πλατωνικά να υποστηρίξουν ο ένας τον άλλον. Ηχογραφούν με συνεργάτες μουσικούς ένα ντέμο, εξιστορούν ο ένας στον άλλον σε τίτλους τη ζωή τους, επικοινωνούν ψυχικά, πνευματικά αλλά ποτέ σωματικά, λόγω των υποχρεώσεων της κοπελίτσας και τελικά ο καθένας κυνηγά το όνειρό του με διαφορετικούς τρόπους και χωριστά.

Συμπαθής λόου μπάτζετ παραγωγή, που χρησιμοποιεί με ωραίο τρόπο τα όμορφα αστικά τοπία του Δουβλίνου. Συννεφιά, με έναν δειλό ήλιο να ψευτο-ξεπροβάλλει μια δυο φορές, πάρα – πάρα πολλή μουσική και δυο τρεις ωραίες σκηνές, όπου η σιωπή είναι πολύ πιο ομιλητική από τις λέξεις. Όμορφη ιστοριούλα για έναν πλατωνικό έρωτα, ή περισσότερο για δυο άτομα που συναντήθηκαν τυχαία, άντλησαν δύναμη ο ένας από τον άλλον, και μετά μοιραία αποχαιρετίστηκαν.

Ποτέ δεν μαθαίνουμε τα ονόματά τους. Μάλλον επειδή ο σκηνοθέτης επιλέγει να μας δείξει ότι αυτή η ιστοριούλα είναι πανανθρώπινη, και ότι απλά αυτοί οι δύο χαρακτήρες είναι απλά ένα όχημα για να μας δείξουν μια έκφανση των ανθρώπινων σχέσεων. Δεν θέλει να μας κάνει να δεθούμε με τους ήρωες δίνοντάς μας τα ονόματά τους. Θέλει να δεθούμε με τις καταστάσεις όπου βρίσκονται οι δυο ήρωες αυτοί.

Ο νεαρός είναι ένα καταπιεσμένο μουσικό ταλέντο, αναγκάζεται να δουλέψει σε μια δουλειά που δεν του προσφέρει παρά μόνο τα προς το ζην, και τα απογεύματα εκτονώνει τα καταπιεσμένα πάθη του παίζοντας μόνος του σαν ζητιάνος στο πεζοδρόμιο της Γράφτον Στρητ. Η καλλιτεχνική φύση του δεν αντέχει να υποτάσσεται στους κανόνες του εμπορίου που καθορίζουν την οικογενειακή επιχείρηση που δουλεύει, παρόλ’ αυτά δουλεύει αδιαμαρτύρητα δίπλα στον πατέρα του, προσπαθώντας πάντα να φοράει ένα όμορφο χαμόγελο για να μην τον κακοκαρδίζει αλλά και για να μην είναι αχάριστος, αφού τουλάχιστον με τη δουλειά αυτή βρίσκει ένα κομμάτι ψωμί κι ένα ζεστό πιάτο φαί στο σπίτι.

Αντίστοιχα η νεαρή τσέχα είναι μια οικονομική μετανάστρια από την πατρίδα της. Έχει αφήσει την ζωή της εκεί και έχει πάει στο Δουβλίνο σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής για εκείνην και για όσους οφείλει να συντηρεί. Ήδη από την ιδιότητά της ως μετανάστρια καταλαβαίνουμε ότι κι εκείνη είναι καταπιεσμένη, φοράει όμως κι εκείνη με χαρά ένα όμορφο χαμόγελο, δεν θέλει να είναι αχάριστη με τη ζωή της, καθώς αμείβεται καλά για μια τίμια δουλειά που κάνει και μπορεί έτσι να φέρει ένα κομμάτι ψωμί και ένα ζεστό πιάτο φαί στο σπίτι της.

Συναντιούνται τυχαία. Καλλιεργεί ο ένας στον άλλον μια ιδιότυπη έλξη. Ποτέ δεν εκφράζουν συναισθήματα, παρά μόνο μια φορά. Στα τσέχικα. Τώρα που το σκέφτομαι, όμως, ίσως ποτέ να μην είχαν ανάγκη και ο ένας και ο άλλος για ερωτικό σύντροφο. Ίσως απλά να είχαν ανάγκη να ακουμπήσουν για λίγο ο ένας στον άλλον, όπως ακουμπά ο τζόγκερ σε ένα παγκάκι για να πάρει δυνάμεις. Σαν δυο πύργοι που πέφτουν προς το πλάι, ακουμπά η κορυφή του ενός στην κορυφή του άλλου κι έτσι γλυτώνουν την πτώση. Έτσι βρίσκουν την δύναμη να προχωρήσουν ο καθένας στα καθήκοντα και σε ό,τι έχει καθορίσει ως προτεραιότητα στη ζωή του. Η πλατωνική αυτή σχέση που αναπτύσσουν είναι πιο ειλικρινής από μια τυχόν ερωτική σχέση που θα μπορούσαν να συνάψουν, διότι καταφέρνει να τους εξελίξει ως ανθρώπους, να τους βοηθήσει πρακτικά στην καθημερινότητα της ζωής τους, χωρίς τις όποιες παράλογες δεσμεύσεις –τροχοπέδη κάποιες φορές για την εξέλιξη του ατόμου- φέρει μια ερωτική σχέση.

Πέρα απ’ αυτά, όμως, βλέπει κανείς δυο ανθρώπους να επικοινωνούν. Επικοινωνούν με τα βλέμματα, με τα λόγια, με τις χειρονομίες, με μια απλή βόλτα με μοτοσακό. Αυτοί οι δύο άνθρωποι είναι πλασμένοι για να επικοινωνούν μεταξύ τους, χωρίς ιδιαίτερες λεξιλογικές αναλύσεις. Είναι άνθρωποι με κοινά ενδιαφέροντα, με κοινούς φόβους, με κοινές αιτίες «καταπίεσης», με την ίδια αποδοχή από την κοινωνία στην οποία ζουν. Ο ένας έχει βρει τον άνθρωπό του, το δοχείο εκείνο, όπου θα ρίξει τα άγχη του και θα λάβει υποστήριξη, χωρίς να χρειάζεται πολύωρη ανάλυση τύπου ντιβανο-ψυχανάλυση. Το δώρο του νεαρού προς την κοπελίτσα στο τέλος της ταινίας είναι σύμβολο ευγνωμοσύνης, αλλά και ανάμνησης της αιτίας για την οποία βρέθηκαν και επικοινώνησαν αυτοί οι δυο άνθρωποι μεταξύ τους.

Όλο αυτό το πλήρες και έξυπνο σενάριο ντύνεται ερασιτεχνικά από την κινηματογράφηση του Τζον Κάρνεϋ, άγνωστου σε μένα σκηνοθέτη, ο οποίος αξιοποιεί αρκετά όμορφα τα αστικά τοπία του Δουβλίνου, όμως δεν καταφέρνει να είναι συνεπής με το κινηματογραφικό στυλ που επιλέγει. Κάμερα στον ώμο, ενώ η ιστορία δεν χρειάζεται τέτοιου είδους κινηματογράφηση, εντελώς διαστρεβλωμένη οπτική της σύγχρονης κινηματογραφικής ελευθερίας, σκηνές που χρειαζόταν να ξαναγυριστούν, αδέξιο μοντάζ και ένα συνεχές κόπυ-πέιστ από μουσικά κομμάτια, λες και θέλει να διαφημίσει την μπάντα που τα συνέθεσε.

Οι υποκριτικές ερμηνείες είναι κακές, αλλά όχι ενοχλητικές. Απλώς καταλαβαίνουμε γιατί οι πρωταγωνιστές είναι μουσικοί και όχι ηθοποιοί.

Ενοχλητική, όμως, είναι η μουσική: άνευρη, ανούσια, ανάλατη, επιτηδευμένα θλιμμένη, σε στυλ «γιατί να γεννηθώ φτωχός, θε μου» ή «γιατί δεν με θέλει πια, μπουχου…».

Συνοψίζοντας, η ταινία αυτή είναι μια συμπαθητική επιλογή για μεσημέρι σαββάτου, όχι όμως για βράδυ. Το πλήρες σενάριο παγιδεύεται σε τεχνικές, μουσικές και ερμηνείες που χρειάζονται μια γερή πρέζα αλάτι για να νοστιμίσουν.

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Movie reactor: MARY & MAX (2009)

Μαίρη και Μαξ (2009)
ή Ο ΘΕΟΣ ΜΑΣ ΕΔΩΣΕ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ. ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΑΣ.

Η καλύτερη ταινία που έχω δει φέτος έρχεται από την Αυστραλία και εντάσσεται στην κατηγορία των καρτούν. Κι αν κάποιος βιάζεται να πει ότι έχω τάσεις παλλινδρόμησης ή φυγής προς την παιδική ηλικία, μάλλον θα πρέπει να δει αυτήν την ταινία, η οποία μόνο σε παιδιά δεν απευθύνεται. Ο σκηνοθέτης, συγγραφέας και δημιουργός Άνταμ Έλιοτ, βραβευμένος με Όσκαρ για το σύντομο καρτούν του «Χάρβυ Κρούμπετ», επιστρατεύει την τέχνη του πυλού, για να μας δώσει ένα εκπληκτικό παραμύθι, στο οποίο η απλότητα που ακουμπά την αφέλεια, η ειλικρίνια και το συναίσθημα σε παίρνουν από το χέρι και σε οδηγούν σε κοινωνικές αλήθειες, τις οποίες φυσικά γνώριζες, αλλά τις βλέπεις μπροστά σου να ανοίγονται σαν βιβλίο. Ένα βιβλίο με συγκλονιστική αφήγηση, ώριμη οπτική και λιτή πλην όμως πλούσια σε νοήματα ιστορία.

Η Μαίρη είναι μια οχτάχρονη κοπελίτσα, η οποία ζει σε ένα χωριό της Αυστραλίας με τον μπαμπά και την μαμά της. Το ζοφερό περιβάλλον που έχει δημιουργήσει γι΄αυτήν η μαμά της, η οποία ξεχνά την έλλειψη σεξουαλικής εκτόνωσης και τις αλλαγές που φέρνει πάνω της το γήρας σε ένα μπουκάλι ηδύποτο τσέρρυ, καθώς και ο άβουλος μπαμπάς της κλεισμένος στην αποθήκη του σπιτιού ταρριχεύοντας νεκρά πουλιά, δημιουργούν σωρρευτικά στην μικρή την διάθεση να απομακρυνθεί από τους γονείς της. Μια μέρα, στο ταχυδρομείο, όπου η μαμά της επιδιδόταν στην συνήθειά της να «δανείζεται» παράνομα φακέλους αλληλογραφίας, ο υπεύθυνος για τις πωλήσεις τσάκωσε την μαμά να χώνει στην ποδιά της ένα πακέτο με φακέλους και την κυνήγησε. Η Μαίρη, που ήταν μαζί της, φοβήθηκε και πάνω στην ταραχή της έσκισε ένα μέρος του τηλεφωνικού καταλόγου που αφορούσε κατοίκους της Νέας Υόρκης.

Στο σπίτι πια, και αφού μάνα και κόρη κατάφεραν να ξεφύγουν από τον υπάλληλο του ταχυδρομείου, η μικρή Μαίρη, γεμάτη απορίες για το πώς γίνονται τα παιδιά, αποφασίζει να γράψει ένα γράμμα σε έναν άγνωστο κύριο, του οποίου το όνομα και διεύθυνση βρίσκει στο κομμάτι της σελίδας του τηλ καταλόγου που είχε σκίσει. Στέλνει λοιπόν το γράμμα που έγραψε.

Στην Νέα Υόρκη το γράμμα παραλαμβάνει ο κύριος Μαξ, υπέρβαρος 45άρης, αποτυχημένος από τις 6 δουλειές που έχει κατά καιρούς κάνει, και με εμφανή προβλήματα επικοινωνίας με τους ανθρώπους γύρω του, με παντελή έλλειψη φίλων, ερωτικών συντρόφων και ανθρώπων που θα νοιαζόντουσαν αν μύριζε το νεκρό του πτώμα μετά από σύψη δυο βδομάδων. Το διαβάζει, κι αμέσως αποφασίζει να απαντήσει.

Μέσω αλληλογραφίας μεταξύ Νέας Υόρκης και Αυστραλίας γεννιέται μια φιλική σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων φαινομενικά τόσο διαφορετικών κι όμως πρακτικά τόσο ίδιων. Ο κύριος Μαξ βρίσκει έναν εξομολόγο στο πρόσωπο της Μαίρη, στην οποία αρχίζει και αναλύει όλες τις μύχιες σκέψεις που έχει κάνει μέχρι τώρα στη ζωή του. Συνειδητοποιεί εκεί ο θεατής ότι έχει μπροστά του έναν άνθρωπο ο οποίος υποφέρει από σύνδρομο Άσπεργκεν, έχει τρομερά συναισθηματικά κενά και δεν έχει αποτελέσει ουδέποτε κέντρο προσοχής κάποιου συνανθρώπου, ουτέ καν ως παιδί. Τα κενά αυτά τον οδηγούν να απωθήσει οποιαδήποτε βιώματα, που η κοινωνία τον έχει πείσει ότι δεν μπορεί να τα βιώσει, περιθωριοποιώντας τον και ουσιαστικά αποβάλλοντάς τον. Έρωτας, φιλία, αμοιβαιότητα, συμμετοχή, κοινωνικοποίηση, είναι έννοιες που γνωρίζει ως λέξεις, θεωρεί όμως ο ίδιος για τον εαυτό του ότι είναι ανίκανος να τις βιώσει. Έτσι, επιβιώνει σε ένα διαμερισματάκι, απομωνωμένος από οποιοδήποτε στάδιο κοινωνικότητας, πέραν αυτού που του προσφέρει η εκάστοτε μοναχική –κατ’ επιλογήν- εργασία του. Μόνη του συντροφιά μια χούφτα πλαστικά κουκλάκια, ένα ψάρι σε γυάλα και τα σάντουιτς με σοκολάτα. Το γράμμα που λαμβάνει του παρέχει ένα μέσο επικοινωνίας, μια διέξοδο προς την κοινωνία. Συνειδητοποιούμε ότι εάν αυτός ο άνθρωπος διέθεται αυτή την διέξοδο από πιο μικρή ηλικία, ουδέποτε θα κατέληγε στην τωρινή κατάστασή του.

Αντίστοιχα, η Μαίρη αποκτά ένα απενοχοποιημένο δοχείο προς κατάθεση όλων των παιδικών και αφελών ερωτημάτων που έχει για τη ζωή, και ουσιαστικά μια διέξοδο από την καταπιεσμένη παιδική ηλικία και το νοσηρό περιβάλλον που μεγαλώνει και αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Ουσιαστικά, η μικρή Μαίρη αντιστοιχεί στην παιδική ηλικία του Μαξ. Οι συνθήκες στις οποίες μεγαλώνει η Μαίρη είναι ακριβώς οι συνθήκες που οδήγησαν τον Μαξ να καταντήσει στην τωρινή κατάστασή του. Γι΄αυτό σε ένα από τα τελευταία γράμματα που στέλνει ο Μαξ λέει στην Μαίρη «Είμαι αυτό που δεν θα ήθελα ποτέ να γίνω». Προσπαθώντας τοις πράγμασι να την προφυλάξει, επιδιώκει ενδόμυχα και εν αγνοία του να της κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου.

Οι δύο αυτοί χαρακτήρες αλληλοσυμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. Είναι ο ένας το αποκούμπι του άλλου, ώστε να αντέξουνε τις προσλαμβάνουσες που δέχονται από το κοινωνικό τους περιβάλλον. Συνειδητοποιώντας ο ένας ότι υπάρχει και κάποιος άλλος κάπου εκεί έξω, ο οποίος τραβάει τα ίδια με αυτόν, τους οπλίζει με θάρρος ώστε να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της κοινωνίας, πλην όμως τους θέτει σε μία περίεργη σχέση εξάρτησης εξ αποστάσεως. Κανείς από τους δύο δεν μπορεί να διαρρήξει αυτά τα δεσμά της κοινωνίας και να κάνει την επανάστασή του, αν δεν τραβήξει και τον άλλον προς τα πάνω μαζί του. Γι΄αυτό, όταν η Μαίρη γίνεται μεγάλη και λαμπρή επιστήμονας και αποκτά χρήματα, αλλά κυρίως την αποδοχή της κοινωνίας, ο Μαξ νευριάζει και σπάει τη γραφομηχανή με την οποία συντάσσει τα γράμματά του προς την Μαίρη. Εκείνη ανιλαμβάνεται το «σφάλμα» της, προσπαθεί να ζητήσει συγχώρεση, κλείνεται εκ νέου στον εαυτό της, επιστρέφει στο ασφαλές καβούκι της, που τώρα πια είναι η συζυγική οικία με άντρα της το όμορφο γειτονόπουλο των παιδικών της χρόνων, και προσπαθεί να αυτοκτονήσει.

Δεν θα μπορούσε να έχει τέτοιο φινάλε όμως η ταινία, διότι η Μαίρη, όπως και ο Μαξ, δεν έκαναν κάτι κακό για να αξίζουν τον βίαιο ή τον ηθελημένο θάνατο. Απλώς, το σπερματοζωάριο του μπαμπά τους βρέθηκε την λάθος ώρα στο λάθος μέρος. Έτσι, κυριολεκτιά με τη θηλειά περασμένη στο λαιμό, ανοίγει την πόρτα για να δει ότι έχει λάβει και πάλι ένα πακέτο με το ταχυδρομείο από τον Μαξ. Παρατημένη πλέον από τον μορφονιό Έλληνα σύζυγό της, ο οποίος ερωτεύτηκε τον δικό του φίλο δι' αλληλογραφίας από την Νέα Ζηλανδία, και το νεογέννητο παιδί της στην πλάτη, ξεκινάει για την Νέα Υόρκη. Κι όταν πια φτάνει, βρίσκει τον Μαξ γαλήνια νεκρό από φυσικά αίτια πάνω στον καναπέ του.

Το συμβολικό αυτό φινάλε δείχνει πιθανώς ότι για τον Μαξ πλέον δεν υπήρχε σωτηρία. Εκείνος δεν μπορούσε πλέον να σπάσει τα δεσμά που του έχει φορέσει η κοινωνία, από τα γεννοφάσκια του μέχρι την μέση ηλικία που έφτασε. Για την Μαίρη όμως είναι διαφορετικά τα πράγματα. Μπορεί να απέτυχε στον γάμο της, να μην χειρίστηκε σωστά την περιουσία της, να μην είχε καλή σχέση ούτε ανατροφή απο τους γονείς της, τώρα όμως έχει το δικό της παιδί, δηλαδή μια νέα ευκαιρία να απεγκλωβιστεί από τα δεσμά της κοινωνίας, διοχετεύοντας στο παιδί αυτό την αγάπη που εκείνη δεν πήρε ποτέ από τους δικούς της.

Όλα τα παραπάνω σκεφτείτε τα ντυμένα με εξαιρετικές παράλληλες ιστορίες των δύο πρωταγωνιστικών ηρώων, με έναν αφηγητή που με τη ζεστή φωνή του μας καθοδηγεί καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, και με ελάχιστους διαλόγους. Φίλιπ Σέυμουρ Χόφμαν και Τόνι Κολέτ ντύνουν με τις καταπληκτικές φωνές τους τους δύο πρωταγωνιστές.

Συγκλονιστικό χάιλαϊτ η μουσική της ταινίας, η οποία παραφράζει διάσημα τραγούδια μεσοπολέμου, αποσπάσματα από Πουτσίνι και την τέλεια πόλκα της γραφομηχανής του Λερόυ Άντερσον, το οποίο βρήκα και ακούω γράφοντας τις τελευταίες αυτές γραμμές.

Μην την χάσετε με τίποτα. Σπάνια βλέπει κανείς ταινίες των οποίων η απλότητα είναι τόσο κοφτερή που κόβει σαν διαμάντι

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Ένα ωραίο Σαββατόβραδο για θέατρο: "Angels in America" του Tony Kushner


Μια βδομάδα πριν από τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές, τέσσερις θεατρόφιλοι ξεκινήσαμε για τις ειδικά διαμορφωμένες θεατρικές αίθουσες στις παλιές αποθήκες της οδού Πειραιώς. Μετά από μια μικρή αναμονή στο Μετρό Πλακεντίας και αφού οδηγήσαμε την μισή Αθήνα, φτάσαμε στο πάρκινγκ του πολυχώρου, δίπλα από της Σχολή Καλών Τεχνών. Αφού μπήκαμε και πήραμε τα εισιτήριά μας από το ταμείο -ελέω πλαστικού χρήματος τα είχα προπληρώσει-, μας ειδοποιήσαν από τα μεγάφωνα ότι η παράσταση άρχιζε σε πέντε -ο θεός να τα κάνει- λεπτά.
Μπήκαμε να βρούμε τις θέσεις μας και εντυπωσιαστήκαμε από την φοβερή δουλειά που έχουν κάνει να διαμορφώσουν αυτούς τους χώρους σε εστίες καλλιτεχνικής προβολής. Αμφιθεατρική στοίχιση των θέσεων, καλαίσθητα μαύρα παραβάν να καλύπτουν τις αναπόφευκτες ατέλειες του παλιού βιομηχανικού χώρου, μεγάλη και βαθιά σκηνή κλπκλπ.
Είχαμε προετοιμαστεί ότι θα είναι ένα μεγάλο σε διάρκεια θεατρικό, είχα ακούσει εκ των προτέρων ότι διαρκέι περίπου τρεις ώρες! Θεώρησα υπερβολική την δήλωση αυτή, παρόλ' αυτά, και αποφάσισα να την αγνήσω, παρασύροντας και τους υπόλοιπους της παρέας... Συνολική διάρκεια του έργου: 190'! Ελαφρυντικό το ότι είναι πολύ ενδιαφέρον σαν κείμενο και κυλάει στρωτά και ωραία.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ

Στην Αμερική στα τέλη των 80's, ο Πράιορ Γουόλτερ, νεαρός ομοφυλόφιλος, εστέτ καλοαναθρεμμένο τυπάκι, μαθαίνει ότι έχει AIDS. Βρίσκει λοιπόν στιγμή την κηδεία της γιαγιάς του Εβραίου εραστή του, Λιούις, για να του ανακοινώσει την ασθένιά του. Ο Λιούις συντετριμμένος του ανακοινώνει ότι είναι πολύ αδύναμος για να τον βοηθήσει και να τον στηρίξει, και τον εγκαταλείπει μυξοκλαίγοντας. Από την άλλη, ο Τζόε Πητ, νεαρός μορμόνος, συντηρητικός και αναθρεμμένος με όλες τις εβαϊκές αρχές μιας παλαιών και θρησκοληπτικών αρχών οικογένειας, καταπιέζει την ομοφυλοφιλική του σεξουαλική ταυτότητα, εγκλωβισμένος σε έναν άσπιλο γάμο με την Χάρπερ, συναισθηματικά διαταραγμένη τύπισσα, με αλλοιωμένη από τα Βάλιουμ συνείδηση, η οποία ονειρεύεται με τα μάτια ανοιχτά και δέχεται επισκέψεις αγγέλων. Τέλος, δυναμικός πλην όμως διευθαρμένος δικηγόρος, ο Εβραίος Ρόυ Κον προσπαθεί να κρύψει τις ομοφυλοφιλικές του κατακτήσεις από ευρύ κοινό, με φόβο την καταστροφή της καριέρας του. Έχοντας ήδη εισχωρήσει στο βαθιά του γκέυ-λόμπυ, ο Ρόυ Κον κινεί τα νήματα από τις καριέρες ανθρώπων με ένα απλό τηλεφώνημά του, όμως ανα καλύπτει κι αυτός ότι έχει AIDS και ολοκληρώνει τις τελευταίες μέρες τις ζωής του σε ράντσο νοσοκομείου με νοσοκόμα μια πρώην Drag-Queen.

ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Όσο κι αν φάινεται από την υπόθεση ότι στο κέντρο του έργου τίθεται η ομοφυλοφιλία και η αποδοχή της από την κοινωνία, το πραγματικό κέντρο βάρους του έργου πέφτει στην επικοινωνία μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Τα δύο ζευγάρια έχουν προφανή προβλήματα ανταλλαγής συναισθημάτων και απόψεων, βασισμένα στις αδυναμίες της προσωπικότητάς τους, οι οποίος υποθάλπονται και καλλιεργούνται από την ίδια την κοινωνία.

Δεν πρόκειται όμως μόνο για εμπόδια στην επικοινωνία με τους άλλους. Οι ήρωες του έργου μαστίζονται από προβλήματα στην επικοινωνία με τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο δικηγόρος Τζόε Πητ προσπαθεί να πνίξει τον γκέυ σεξουαλικό προσανατολισμό του, επειδή θεωρεί μεν ότι δεν θα είναι αποδεκτό από την κοινωνία, αλλά και επειδή δεν συνάδει προς τα θεολογικά πιστεύω του. Η Χάρπερ Πητ καταπίνει φούχτες βάλιουμ, λόγω του ψύχους της σεξουαλικής της ζωής με τον Τζόε, κάτι για το οποίο κατηγορεί ανοιχτά τον εαυτό της. Έτσι καταφεύγει στην μονομερή επικοινωνία με αγγέλους μέσα στα ουτοπικά οράματά της. Από την άλλη, είναι εμφανές ότι ο δειλός Λιούις δεν συμπαραστέκεται στον προσβεβλημένο από AIDS Πράιορ διότι ο ίδιος ο Λιούις είναι αδύναμος ως άνθρωπος γενικώς, κι έχει εισέλθει στην σχέση με τον Πράιορ όχι λόγω έρωτα ή έλξης, αλλά για να αντλήσει δύναμη όντας σε σχέση με εκείνον. Η μετακύληση του βάρους επιχειρηματολογίας του στο ότι δήθεν δεν αντέχει να βλέπει τον Πάιορ να λυώνει από την ασθένεια, είναι κουραφέξαλα!

Ο Τόνυ Κούσνερ δημιουργεί ένα σύμπαν από γεγονότα και σκέψεις, οι οποίες περικλύουν όλη την κοινωνική πραγματικότητα των 80's: Ομοφυλοφιλία, AIDS, υφέρπουσα θρησκοληψία, πολιτικές ραδιουργίες, θάνατος, έρωτας, Τσέρνομπιλ, φτώχεια, κομμουνισμός, Ρόναλντ Ρήγκαν, τρύπα του όζοντος κλπκλπ.... Καταφέρνει και δεν τα κάνει αχταρμά, πολλώ δε μάλλον καταφέρνει να τοποθετήσει τον θεατή στο κέντρο της εποχής εκείνης, ο οποίος πλέον νομίζει ότι μυρίζει την δεκαετία αυτή. Η διείσδυσή του σε κάποια από αυτά τα θέματα, βέβαια, είναι λίγο επιφανειακή ή και διδακτική, όπως πχ ότι στο τέλος οι κακοί Εβραίοι πεθαίνουν και οι καλοί δημοκρατικοί αμερικανοί παίρνουν το λάβαρο της προόδου στα χέρια τους κλπ. Πάντως,σε κάθε περίπτωση, το κείμενο κυλάει εξαιρετικά ευχάριστα και σε κρατάει ξύπνιο παρά την έκτασή του!

ΠΟΛΥ ΛΙΓΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Η σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη ήταν εξαιρετική. Απέδωσε το κείμενο σε σχεδόν όλη του την έκταση με εικόνες και τεχνάσματα πολύ ευφυή. Το σκηνικό με τις παλιοσαβούρες κολλημένες σαν κολάζ στο πίσω μέρος του σκηνικού θύμιζαν το απερχόμενο παλιό πολιτικο-κοινωνικό σκηνικό που εμπόδιζε την αποδοχή της διαφορετικότητας σε κάθε επίπεδο. Μπρεχτικού τύπου -όπως πολύ σωστά παρατήρησε φίλος συνθεατής- τοποθέτηση των ηθοποιών σε καρέκλες το πίσω σκοτεινό μέρος της σκηνής ως μέρος του σκηνικού, όταν δεν έπαιζαν. Και, τέλος, εξαιρετική η χρήση των μικροφώνων! Στο κέντρο της σκηνής υπήρχαν τοποθετημένα έξι-εφτά μικρόφωνα με τα στηρίγματά τους, στα οποια μιλούσαν οι ηθοποιοί, γι να ακούγονται και όχι μόνο. Η υποχρέωση των ηθοποιών να παραμένουν μέσα στην απόσταση εμβέλειας του μικροφώνου, η οποια τους υποχρέωνε να μην μπορούν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον, ήταν δηλωτική της αδυναμίας όχ μόνο εξωτερικής αλλά και εσωτερικής επαφής των ηρώων. Ο Τζόε δεν μπορούσε να πλησιάσει την Χάρπερ, επειδή ο ηθοποιός έπρεπε να μιλάει στο μικρόφωνο. Αυτό υπογράμμιζε όμως και την αδυναμία εσωτερικής επαφής κι επικοινωνίας των ηρώων αυτών.

Για μια ακόμα φορά συγκλονιστικός ο Χρήστος Λούλης στον ρόλο του Πράιορ Γουόλτερ. Με εξαιρετική κινησιολογία και φοβερή πλαστικότητα στην εκφορά λόγου και στις κινήσεις του, απέδοσε εξαιρετικά τον χτυπημένο από AIDS ομοφυλόφιλο, μεγαλουργώντας στην σκηνή της αιμορραγίας. Φινέτσα, αντρίλα, αυτοπεποίθηση, έλλειψη οποιασδήποτε κλάψας για την μαύρη του μοίρα, και πόνος που καλυπτόταν με οξύ χιούμορ, ο Λούλης παρέα με τον σκηνοθέτη Νίκο Μαστοράκη, ήταν ο καλύτερος λόγος για να παρακολουθήσει κανείς την παράσταση αυτή. Αποκάλυψη η Ζέτα Δούκα ως Χάρπερ Πητ, με αρμονικά δραματικό υφος, συναισθηματικα αλωμένη και νοητικά λειψή, με οριακή κοριτσίστικη αφέλεια και ισορροπία στις σκηνές αλοφροσύνης. Καλά θα κάνει να κοιτάξει την καριέρα της αυτό το κορίτσι, γιατί έδειξε ότι αν θέλει μπορεί. Εύστοχος, σοβαρός και με πηγαά αίσθηση του μέτρου, ο Δημήτρης Λιγνάδης ήταν εξαιρεικός ως πανίσχυρος δικηγόρος Ρόυ Κον. Έφερε έναν ρόλο, που έχει στοιχειώσει ο Αλ Πατσίνο, εντελώς στα μέτρα του, και μεγαλούργησε. Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος και Θανάσης Ευθυμιάδης πέρασαν και δεν ακούμπησαν, χωρίς να κάνουν ενοχλητικά άσχημες ερμηνείες.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Εξαιρετική παράσταση, αρκετά μεγάλη σε διάρκεια, αρκετά πυκνή σε νοήματα, αλλά άξιζε πραγματικά τον κόπο. Όσοι ήσαστε τυχεροί την είδατε. Του χρόνου πάλι...

Καλή αρχή!

Καλή αρχή...! Αν και δεν ξέρω ακριβώς για ποιον λόγο δημιούργησα αυτό το μπλογκ. Ποια πηγαία ανάγκη με οδήγησε να μοιράζομαι δημόσια τις σκέψεις μου... Σίγουρα πάντως το θέμα αξίζει να ερευνηθεί.
Γιατί κάποιος να θέλει να δημοσιοποιούνται οι σκέψεις του? Είναι άραγε το ίντερνετ ο σωστός -ας πούμε- τρόπος να εκφράζεις θέσεις ή απόψεις? Αξίζει άραγε να διαβάζει κανείς τις απόψεις κάποιου, χωρίς την δυνατότητα αμεσης αντίδρασης σε αυτές, είτε θετικής ή αρνητικής?
Αυτό που έχω να ελπίσω πάντως, είναι ότι αυτός ο χώρος δεν θα αφιερωθεί στην ανταλλαγή δηκτικών σχολίων, αλλά σε μια προσπάθεια ανταλλαγής καλλιτεχνικών, επιστημονικών, πολιτικών, αθλητικών και γενικών σκέψεων πάνω στις προσλαμβάνουσες στις οποίες μοιραία βρισκόμαστε καθημερινά εκτεθειμένοι. Και ευτυχώς που είμαστε εκτεθειμένοι, διότι δοαφορετικά δεν θα είμασταν πολίτες.
Είμασι αρχάριος στην διαχείρηση blog, οπότε αν υπάρχει κάποιος εμπειρότερος από εμένα στην διαδικασία αυτή, παρακαλώ για την βοήθειά του.
Επικοινωνείτε με σχόλια κάτω από τις αναρτήσεις, μέσω mail στο christostsiftsis@gmail.com ή με εσωτερική αλληλογραφία στο facebook.

Καλή αρχή!