Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

MovieReactor: The rite (Η τελετή - 2011)

Η ΤΕΛΕΤΗ (The rite 2011)
Ή ΜΠΙΖΕΛΟΣΟΥΠΑ ΜΕ ΠΡΟΣΟΥΤΟ

Για να αντέξει κανείς μια κρύα και βροχερή, γεμάτη κεραυνούς νύχτα, αποκλεισμένος και εγκλωβισμένος κάπου στα βουνά της Πίνδου, αυτό που πρέπει να κάνει είναι να προσαρμόσει τη διάθεσή του στις συνθήκες πουεπικρατούν τριγύρω του. Και αυτό γίνεται όταν σε μια τέτοια τρομακτική νύχτα, κατακλυσμένη από τα άγρια αλλά αγνά στοιχεία της φύσης, αποφασίζεις να δεις μια ταινία τρόμου. Κι αυτό έκανα κι εγώ. Έστω κι αν η ταινία δεν ανταποκρίθηκε στις υψηλές απαιτήσεις της νύχτας αυτής. «Η τελετή», του Μάικλ Χάφστρομ:

Νεαρός σέξυ παπάς (Κόλιν Ο’ Ντόναχ) αποφοιτά από την καλογερική σχολή και ταλαντεύεται αν θέλει να κρατήσει την νεκροεπιχείρηση του μπαμπά ή να ασχοληθεί με την ιεροσύνη. Οι σούπερ ντούπερ ύμνοι που διαβάζει σε μια μελλοθάνατη τύπισσα αναγκάζουν τον μεγαλοκαθηγητή του να τον προωθήσουν σε θέση εξορκιστή. Ο σέξυ παπάς αμπαλάρει τα μπογαλάκια του και την κάνει για Βατικανό, στη σχολή εξορκιστών. Εκεί, ο μέγας μαγίστρος / καθηγητής εξορκισμών αντιλαμβάνεται τα σούπερ ντούπερ προσόντα του σέξυ παπά και του προτείνει να πάει σε γέροντα εξορκιστή (Άντονυ Χόπκινς) που γνωρίζει όλα τα κόλπα… Ο γερο-παράξενος εξορκιστής του μαθαίνει πέντε – δέκα κολπάκια, τον καλεί σε ζωντανή επίδειξη εξορκισμού και τον αφήνει να συμμετάσχει σε εξορκισμό πνεύματος από σώμα εγκύου ιταλίδας. Οι επιπλοκές που ακολουθούν τον εξορκισμό αυτό, όμως, προβληματίζουν τον νεαρό παπά, ο οποίος επηρεάζεται και από τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ο τρόμος, όμως, κλιμακώνεται, όταν περίεργα πράματα αρχίζουν να συμβαίνουν στον νεαρό παπά, κυρίως σχετικά με την αλλόκοτη συμπεριφορά του γερο-εξορκιστή. Συμπεριφορά, η οποία αρχίζει να γίνεται από αλλόκοτη σε απόκοσμη…

Ο νεαρός σκηνοθέτης Μάικλ Χάφστρομ τρελαίνεται για τα θρίλερ. Το πρόβλημα είναι ότι σκηνοθετεί την μια πατάτα πάνω στην άλλη. Αυτή την φορά μας αιφνιδιάζει αρχικά με μια πολυδιαφημισμένη παραγωγή, υποστηριζόμενη από το βαρύτιμο όνομα ενός από τους κορυφαίους ηθοποιούς της περασμένης γενιάς, του Άντονυ Χόπκινς. Για να δούμε τελικά αν το εγχείρημα αυτό άξιζε τελικά τα λεφτά του ή όχι.

Η ταινία ξεκινάει στην Αμερική. Πιστός στην ευκολία που του παρέχει το δόγμα του αμερικάνικου ονείρου, ο σκηνοθέτης θέτει στο κέντρο της ιστορίας του έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει ξεπεράσει κάθε οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο μέσος σύγχρονος φορολογούμενος, και καταναλώνει τον χρόνο του αναρωτώμενος τι θα κάνει στην ζωή του. Σαν να βλέπεις αμερικάνικες σειρές των 00’ς, ο νεαρός κάνει τζόγκιν, πηγαίνει γυμναστήριο, φτιάχνει το μαλλί, είναι τρομερά απασχολημένος και προβληματισμένος με τα φοβερά και τρομερά papers που τους βάζουν στη θεολογική σχολή, τρώει πάντα δείπνο μαζί με τον πατέρα του, και –φυσικά- έχει την δυνατότητα να αναρωτηθεί τι θέλει από το μέλλον του και κατά πόσον η δουλειά που θα κάνει του αρέσει. Το πρώτο μέρος της ταινίας είναι σαν διαφήμιση της κοκακόλα, μας λείπει μόνο ο κοκκινοσκουφίτσος Άη Βασίλης και το six-pack.

Κάπου εκεί συμβαίνει ένα ατύχημα. Φορτηγό χτυπά ποδηλάτισσα μπροστά στα μάτια του νεαρού παπά καθώς αυτός βολτάρει με τον καθηγητή του. Πάει πάνω από την ετοιμοθάνατη και την ψέλνει ψαλμούς συγχώρεσης που μόλις του κατέβηκαν από το τσερβέλο, κι εκεί ο καθηγητής του αντιλαμβάνεται ότι το παλικάρι έχει μέλλον. Το τυχαίο γεγονός του ατυχήματος καθορίζει την συνέχεια της ταινίας, ανατρέποντας την ειλημμένη απόφαση του νεαρού να παρατήσει την ιεροσύνη. Παλιομοδίτικη τεχνική να βάζεις ένα τυχαίο γεγονός να ανατρέψει μια απόφαση του πρωταγωνιστή, θυμίζει εποχές Ανεξάνδρου Δουμά και Καρόλου Μποντλαίρ, δεν είναι ενοχλητική όμως.

Ο νεαρός στέλνεται στην Ρώμη, για να σπουδάσει δαιμονολογία και εξορκισμό στο Βατικανό. Το high-tech σπουδαστήριο με διαδραστικούς πίνακες, λάπτοπ ανά σπουδαστή και οθόνες αφής έρχονται σε προφανή αντίθεση με την αναγεννησιακή εκκλησία του Αγίου Πέτρου που δεσπόζει στο Βατικανό, μια προσπάθεια του σκηνοθέτη να προκαλέσει το μάτι αλλά και το γέλιο του θεατή. Καθόλου κακό.

Ο παπάς προωθείται χάρη στις επιδόσεις και τις γνωριμίες του, και ο ιταλός καθηγητής του, του προτείνει να επισκεφτεί τον «Ουαλό», διάσημο γέρο εξορκιστή από την Ουαλία, για να μάθει τον εξορκισμό στην πράξη. Εκεί γίνεται η πρώτη γνωριμία του θεατή με τομεγάλο αστέρι της ταινίας, τον Άντονυ Χόπκινς, με εντυπωσιακά απλή πρώτη εμφάνιση. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί τον γερο-παράξενο αυτόν εξορκιστή σε ένα παραμελημένο παλιό ξύλινο σπίτι, με μαγκούρα, ρυτίδες και το απαραίτητο μεσογειακό ψάθινο καπέλο. Τίποτα πάνω του δεν θυμίζει ιερέα, πόσο μάλλον πρωτο-εξορκιστή. Ο Ουαλός προσκαλεί τον νεαρό να συμμετάσχει στον εξορκισμό που έχει κανονισμένο για την ημέρα εκείνη, τον διαβάζει διεκπεραιωτικά δυο τρεις ψαλμούς, και εξορκίζουν δαιμόνιο από νεαρή έγκυο ιταλίδα. Η τελετή είναι πολύ διαδικαστική και καθόλου τρομαχτική, καμία σχέση με όλες εκείνες τις τρομαχτικές και υποβλητικές σκηνές εξορκισμού που έχουμε συνηθίσει, κάτι που μειώνει το κλίμα της ταινίας, αλλά προσδίδει σε αληθοφάνεια και εγκυρότητα.

Από εκεί και πέρα, όμως, ξεκινά το παράλογο. Ένα βραχιόλι, κάτι βατράχια κι ένα μαύρο άλογο με κόκκινα μάτια εισβάλουν στην ταινία, μετατρέποντάς την σε παραμυθάκι που λένε οι γονείς στα παιδιά για να φάνε όλο τους το φαγητό. Η έγκυος ιταλίδα ξαναδαιμονίζεται, το ηθικό καθήκον του βέρου αμερικάνου (βλ ιράκ, ιράν, λιβύη κλπ) υπαγορεύουν στον νεαρό παπά να την σώσει, ο μπαμπάς του νεαρού πεθαίνει, και παρόλ’ αυτά ο νεαρός μιλάει μαζί του στο τηλέφωνο, και κάπου στριμωγμένο σε όλα αυτά ένα ειδύλλιο ξεκινά με νεαρή συμφοιτήτρια.

Κι εκεί που πιστεύαμε ότι η ταινία θα εξελιχθεί σε γλυκανάλατη πατάτα, έρχεται η τελευταία σκηνή, η οποία αποζημιώνει μερικώς την υπομονή του θεατή να ανεχθεί ό,τι ακαταλαβίστικο έχει βιώσει το προηγούμενο μιαμισάωρο. Μια αρκετά δυνατή στιγμή εξορκισμού με μια πολύ καλή ερμηνεία από τα παλιά για τον Άντονυ Χόπκινς.

Ο σκηνοθέτης απογοητεύει για τον εξής λόγο: στην αρχή μας παραθέτει μια ιστορία γεμάτη στα κλισέ του αμερικάνικου ονείρου, στη συνέχεια μας μεταφέρει στο ιστορικό σκηνικό της Ρώμης, αραδιάζοντάς μας χίλια δυο σύμβολα της χριστιανικής θρησκείας και του αποκρυφισμού χωρίς νοηματική αλληλουχία, για να ολοκληρώσει την ιστορία του με μια δυναμική σκηνή τελετής εξορκισμού, στην οποία φαίνεται ότι στήριζε ολόκληρη την ταινία του. Η ανισότητες της ταινίας γίνονται εμφανείς σε σημείο που ο θεατής νιώθει ότι ο σκηνοθέτης νοιάστηκε μόνο για την τελευταία σκηνή, και όλη η προηγούμενη ιστορία ήταν απλά για να γεμίσει τη μιαμισάωρη διάρκεια που πρέπει να έχει μια ταινία.

Δεν γνωρίζω αν ήταν στις προθέσεις του σκηνοθέτη, πάντως η ταινία αναδεικνύει την διαφορά ιστορικού βάθους του πολιτισμού ενός ευρωπαϊκού κράτους σε σχέση με τον αμερικάνικο. Ειδικά η επιλογή της Ιταλίας και δη της Ρώμης ως τοποθεσία εξέλιξης του δευτέρου μισού της ταινίας, είναι πολύ εύστοχη και φωτίζει την υπεροχή και την ακτινοβολία μιας παράδοσης δύο χιλιάδων ετών σε αντίθεση με την αμερικάνικη παράδοση.

Η σκηνογραφία είναι το δυνατό σημείο της ταινίας. Με τοποθεσίες όπως η Ουγγαρία, η Ρώμη και οι καλές περιοχές μιας σύγχρονης αμερικάνικης πόλης, γίνεται εύκολο το έργο του σκηνογράφου, ο οποίος καλείται να αναδείξει τις ομορφιές από έτσι κι αλλιώς όμορφα μέρη. Το σπίτι του γερο-εξορκιστή είναι παραδοσιακό, ενισχύοντας στα μάτια του θεατή την παλαιότητα των ύμνων των εξορκισμών, δηλαδή τα βασικά εργαλεία που θα χρησιμοποιήσει στην ιστορία ο γερο-ξεκούτης εξορκιστής. Το δε high tech σπουδαστήριο στο υπόγειο του Αγίου Πέτρου είναι εντυπωσιακό.

Οι ερμηνείες της ταινίας είναι πολύ καλές. Ο νεαρός ιρλανδός ηθοποιός Κόλιν Ο’ Ντόναχ είναι όσο κρύος, μαλθακός και τρωτός πρέπει, όπως αρμόζει σε έναν μαθητευόμενο που καλείται να κάνει πράγματα πέρα από τις δυνατότητές του. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι ο βετεράνος Άντονυ Χόπκινς θα ήταν καλός. Ειδικά στην τελευταία σκηνή, όμως, βλέπουμε ψήγματα Χάνιμπαλ Λέκτερ, απογειώνοντας την σκηνή σε επίπεδα ιδιαίτερης δυναμικότητας.

Μια ταινία που ξεχνιέται μεν γρήγορα, βλέπεται δε ευχάριστα, αξίζει ίσως να αφιερώσει κανείς δυο ώρες, για να παρασυρθεί σε ένα σχετικά απόκοσμο κλίμα, χωρίς τρόμο αλλά με κάποια στοιχεία σασπένς, απορρίπτοντας τα χαζά και ανούσια σύμβολα που πετάει ο σκηνοθέτης, προσπαθώντας εις μάτην να ανεβάσει σε επίπεδο την ιστορία του. Δείτε την νύχτα με μεγάλη παρέα, κουβάδες ποπκόρν και κρύες φτηνές μπύρες.

MovieReactor: El espinazo del diablo (2001)

EL ESPINAZO DEL DIABLO (2001)
Ή ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΩΝ ΠΡΩΗΝ

Το καλοκαίρι είναι σίγουρα η εποχή που οι τάσεις ραθυμίας αυξάνονται, ειδικά αν είσαι απομονωμένος κάπου στα καταπράσινα πλέον βουνά της Πίνδου. Κι εκεί που διώχνεις την ενοχλητική και ζαβλακωμένη μύγα από το χέρι σου που σε γαργαλάει, κάπου εκεί έχεις την ανάγκη να σκοτώσεις δυο ωρίτσες βλέποντας μια ταινία που θα σε ταξιδέψει μακριά από τις βουνίσιες εικόνες της φύσης που είσαι υποχρεωμένος να βλέπεις καθημερινά. Η σημερινή ταινία, λοιπόν, θα έπρεπε να μην εξελίσσεται σε βουνό…

Κάπου στην έρημο, λοιπόν, της λαβωμένης από τον εμφύλιο πόλεμο Ισπανίας, γύρω στο 1950, βρίσκεται ένα κτήριο όπου στεγάζονται παιδιά που έχουν χάσει τους γονείς τους από τις εμφύλιες εχθροπραξίες. Το ίδρυμα αυτό είναι πλήρως οργανωμένο: με κοιτώνες, προσωπικό, δασκάλα, εργάτες, εργαστήριο και, φυσικά, ένα φάντασμα. Ο μικρούλης πρωταγωνιστής μπαίνει στο ίδρυμα μετά τον θάνατο του πατέρα του και αρχίζει σιγά σιγά να μαθαίνει τα μυστικά του χώρου και της ιστορίας του: πριν από χρόνια ένα παιδάκι δολοφονήθηκε και τώρα ζητά εκδίκηση από τον τάφο. Παράλληλα, νεαρός εργάτης του ιδρύματος προσπαθεί να ανακαλύψει πού βρίσκονται κρυμμένοι ράβδοι χρυσού στο οίκημα, χρησιμοποιώντας σαν κάλυψη την εργασία που παρέχει, τον υποτιθέμενο έρωτά του για μια νεαρή οικονόμο και τις σεξουαλικές υπηρεσίες που παρέχει σε ηλικιωμένη δασκάλα. Οι ιστορίες του νεαρού εργάτη και του φαντάσματος κάπου ενώνονται, και τότε αρχίζει το ξεκαθάρισμα.

Ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, γνωστός στην Ελλάδα ως δημιουργός του «Λαβύρινθου του Πάνα», κάνει ντεμπούτο στα μεγάλα σαλόνια της σκηνοθεσίας, υπογράφοντας ένα θρίλερ που ανταποκρίνεται πλήρως στην ισπανική παράδοση του είδους: κρυμμένα μυστικά, παραφυσική δραστηριότητα, παιδιά ως πνεύματα, παραδοπιστία και πλήρεις, ραφιναρισμένοι χαρακτήρες. Αρκεί ο καθένας από μας να αποφανθεί αν τελικά πέτυχε το εγχείρημά του.

Η ταινία, που στα ελληνικά μεταφράζεται ως «η ραχοκοκαλιά του διαβόλου» ξεκινάει με την είσοδο του μικρού πρωταγωνιστή στο ίδρυμα. Η υποδοχή που του επιφυλάσσουν τα υπόλοιπα παιδιά δεν είναι και τόσο θερμή στην αρχή. Το πρώτο βράδυ τον βάζουν να πάει να πάρει νερό από την κουζίνα, που βρίσκεται έξω από το κτήριο των κοιτώνων. Εκεί το παιδί έχει την πρώτη του επαφή με «εκείνον που αναστενάζει», δηλαδή με το πνεύμα του νεκρού παιδιού. Η φάτσα του πνεύματος είναι αποκρουστική: τα μάτια του είναι απόκοσμα, το δέρμα του έχει το χρώμα του εκρού του νεκρού, και έχει μια πληγή στο μέτωπο απ’ όπου βγαίνει αίμα. Το αίμα βγαίνει παράξενα από την πληγή, σαν να είναι βυθισμένο το κεφάλι του μικρού σε νερό, και το αίμα που βγαίνει από την πληγή σα να διαλύεται στο νερό. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, από την αρχή του έργου, ότι ο δολοφονημένος μικρός πνίγηκε.

Στη συνέχεια, η ταινία εστιάζει στον παραδόπιστο εργάτη, ο οποίος πουλάει έρωτα σε μια οικονόμο και παρέχει οργασμούς στην μεσήλικα δασκάλα. Με το μυαλό στον χαμένο χρυσό του ιδρύματος, καλοβλέπει το χρηματοκιβώτιο που βρίσκεται σε κρυφή εσοχή στον τοίχο της κουζίνας. Ο σκηνοθέτης από την αρχή χρωματίζει τον χαρακτήρα αυτόν με χρώματα αντιπάθειας, ουδέποτε καταφέρνει ο τύπος αυτός να γίνει οικείος στον θεατή.

Ο μικρός πρωταγωνιστής προσπαθεί να δεθεί με τα υπόλοιπα παιδάκια του ιδρύματος, και σώζει τον αρχηγό των παιδιών από πνιγμό στο σκάμμα, στο υπόγειο της κουζίνας. Γίνεται τσακωτός, όμως, από τον εργάτη, και γλυτώνει από τα χέρια του με μια χαρακιά στο πρόσωπο. Το περιστατικό αυτό κάνει τον μικρούλη να δεθεί με τα υπόλοιπα παιδάκια, και όλα μαζί γίνονται μια αδιάσπαστη ομάδα και μοιράζονται τους φόβους τους για το φάντασμα που υπάρχει μέσα στο ίδρυμα.

Ο εργάτης δεν το βάζει κάτω και, στην προσπάθειά του να ανατινάξει το χρηματοκιβώτιο, τραυματίζει θανάσιμα την μεσήλικα δασκάλα, σκοτώνει πολλά παιδιά και τραυματίζει σοβαρά τον διευθυντή του ιδρύματος. Στα ερείπια, πια, του ιδρύματος, εξελίσσεται το τελευταίο μέρος της ιστορίας, όπου ο νεαρός ψάχνει για τον θησαυρό, τα παιδιά ενώνονται και εξοπλίζονται για να τον αντιμετωπίσουν και το φάντασμα ζητά την εκδίκησή του.

Σε ένα αρκετά καλό, αν και πολυφορεμένο σενάριο, θα περίμενε κάποιος περισσότερο σασπένς, περισσότερες ευκαιρίες για τρόμο και πιο δυνατή σκηνοθεσία. Αντ’ αυτού, ο σκηνοθέτης προτιμά να γυρίσει την ταινία από τα στοιχεία θρίλερ που περιείχε στην αρχή σε ένα παραφυσικό δράμα, όπου η αποκάλυψη στο τέλος είχε γίνει αντιληπτή μισή ώρα πριν το φινάλε.

Η αποδυνάμωση του τέλους πρέπει να οφείλεται σε λανθασμένες επιλογές στην δομή του έργου. Η κοιλιά που κάνει το έργο μετά την έκρηξη στην κουζίνα, δεν μπορεί να συμμαζευτεί, αφού πλέον δεν υπάρχουν γεγονότα να στηρίξουν τις σκηνές που ακολουθούν. Η οργάνωση και η προσπάθεια να εξοπλιστούν τα παιδιά είναι πολύ βαρετή, επιφανειακή και σε κάνει να νοσταλγείς ταινίες τύπου «Ο πόλεμος των κουμπιών». Ο θάνατος του διευθυντή του ιδρύματος περνάει στο ντούκου, χωρίς να σε κάνει να εκτιμήσεις όσο θα έπρεπε τα τελευταία δευτερόλεπτα της ταινίας.

Αυτό που βοηθάει, όμως, στη δημιουργία ενός κάποιου θριλεράτου κλίματος, τουλάχιστον στην αρχή του έργου, είναι η μουσική. Με τα βαθιά έγχορδα να παίζουν ακανόνιστα αργούς ρυθμούς, ο θεατής περιμένει με πραγματική αγωνία την άφιξη του φαντάσματος.

Γενικώς, όμως, η ταινία υποπίπτει στο μεγαλύτερο λάθος για θρίλερ: το κλίμα. Πολύ μεγάλα μέρη της ταινίας εξελίσσονται την ημέρα, με αποτέλεσμα να χάνεται η συνοχή των υποβλητικών σκηνών, οι οποίες φυσικά εξελίσσονται νύχτα. Η φωτογραφία, επίσης, είναι μέτρια, όπως στα περισσότερα ισπανικά θρίλερ. Οι Ίβηρες δεν επιλέγουν φακούς σκοτεινούς και υποβλητικούς, προτιμούν φωτεινά και ρεαλιστικά χρώματα, κάτι που στερεί στοιχεία από τη δημιουργία θριλεράτου κλίματος.

Η μεγαλύτερη αστοχία για μένα, όμως, γίνεται με την βόμβα. Στο κέντρο της αυλής του ιδρύματος βρίσκεται καρφωμένη στο χώμα μια βόμβα, υπόλειμμα από τους βομβαρδισμούς του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Ένας εμπνευσμένος σκηνοθέτης θα είχε αξιοποιήσει το ωραίο αυτό σεναριακό εύρημα ως σύμβολο αντιπολεμικό και εφαλτήριο καταγγελίας για τον εμφύλιο πόλεμο που μάστιζε για χρόνια την χώρα. Αντ’ αυτού, ο σκηνοθέτης απλά την αξιοποιεί σαν ένα ιδιαίτερο ντεκόρ και τίποτα παραπάνω.

Οι ερμηνείες είναι καλές, τίποτα ενοχλητικό, τίποτα σημαντικό. Η αξιοποίηση δύο κορυφαίων ισπανών ηθοποιών, όπως της Μαρίσα Παρέδες ως μεσήλικα δασκάλα και του Φρεντερίκο Λούπι ως διευθυντή του ιδρύματος ήταν εντελώς άστοχες, αφού η μικρή έκταση των ρόλων τους δεν τους έδωσε την δυνατότητα να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους.

Γενικώς, μου μένουν καλές εντυπώσεις από ένα θρίλερ καθόλου πρωτότυπο, πάντως ευχάριστο να το βλέπει κανείς. Καμία σχέση με κορυφαία ισπανόγλωσσα θρίλερ όπως το «Ορφανοτροφείο» ή ο «Λαβύρινθος του Πάνα», αλλά σε κάθε περίπτωση αξίζει να το δει κάποιος για να περάσει όμορφα, χωρίς τρόμο, αλλά με συμπαθητικό κλίμα, καλές ερμηνείες και προβλέψιμες ανατροπές. Δείτε την με τρεις τέσσερεις φίλους, παγωτό και κρύο κόκκινο κρασί.