Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

MovieReactor: Τα μυθικά πλάσματα του Νότου

ΤΑ ΜΥΘΙΚΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ (2012)
Ή Χημεία φαντασίας με πραγματικότητα


 Είναι σίγουρα θέμα χρόνου. Βεβαίως και θέμα επιλογών ή μάλλον τύψεων. Τύψεων, διότι όταν δικαίως αποφασίζεις να ασχοληθείς και να αφιερώσεις χρόνο στο χόμπι σου, τότε κατατρύχεσαι από εκείνη τη φαγούρα των τύψεων που σου υποβάλλει την κρίσιμη και αιώνια παρατήρηση: «τώρα θα μπορούσες να διαβάζεις για τη δουλειά σου ή για την επιστήμη σου». Τελικά όμως, ίσως χρειάζεται και η πολύωρη κάποια στιγμή αφιέρωση στο χόμπι σου, ίσως μέσα από αυτό έρχεται η ολοκλήρωση του ανθρώπου –και βέβαια όχι του επιστήμονα ή του επαγγελματία-. Πλην όμως, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα και σφίγγω τα χείλια μου από απορία και συνειδητοποίηση, ίσως κι έτσι έρχεται η ολοκλήρωση του ανθρώπου σε κάθε πτυχή της ζωής του.

 Ακολουθώντας τις σκέψεις αυτές και μετανιωμένος για την υπερ-ετήσια απουσία μου από την οργανωμένα πολοκική παράθεση των σκέψεών μου περί κινηματογράφου, έσμπρωξα με τον δεξί αγκώνα τον τεράστιο φάκελο με τα περιουσιακά στοιχεία των πτωχών πλέον πελατών μου προς την άκρη του γραφείου μου και ακούμπησα ξανά τα πληκτρολόγιο για διασκέδαση. Μόλις πριν είχα τελειώσει μια ταινία που ελπίζω κανείς να μην στερήσει τον εαυτό του από τις συγκινήσεις και την ποιητικότητα που του επιφυλάσσει. Το δε σημερινό βροχερό σκηνικό είναι το ιδανικό για τα «Μυθικά πλάσματα του Νότου».

 Εξάχρονη φουντομαλλούσα ορφανή από μάνα ζει σε έναν καταυλισμό στα βουρκόνερα της Αμερικάνικης Λουιζιάνα σε μια αυτοσχέδια παράγκα με τον μπυρόνι – άνιμαλ πατέρα της και τους υπόλοιπους μαχητές της ζωής (καμιά πενηνταριά αφρο-άπλυτοι), οι οποίοι αρνιούνται να ζήσουν στην βιομηχανικά και ιατροφαρμακευτικά ανεπτυγμένη πόλη, από την οποία τους χωρίζει το μεγάλο Φράγμα. Η ημι-άγρια ζωή και η συνοχή της κοινωνίας αυτής πρόκειται να διαταραχθεί όταν μεγάλος όγκος νερού κατευθύνεται εναντίον της μέσω καταιγίδας. Το θαλασσινό νερό που πλημμυρίζει την κοινότητα έχει καταστροφικά διαβρωτικές συνέπειες στις αυτοσχέδιες εγκαταστάσεις που ζουν, οδηγώντας τους κατοίκους σε λανθασμένες επιλογές που επιβάλουν τον συγχρωτισμό με τους «εχθρούς», δηλαδή τους ανεπτυγμένους κατοίκους της πόλης. Τι θα γίνει όμως, όταν οι κάτοικοι της κοινότητας απαρνηθούν τον πολιτισμό και σχεδιάσουν απόδραση προς τον τόπο τους?

 Ο τριαντάχρονος πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Μπεν Ζάιτλιν υπογράφει μια ταινία που πλέκει την φαντασία με την πραγματικότητα με έναν τρόπο τόσο ιδιαίτερο που σφιχταγγαλιάζονται σαν την ένωση χημικών στοιχείων. Το εγχείρημά του ήταν πράγματι πολύ δύσκολο, και όχι μόνο πέτυχε, μα δημιούργησε καινούριους δρόμους μυθοπλασίας, ικανούς να εμπνεύσουν την καινούρια σειρά ταλαντούχων σκηνοθετών. Τα κύρια μοτίβα του, όπως η διαδικασία ανάληψης ευθυνών, ο φόβος και η περιέργεια, η διαφορετικότητα και τελικά η δυνατότητα επιλογής της αυτοδιάθεσης (όλα θα τα δούμε παρακάτω), δεν υπερτονίζονται, αλλά εκφράζονται έτσι ώστε ο θεατής να τα πάρει μαζί του όταν θα βγει από την κινηματογραφική αίθουσα, να τα έχει κάνει κτήμα του, αλλά να μην μπορεί να εκφραστεί πάνω σ’ αυτά. Και γι΄αυτό ακριβώς είμαστε εμείς εδώ.

 Δεν παίρνω θέση για τον αριθμό των μερών που διαιρείται η ταινία, σίγουρα όμως τα πρώτα περίπου δεκαπέντε λεπτά της είναι ο πρόλογος, όπου μας εισάγει σ’ αυτό το ιδιότυπο μόρφωμα κοινότητα, όπου ζουν πάνω από πεντακόσια άτομα δίπλα στον βαλτότοπο που δημιουργήθηκε από τον τυφώνα Κατρίνα το καλοκαίρι του 2005. Μια μικρή πόλη, χτισμένη από πέτρινα και πλίνθινα σπίτια, τσίγκους και παλιοσίδερα, όπου οι κάτοικοι διασκεδάσουν κάθε μέρα, αφού πρώτα φροντίσουν για την ανεύρεση του άρτου του επιούσιου. Η πρωτόγονη διάσταση της δομής αυτής της κοινωνίας βασίζεται σε παγανιστικά μορφώματα, κραυγές, ακατάπαυστο πιώμα και χορό, κάτι σαν ένα μυστήριο κράμα μοντέρνων πανηγυριών και γλεντιού ανθρώπων των σπηλαίων. Είναι μια κοινωνία που δεν προνοεί για το μέλλον, σκέφτεται τι θα φάει μόνο όταν πεινάσει και γλεντάει αντάμα με όλα τα μέλη της με βαρελότα, χορούς στα βαλτοτόπια και άναρθρες κραυγές.

 Σε όλα αυτά συμμετέχει και η μικρή Χάσπαπι, που μένει στην κοινότητα αυτή με τον πατέρα της, έχοντας χάσει πριν χρόνια τη μάνα της. Η μικρή είναι εκρηκτική, όλη η διαδικασία συμμετοχής στην γιορτή της κοινότητας πηγάζει από την ψυχή της και συμμετέχει με όλο της το είναι στη γιορτή, ενισχύοντας την ταυτότητα του ανήκειν στην ομάδα αυτή και δημιουργώντας κινηματογραφικά την ομορφότερη και ποιητικότερη σκηνή του έργου, όταν κρατάει δυο βεγγαλικά στα χέρια της και τρέχει προς την οπισθοχωρούσα κάμερα.

Το μάθημα που της κάνει ο πατέρας της στη συνέχεια, αφορά τους «εχθρούς», αυτούς δηλαδή που κατοικούν στην περιοχή πέρα από τα μεγάλα εργοστάσια. Την μαθαίνει να θεωρεί πως ο τρόπος και ο τόπος ζωής στην κοινότητα είναι ο ομορφότερος. Την επόμενη ημέρα η γυναίκα που μαθαίνει πέντε βασικά πράγματα στα παιδιά της κοινότητα, τους διδάσκει για το λιώσιμο τον πάγων, το τέλος του κόσμου τους από πιθανή πλημμύρα και ότι μέσα στους αρχαίους πάγους της αρκτικής βρίσκονται παγωμένα αρχαία πλάσματα που θα ξαναγεννηθούν αν λιώσουν οι πάγοι. Η μικρούλα Χάσπαπι δημιουργεί με το βλέμμα της φαντασίας της πέντε πελώρια αγριογούρουνα που ετοιμάζονται να χιμήξουν μόλις λιώσουν οι πάγοι που τα δεσμεύουν. Ήδη η φαντασία αρχίζει να περιπλέκεται με την πραγματικότητα. 
 Ελαφρώς τρομαγμένη, η μικρή γυρίζει στο σπίτι και αναζητά τον πατέρα της, ο οποίος φαίνεται να την έχει εγκαταλείψει. Μετά από σύντομη έρευνα, γυρίζει σπίτι και ξεκινά να μαγειρεύει, όπως έβλεπε τον πατέρα της να κάνει, ενώ συνομιλεί με την νεκρή μητέρα της. Μέσα στον πανικό της, παρατάει τη φωτιά αναμμένη και τρέχει να αναζητήσει τον πατέρα, και όταν τελικά τον βρίσκει στο δάσος ντυμένο με ρόμπα νοσοκομείου και καρτελάκι στον καρπό, εκείνος την απωθεί και της λέει ότι δεν μπορεί να την φροντίζει πια. Εκείνη φεύγει και βάζει φωτιά στο σπίτι, σαν μια προσπάθεια απαγκίστρωσης από τον πατέρα της και την φροντίδα του. 
Ενώ η φωτιά στο σπίτι μαίνεται, η μικρή βρίσκει ένα μεγάλο χαρτόκουτο και κρύβεται μέσα του, σχεδιάζοντας στα τοιχώματα του κουτιού σχεδιάκια με την ιστορία της ζωής της, ώστε κάποια στιγμή οι επιστήμονες μετά από πολλά χρόνια να ανακαλύψουν ότι εκεί κάποτε έζησε μια Χάσπαπι. Ο πατέρας της φτάνει εγκαίρως και τη σώζει από τις γλώσσες της φωτιάς. 
Η αρρώστια του πατέρα κάνεις την εμφάνισή της κι εκείνη προσπαθεί να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τον σώσει. Οι πάγοι λιώνουν και τα τέρατα είναι έτοιμα να ελευθερωθούν. Ο συμβολισμός των μυθικών πλασμάτων κάτω από τους πάγους μάλλον θα πρέπει να ερμηνεύεται ως ο αρχετυπικός φόβος προς αυτοσυντήρηση ή ως η μυθοποίηση από το παιδικό μυαλό των κινδύνων που καλείται να αντιμετωπίσει. Το λιώσιμο των πάγων, η απελευθέρωση των τεράτων και η πορεία τους προς τον καταυλισμό εμφανίζονται κάθε φορά που η μικρή καλείται να αντιμετωπίσει φόβους της καθημερινότητας, που για την βρεφική της ιδιοσυγκρασία φαίνονται σαν απειλή μυθικών τεράτων. Σε κάθε στάδιο εξέλιξης της ιστορίας θα σχολιάζουμε και την παρουσία των πλασμάτων αυτών στο μυαλό της μικρής. 
Η καταιγίδα έρχεται με αποτέλεσμα πολλοί από τους κατοίκους της κοινότητας να εγκαταλείπουν τους λίγους θαρραλέους και ξεροκέφαλους που αρνούνται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Ο πατέρας παίρνει την μικρή στο αυτοσχέδιο κατάλυμα για να προστατευθούν, και όταν καταλαβαίνει ότι η κόρη του έχει φοβηθεί από την καταιγίδα, βγαίνει έξω σε ημίτρελη κατάσταση με μια καραμπίνα και πυροβολεί τη βροχή. Έτσι, της λέει, θα αντιμετωπίσουν τα πράγματα. Με θάρρος, αντοχή και δύναμη. Οι πάγοι έλιωσαν και τα τέρατα πάτησαν έδαφος. 
Την επόμενη ημέρα η καταστροφή είναι μεγάλη για την κοινότητα. Τα πάντα έχουν πλημμυρίσει από φουσκωμένο θαλασσινό νερό. Εκατοντάδες σύντροφοι βρίσκονται πνιγμένοι στον πάτο του ξεχειλισμένου νερού. Ο πατέρας αποφασίζει να μάθει στην κόρη του να ψαρεύει, διότι δεν θα είναι για πολύ ακόμα ζωντανός. Τα τέρατα ξεκινούν τον καλπασμό τους προς τον καταυλισμό. 
Το επόμενη πρωί σε φιλικό σπίτι επιζησάντων, ο πατέρας αφηγείται στην κόρη του την ερωτική του ιστορία με τη μητέρα της. Η μικρή νιώθει ζεστασιά και κοιμάται χωρίς τέρατα τη νύχτα. Τις επόμενες ημέρες το αλάτι διαβρώνει τις αυτοσχέδιες παράγκες και καταστρέφει την κοινότητα. Η μετοίκιση είναι υποχρεωτική. Τα τέρατα καλπάζουν μέσα στην πόλη της κοινότητας, γκρεμίζοντας με τα κέρατά τους τα κτήρια. 
Για την αποστράγγιση των αλατισμένων βρωμόνερων, ανατινάζουν ένα μέρος του φράγματος, και η ροή του νερού προς την ελευθερία του αποκαλύπτει πτώματα, θάνατο και σαπίλα στους πλημμυρισμένους δρόμους της κοινότητας. Το ίδιο βράδυ ο πατέρας προσπαθεί να τονώσει το αίσθημα αυτονομίας της κόρης του, κάνοντάς την να θεωρήσει φυσιολογική μια ζωή χωρίς εκείνον να την προστατεύει, αφού άλλωστε δήθεν η μικρή δεν χρειάζεται προστασία. Τα τέρατα τρώνε καννιβαλιστικά τους γονείς τους (τους «δημιουργούς» τους). 
Η ανακοίνωση από κυβερνητικά όργανα για υποχρεωτική εκκένωση της περιοχής, που έρχεται την επόμενη μέρα, θέτει το θέμα της αυτοδιάθεσης του ανθρώπου. Οι κάτοικοι μέλη της κοινότητας δεν θέλουν να εγκαταλείψουν το σπιτικό τους, ακόμα κι αν οι συνθήκες βούρκου είναι ανθυγιεινές για διαβίωση. Η επιβολή του μέτρου αυτού γίνεται για το καλό των μελών της κοινότητας, οι οποίοι θα νοσηλευθούν σε νοσοκομεία και μετά θα κατοικήσουν σε καταλύματα εντός της πόλεως, αλλά εκείνοι δεν επιθυμούν να ξεριζωθούν από την περιοχή που έχουν μεγαλώσει, δεν θέλουν να απολέσουν ένα κομμάτι από την πολιτισμική τους ταυτότητα, έστω κι αν αυτό θα αντικατασταθεί από ένα «περισσότερο πολιτισμένο» στοιχείο (ας μου δείξει κάποιος τη ζυγαριά που ζυγίζει πολιτισμούς).  

Η μεταφορά των εναπομεινάντων μελών της κοινότητας στο νοσοκομείο της βιομηχανικά ανεπτυγμένης πόλης πίσω από το φράγμα γίνεται ομαλά, όχι όμως το ίδιο ομαλά και η απόδρασή τους από εκεί. Η τρωτή πλέον υγεία του πατέρα της μικρής είναι κάτι που εκείνη πρέπει να αναλάβει. Το φορτίου είναι βαρύ, και η μικρή θέλει να ξεφύγει και να πάει κοντά στη μαμά της, με την οποία δεν έχει πάψει να επικοινωνεί στο μυαλό της. Καταλήγει με τα πολλά σε ένα καμπαρέ, νιώθει πώς είναι να την φροντίζει μια γυναίκα, αλλά αναλογίζεται τις ευθύνες της απέναντι στον πατέρα της και γυρνά πίσω στον καταυλισμό που εντωμεταξύ έχει μεταφερθεί εκείνος από τους συντρόφους μέλη της κοινότητας. Έξω από το παράπηγμα που είναι ξαπλωμένος ο άρρωστος πατέρας, η μικρή Χάσπαπι βλέπει τα τέρατα να την πλησιάζουν καλπάζοντας. Σε μια ποιητικότατη σκηνή, τα πλάσματα σταματούν μπροστά της, εκείνη τους λέει ότι τώρα πρέπει να φροντίσει την οικογένειά της κι εκείνα γυρίζουν την πλάτη και φεύγουν μακριά. Ο βρεφικός φόβος απέναντι στις υποχρεώσεις που επωμίζεται η μικρή για την αυτοσυντήρηση της ίδιας και της οικογένειάς της υποχώρησε.
Κάθε μια σκηνή στην ταινία είναι πολύ προσεγμένη και δίνει κάτι παραπάνω να καταλάβουμε σχετικά με τις δομές της ιδιότυπης αυτής κοινωνίας, της σχέσης πατέρα κόρης, την απώλεια της μητρικής φιγούρας, της σύγκρισης του ανεπτυγμένου με τον διαφορετικό πολιτισμό κλπ. Μπορεί να μην παρακάμπτει μικρές δυσκαμψίες ντοκιμαντερίστικου στυλ, όμως η χρήση της κάμερας στο χέρι που σε βάζει να βρίσκεσαι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, η καταπληκτική μουσική που δεν εκβιάζει το συναίσθημα αλλά αναδεικνύει την ουσία, το σπουδαία δεμένο σενάριο το οποίο εκπλήσσομαι που μαθαίνω ότι προέρχεται από θεατρικό έργο και κυρίως η ανεπανάληπτη ερμηνεία της μικρής, κάνουν την ταινία να ισορροπεί μεταξύ της βαριάς, ακαδημαϊκής οπτικής και της εύκολης παρακολούθησης. 

Δεν δέχομαι σε καμία περίπτωση ότι η πραγματικότητα με τη φαντασία δεν διαχωρίζονται. Αν υπάρχει κάποια σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, αυτή διαλύεται σε λίγα δευτερόλεπτα, αλλά και πάλι δικαιολογείται απόλυτα, καθώς ουσιαστικά το βλέμμα του θεατή είναι το βλέμμα της εξάχρονης Χάσπαπι, η οποία με την βρεφική συνείδησή της αλλοιώνει πρόσκαιρα την πραγματικότητα για να την επαναφέρει στις αληθινές διαστάσεις της ταχύτατα, κάτι που σχηματικά αποτελεί απόδειξη ως στάδιο εξέλιξης προς την καταπολέμηση των αρχετυπικών φόβων και την ανάληψη ευθυνών απέναντι στον άρρωστο και τελικά ανήμπορο πατέρα της. Η μαγευτική διαπλοκή της πραγματικότητας με την φαντασία είναι ο ένας από τους δυο λόγους για τους οποίους θα μείνει η ταινία αυτή διαχρονικά.

Ο άλλος λόγος, φυσικά, και το μεγαλύτερο ατού της ταινίας είναι η συγκλονιστική ερμηνεία της εννιάχρονης ηθοποιού Κουενζανέ Γουόλις, η οποία με το πλούσιο βλέμμα της γεμάτο περιέργεια, φόβο, τσαντίλα, δυναμισμό, θάρρος, μια εκπληκτική παλέτα συναισθημάτων, δίνει ένα σπουδαίο μάθημα υποκριτικής που αξίζει πολλοί φτασμένοι οικονομικά ηθοποιοί να μελετήσουν. Το βλέμμα της γίνεται το πρίσμα υπό το οποίο αντιλαμβανόμαστε τις συναισθηματικές νότες και τις φανταστικές πινελιές που θέλει να περάσει ο σκηνοθέτης, και πραγματικά αν δεν ήταν τόσο υψηλού επιπέδου η ερμηνεία της, κανένα από τα νοήματα της ταινίας δεν θα μπορούσαν να μεταφερθούν στον θεατή και η ταινία θα ξέπεφτε σε μια οικολογικού περιεχομένου ταινιούλα λίγο πιο πάνω από την μετριότητα. Ας μην φανταστεί κανείς ότι θα δει κάτι πέραν μιας απλής, βαθειάς και εσωτερικής ερμηνείας, δηλαδή όλες τις δύσκολες και απαιτητικές ποιότητες που απαιτούνται για μια σπουδαία ερμηνεία.

 Η ταινία έχει σκηνές συγκινητικές, σκηνές που μπορούν να προκαλέσουν το δάκρυ, σκηνές έντασης, σκηνές σιχασιάς, σκηνές βουτηγμένες στη λάσπη, εντυπωσιακές σκηνές με λιώσιμο πάγων, σκηνές τρομερής ακαταστασίας μέσα στα καταλύματα (για τις αθεράπευτες νοικοκυρές αυτό) και σκηνές που κινητοποιούν πολλά συναισθήματα. Για να μην χάσει κανείς τις πλούσιες απολαύσεις που έχει να προσφέρει η ταινία, προτείνω να τη δει κάποιος μόνος του ή με μικρή παρέα, σε κλίμα τροπικόν και εύκρατον, με ένα ποτήρι κρασί και πιτοειδή τριγύρω του –αποφύγετε τα κρέατα-.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

MovieReactor: THE ARTIST (2011)

THE ARTIST (2011)
Ή «ΒΟΥΒΟΣ ΠΟΘΟΣ»

Δεν θα πω ψέματα: το χάρηκα πραγματικά που το σαββατοκύριακο που σιγά – σιγά τελειώνει ήταν κουραστικό. Κι αυτό γιατί μέσα στους τελευταίους τρεις μήνες έχω ζήσει ημέρες καταμεσής της εβδομάδας που είναι πιο ξεκούραστες κι από ένα ξεκούραστο σαββατοκύριακο, κι αυτό για έναν άνθρωπο που θέλει να νιώθει χρήσιμος στην κοινωνία είναι πολύ στενάχωρο. Αλήθεια, τι εννοούμε τελικά όταν μιλάμε για έναν άνθρωπο «χρήσιμο στην κοινωνία»? Κι αν ακούγεται λίγο ελιτίστικο, ή -για να το πω πιο κομψά- σαν απόσπασμα από Νίτσε, Τι εννοούμε όταν λέμε ότι ένας άνθρωπος είναι λειτουργικό –αυτό είναι πιο κομψό- μέρος μιας κοινωνίας? Άραγε ένας άνθρωπος που χάνει τη δουλειά του, όπως εγώ μετά τον στρατό, ή όπως ο πρωταγωνιστής της ταινίας “The Artist” είναι λειτουργικό μέλος? Κι αν ναι, πώς μπορεί να το αντιληφθεί αυτό ο ίδιος? Ή πώς μπορεί η κοινωνία να του το δείξει?

Νεαρός χιλιοεπιτυχημένος ζεν-πρεμιέ (Ζαν Ντυζαρντέν) του βωβού κινηματογράφου στα 1927 τρέφεται από τους καρπούς του κύματος επιτυχίας που έχουν οι ταινίες του. Με τα φιλικά χτυπήματα στον ώμο από τον πουρο-φόρο παραγωγό των ταινιών του και την μεγάλη αναγνωρισιμότητα ανάμεσα στις μάζες του πλατιού κοινού, ο ζεν πρεμιέ τρέφει όχι μόνο το στομάχι του, αλλά και το υπερτροφικό του «εγώ». Κι αφού καμία γυναίκα δεν μπορεί να του αντισταθεί, γιατί αυτό να γίνει τώρα? Γνωρίζει και γοητεύει νεαρή φιλόδοξη κομπάρσα (Μπερενίς Μπεζώ) , η οποία μαγεύεται τόσο από το κράμα γοητείας, επιτυχίας και οικονομικού πλούτου, ώστε την πιάνει ο ζεν πρεμιέ τσακωτή στο καμαρίνι του να χορεύει με το άδειο του σακάκι. Όμως, ο καιρός έχει γυρίσματα, και η κομπάρσα από κει που χόρευε με το άδειο σακάκι του ζεν πρεμιέ, αρχίζει και χορεύει με τα αστέρια του ομιλούντος πλέον κινηματογράφου. Συνεντεύξεις, πρωτοσέλιδα, φωτογραφίσεις, μεγάλοι ρόλοι και γενικώς μαζεμένα χαστούκια επιτυχίας την κάνουν πρώτο όνομα στην πιάτσα, αφήνοντας τον κακομοιρούλη ζεν πρεμιέ μονάχο του, σε ημι-αποτυχημένη κατάσταση να αγκαλιάζει τις παλιές μπομπίνες δόξας του με τις ταινίες του βωβού του κινηματογράφου. Ο ζεν πρεμιέ γίνεται μέθυσος, δεν δουλεύει καθόλου, βγάζει σε δημοπρασία τα περιουσιακά του στοιχεία για να μπορεί να αγοράζει το καθημερινό του κρασάκι της παρηγοριάς, απογοητεύεται, φτάνει σε ζοφερά σημεία απόγνωσης, πιάνει πάτο, κι εκεί έρχεται σαν την νεράιδα του παραμυθιού να του σηκώσει το σκυμμένο του πηγούνι το λεπτό χέρι της (πρώην) κομπάρσας.

Παραμύθι για μεγάλους σε ζοφερούς καιρούς ή μυθιστορηματική ιστορία της ανόδου και της πτώσης ενός ανθρώπου με τα χαρακτηριστικά του ήρωα που θα δούμε παρακάτω, αν η ταινία του Χαζαναβίσιους χαρακτηριζόταν από κάποιους αριστούργημα, τότε η υπερβολή τους θα είχε σίγουρα βάση. Ο σκηνοθέτης βάζει φαρδιά πλατειά την ανάλαφρη υπογραφή του σε ένα έργο – έμπνευση, μια ταινία ποίημα, μακριά από τις σκοτούρες του σύγχρονου θορυβώδους πολιτισμού. Κι αυτό περιγράφοντας μια ιστορία ενός επιτυχημένου ανθρώπου που καταστρέφεται.

Ο ζεν πρεμιέ Ντυζαρντέν απολαμβάνει το χειροκρότημα που του επιφυλάσσει το ενθουσιασμένο κοινό στην πρεμιέρα της ταινίας του στον κινηματογράφο. Υποκλίνεται και ξαναυποκλίνεται και ξαναματαυποκλίνεται, βγάζει και τον σκύλο – συμπρωταγωνιστή του στην ταινία να εισπράξει κι αυτός το χειροκρότημα που του αναλογεί και έξω από τον κινηματογράφο ποζάρει αυτάρεσκα και ναρκισσιστικά στους δημοσιογραφικούς φακούς, όταν τον σκουντάει ο γοητευτικότατος πωπός της νεαρής Μπεζώ, που είχε σκύψει να πιάσει κάτι που έπεσε από την τσάντα της. Ο φωτογραφικός φακός τους συλλαμβάνει μαζί και το πρωινό πρωτοσέλιδο γράφει φαρδιά πλατιά: ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ? Είναι η πρώτη φορά που η νεαρή κομπάρσα κλέβει κάτι από εκείνον: ζωτικό χώρο στην εφημερίδα δίπλα του, καθώς και ένα μικρό κομμάτι της λάμψης του.
Η νεαρή κομπάρσα περνάει από μια πολύ σύντομη οντισιόν και παίρνει έναν ρόλο χορεύτριας στην ταινία του Ντυζαρντέν. Εκείνος μεσολαβεί στον παραγωγό των ταινιών (Τζον Γκούντμαν) να της δώσει μικρό ρόλο στην επόμενη ταινία, όπως και γίνεται. Τα επόμενα χρόνια οι δυο ηθοποιοί συνεργάζονται αρμονικά και με την καθοδήγηση του πετυχημένου Ντυζαρντέν, η Μπεζώ παίρνει όλο και σπουδαιότερους ρόλους. Και οι δύο απομακρύνουν την άνθιση του υφέρποντος ερωτικού αισθήματος μεταξύ του παντρεμένου πρωταγωνιστή και της αρραβωνιασμένης δευτεραγωνίστριας.

Τα χρόνια περνούν και ο ομιλών κινηματογράφος κάνει την εμφάνισή του στις αίθουσες. Ο παραγωγός του Ντυζαρντέν αποφασίζει να συνταχθεί με το νέο κύμα παραγωγής και ανακοινώνει στον Ντυζαρντέν ότι πλέον ο ηθοποιός είναι παλιό γρανάζι του συστήματος και πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια. Κάτι τέτοιο τελικά συμβαίνει: ο Ντυζαρντέν αποφασίζει να γυρίσει μόνος του μια καινούρια βωβή ταινία, πηγαίνοντας κόντρα στις εξελίξεις, ενώ η Μπεζώ πρωταγωνιστεί σε μια καινούρια ομιλούσα ταινία. Κατ’ επιταγήν της μοίρας, η πρεμιέρα των δυο ταινιών συμπίπτει την ίδια μέρα. Το αποτέλεσμα προκαθορισμένο. Η βωβή ταινία του Ντυζαρντέν πάει άπατη και η ομιλούσα με σταρ την Μπεζώ σπάει τα ταμία.
Η αποτυχία για τον Ντυζαρντέν δεν είναι μόνο καλλιτεχνική αλλά και οικονομική. Μετά το κραχ του 1929, και αφού η εύπορη γυναίκα του τον χωρίζει, αναγκάζεται να πουλήσει σε δημοπρασία τα υπάρχοντά του και το ρίχνει στο ποτό. Η μεγάλη σταρ πλέον Μπεζώ αγοράζει κρυφά όλα του τα πράγματα στην δημοπρασία για να τον βοηθήσει. Απογοητευμένος και μέσα σε κρίση πανικού, ο πιωμένος Ντυζαρντέν βάζει φωτιά και καίει τις παλιές μπομπίνες των βωβών ταινιών του, σε μια ιψενικού βάθους σκηνή. Το κάψιμο των καλλιτεχνικών πονημάτων του, των καλλιτεχνικών παιδιών του δείχνει την ψυχολογική απομόνωση από τον κόσμο και την ανήμπορη θέλησή του να επανέρθει, δηλώνει όμως και την ψυχική του αδυναμία να σηκωθεί από το τέλμα που έχει φτάσει. Από την φωτιά λιποθυμά και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, από όπου τον παίρνει η Μπεζώ και τον κουράρει σπίτι της.
Εκεί ο μπάτλερ του φέρνει ένα σενάριο για έναν ρόλο που του αναθέτουν, πάντα με την μεσολάβηση της Μπεζώ. Ο πληγωμένος του εγωισμός πληγώνεται και στο επίπεδο του ανδρισμού του. Η γυναίκα φρόντισε για να βρει αυτός δουλειά? Η απόλυτη μαχαιριά στον εγωισμό του θα έρθει όταν θα ανοίξει μια αποθήκη στο σπίτι της Μπεζώ και θα βρει τα παλιά του έπιπλα και ρούχα που είχε πουλήσει στην δημοπρασία. Συνειδητοποιεί ότι ζούσε τον τελευταίο καιρό με λεφτά που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο του είχε δώσει εκείνη. Πειραγμένος, πληγωμένος και ταπεινωμένος φεύγει από το σπίτι της και καταφεύγει στο δικό του, με σοβάδες καπνισμένους και τοίχους μαυρισμένους από τη φωτιά, κρατώντας ένα όπλο στο χέρι.

Δεν ξέρω τι επίθετα θα κολλήσουν στην ταινία διάφοροι κινηματογραφόφιλοι, είμαι σίγουρος όμως ότι το πιο αυθεντικό επίθετο θα ήταν «απλή». Η ταινία αντιμετωπίζει με μια επιφανειακή απλότητα τα ζητήματα που τελικά προσπερνάει, έχοντας πολύ λίγες συναισθηματικές εξάρσεις και μικρή ενασχόληση με κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα είτε της εποχής αναφοράς είτε της σημερινής εποχής. Ίσως μπορούμε να αναφέρουμε το ζήτημα της κοινωνικό-ερσαγιακής πάλης των δύο φύλων, αλλά το ζήτημα αυτό δεν τίθεται στον πυρήνα, απλά επηρεάζει τις αντιδράσεις του πρωταγωνιστή. Ο σκηνοθέτης δεν θέλει να το αναλύσει, θέλει όμως να το χρησιμοποιήσει για να οδηγήσει τον πρωταγωνιστή στο μπαρουτοκαπνισμένο σπίτι του και να έχουμε το συναισθηματικό φινάλε της ταινίας.
Η απλότητα φαίνεται στο ότι δεν θέλει να ασχοληθεί με τα παραπάνω θέματα, διότι τον σκηνοθέτη τον νοιάζει μόνο να κάνει ένα φόρο τιμής στις βωβές ταινίες που έθεσαν τα θεμέλια για ένα καινούριο και ρηξικέλευθο είδος διασκέδασης στο μακρινό 1920 και όρισαν την δομή μια ταινίας ως καλλιτεχνικού πονήματος. Οι προσωπικότητες μεγάλων σκηνοθετών όπως ο Χίτσκοκ, ο Λανγκ, ο Μουρνάου, ο Τσάπλιν, ο Οφύλς και ο Ρενουάρ συναντιόνται και μοιάζουν να χορεύουν ένα στοιχειωμένο γαϊτανάκι πάνω στο φιλμ μιας ταινίας η οποία έχει απολύτως παλιακό ύφος, η οποία εμπνέεται και τιμά τους μεγάλους δημιουργούς του παρελθόντος, αλλά η οποία καταφέρνει και βγάζει ένα περίεργο κράμα παλιάς φρεσκάδας, τόσο ανεξήγητο όσο και απολαυστικό. Είναι σαν να πηγαίνεις σε διαδραστικό μουσείο: πρόκειται για εκπαιδευτική επίσκεψη, άρα κατ’ αρχήν βαρετή, όπου όμως μπορείς να παίξεις με τα εκθέματα, να τα ψηλαφήσεις και να τα κατανοήσεις. Έτσι και ο Χαζαναβίσιους δεν θέλει να σε ταξιδέψει σε χώρους φανταστικούς και ψυχολογικά βαθιούς. Θέλει να σε ταξιδέψει στο παρελθόν και να σου μάθει την βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε το καλλιτεχνικό –και οικονομικό βέβαια- οικοδόμημα της λαϊκότερης των τεχνών. Και αυτό το καταφέρνει συνδυάζοντας σε όλα αυτά και το λυρισμό της γραφής του και την απολαυστικά ρομαντική απλότητα με την οποία ξεδιπλώνει την απλοϊκή αλλά τόσο γοητευτική ιστορία του.

Η μουσική της ταινίας είναι εκείνη που, σαν ένας πιστός σύντροφος, σου κρατάει την αναμμένη δάδα, με την οποία ανακαλύπτεις την ρομαντική απλότητα της ιστορίας. Με μια υπέροχη ορχήστρα και κλασσικίζουσες φόρμες, όπως άλλωστε απαιτούσαν οι νόρμες του 1927, η μουσική γίνεται ο διασκεδαστικότερος δίαυλος επικοινωνίας του θεατή με την εξέλιξη της υπόθεσης.

Ο Ζαν Ντυζαρντέν, νεοφερμένος γάλλος ηθοποιός και πιστό εργαλείο στα χέρια του Χαζαναβίσιους, καταθέτει μια ερμηνεία καριέρας. Η λεπτή σαρκαστική διάθεσή του απέναντι στους παλιούς ηθοποιούς του βωβού κινηματογράφου, η αλήθεια των συναισθημάτων του όπως αβίαστα και απλά βγαίνει μέσα από τα μάτια του και οι χορευτικές του επιδόσεις είναι αυτές που του χάρισαν το βραβείο α΄ ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών και τον έκαναν να προταθεί για όσκαρ α΄΄ ανδρικού ρόλου.
Η Μπερενίς Μπεζώ παίζει πολύ καλά, απλά και με υποκριτική αυτοπεποίθηση την όμορφη και φιλόδοξη κομπάρσα που κατακτάει το σύστημα και βοηθάει τον πρωταγωνιστή, ανταποδίδοντας το καλό που της έκανε εκείνος πρώτα.

Πρόκειται για μια απλή, μεστή, ώριμη δημιουργία, γεμάτη λεπτά αισθήματα και ρομαντική αφήγηση, έτοιμη να καθηλώσει τον θεατή με την πλούσια μουσική της, την αμεσότητα της ιστορίας και του στυλ της και την υποκριτική ικανότητα των ερμηνευτών της. Δείτε την με μικρή παρέα καλών φίλων, κρασί και ευχάριστη διάθεση.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

MovieReactor: MONEYBALL (2011)

MONEYBALL (2011)
Ή ΚΛΙΣΈ ΜΕ ΤΟ ΓΑΝΤΙ (ΤΟΥ ΜΠΕΫΖΜΠΟΛ)

Δεν λέω, κοντεύουν τα Χριστούγεννα και αυτό προκαλεί μια παρορμητική ή και καταπιεσμένη κατάθλιψη στον μέσο έλληνα. Οι αιτίες λίγες και απόλυτα συγκεκριμένες, και η τελευταία απόδειξη της ύπαρξής τους, όταν παίρνεις στα χέρια σου την απόδειξη του ΑΤΜ έξω από την τράπεζα, όπου υποκύπτεις στην μαύρη καντίφλα και απογοήτευση από το επίδομα Χριστουγέννων, ή αλλιώς πουρ μπουάρ Χριστουγέννων. Κι αυτό, αν έχεις δουλειά. Ένας ωραίος τρόπος να κουκουλώσεις για κανα δίωρο αυτές τις έγνοιες είναι η παρακολούθηση μιας ταινιούλας. Κι από αυτές ουκ ολίγες, ειδικά τώρα που ελισσόμαστε στις στροφές του αγώνα για να βγούμε στην τελική ευθεία για τα χρυσά βραβεία της Αμερικάνικης Ακαδημίας Τεχνών. Όμως, η σημερινή ταινία δεν είχε όρους φόρμουλας 1. Είχε όρους μπέυζμπολ.

Αποτυχημένος παίχτης, φέρελπις προπονητής (Μπραντ Πιτ) μιας ομάδας μπέυζμπολ, προσπαθεί με συγκαταβατική διάθεση να συνεννοηθεί με την ομάδα των ηλικιωμένων σκάουτερς για τους παίχτες που θα προσπαθήσουν να φέρουν στην ομάδα την μετεγγραφική περίοδο. Μέχρι που η ασυνεννοησία και το χαμηλό μπάτζετ της ομάδας τον οδηγεί στην απόφαση να προσλάβει ένα φρικιό με τους υπολογιστές και τα στατιστικά, έναν νεαρό χοντρούλη διδακτορικό οικονομολόγο, ο οποίος του προτείνει παίχτες θαμμένους στα αζήτητα και φυσικά φτηνούς. Στις προπονήσεις προετοιμασίας πριν από την έναρξη της σεζόν, οι παίχτες αυτοί φαίνονται οκνηροί. Στα πρώτα ματς της σεζόν χάνουν με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού, και η πίεση που ασκείται στον προπονητή και τον στρουμπουλό βοηθό του είναι μεγάλη και τους επηρεάζει και στην προσωπική τους ζωή. Όταν, όμως, μπαίνει στο κόλπο το ναρκωμένο αθλητικό κριτήριο του Μπραντ, η ομάδα ανακάμπτει και σπάει τα ρεκόρ το ένα μετά το άλλο. Άραγε θα του κρατήσει το σερί μέχρι και τον τελικό?

Ο φέρελπις σκηνοθέτης Μπένετ Μίλλερ υπογράφει μια ταινία λυρική, ώριμη αλλά με έλλειψη κεντρικού περιεχομένου, όπως θα δούμε παρακάτω.

Μετά από την πιο πρόσφατη ήττα της ομάδας του, ο προπονητής και αφεντικό του αθλητικού τμήματος της ομάδας Μπράντ Πητ συναντιέται με το οικονονμικό αφεντικό της ομάδας και του ζητάει μεγαλύτερο μπάτζετ, αφού άλλωστε πρέπει να αντικαταστήσει τρεις πολύ σημαντικούς παίχτες που φεύγουν από την ομάδα. Το μπος του λέει όχι με πολύ εύσχημο τρόπο κι εκείνος απευθύνεται στην ομάδα σκάουτινγκ για να δούνε όλοι μαζί ποιους παίχτες θα αγοράσουν για την νέα σεζόν με αυτό το μειωμένο μπάτζετ που έχουν.
Όταν ο Πητ αρχίζει και χτυπάει τις πόρτες των μάνατζερ άλλων ομάδων για να αγοράσει παίχτες, συναντά έναν νεαρό απόφοιτο του Γέυλ, ο οποίος επεξεργάζεται τα στατιστικά στοιχεία παιχτών και εντοπίζει νεαρά ταλέντα ή αξιολογεί με ένα δικό του σύστημα στην αξία παιχτών, οπότε ανακαλύπτει τους υποτιμημένους ταλαντούχους παίχτες και τους προτείνει στον προπονητή μιας ομάδας. Αυτές τις υπηρεσίες τις επιθυμεί ο Πητ και τον προσλαμβάνει ως το δεξί του χέρι.

Οι γεροντότεροι γυμναστές και σκάουτερς της ομάδας του Πητ δεν δέχονται ευχάριστα την πρόσληψη του καινούριου βοηθού του, δεν θέλουν να λάβουν μέρος στην προσπάθεια εκσυγχρονισμού του τρόπου που αντιλαμβάνονται το παιχνίδι εκείνοι που το δημιουργούν. Βλέποντας τον στρουμπουλό και αδέξιο βοηθό να τριγυρίζει με τον Πητ παντού μέσα στο γυμναστήριο του σταδίου και να ασχολείται με θέματα στα οποία εκείνοι έχουν αφιερώσει τη ζωή τους, νιώθουν παραμελημένοι, ευνουχισμένοι και άχρηστοι. Εκπρόσωπός τους σεναριακά ο ηλικιωμένος γυμναστής Φίλιπ Σέυμουρ Χόφμαν, θλιβερή ανάμνηση μιας τρομερής ερμηνείας ως Τρούμαν Καπότε στην ομώνυμη ταινία, ο οποίος χρησιμοποιείται για δέκα λεπτά και για τρεις ατάκες.

Στη συνέχεις μαθαίνουμε για την οικογενειακή κατάσταση του Πητ. Χωρισμένος με την Ρόμπιν Ράιτ (πεντάλεπτη συμμετοχή στην ταινία) και με μια δωδεκάχρονη κόρη να τον αγαπάει και να τον ειδωλοποιεί, ο Πητ αισθάνεται πολύ καλύτερα όταν βρίσκεται με την πρώην οικογένειά του παρά με τους συνεργάτες και τους παίχτες του στο γήπεδο. Εκεί θέλει να μείνει, εκεί θέλει να γεράσει, εκεί θέλει να δει τον αγώνα της ομάδας του από την απόσταση που του προσφέρει απλόχερα η τηλεόραση. Σε αυτό συμβάλλει η καλή στάση που έχει απέναντί του η πρώην γυναίκα του και ο νυν σύζυγός της.

Όμως ο Πητ θα συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του πλέον είναι στο γήπεδο. Όταν η ομάδα δεν φέρνει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα στην αρχή της σεζόν, οι Κασσάνδρες επιβεβαιώνονται, το προπονητικό τημ γυρνάει και γελάει με τον προπονητή και τον τσουπωτό βοηθό του και η προσωπική ζωή του Πητ επηρεάζεται από το άγχος της αποτυχίας. Εκεί, η κόρη του αναρωτιέται αν ο μπαμπάς της θα κρατήσει τη δουλειά του ή θα απολυθεί και θα χρειαστεί να μετακομίσει για να βρει δουλειά αλλού. Εκείνος την καθησυχάζει κι εκείνη του τραγουδά ένα τραγούδι για να τον εμψυχώσει.

Παρά τα καθησυχαστικά ψέματα του μπαμπά, η καρέκλα του όντως αρχίζει να τρίζει. Το περίεργο στυλ προπόνησης που εφαρμόζει ο Πητ συμπεριλαμβάνει και την πλήρη απουσία του από τον πάγκο κατά τη διάρκεια του αγώνα. Όσο οι παίχτες του παίζουν μπέυζμπολ στον αγωνιστικό χώρο, εκείνος είτε είναι στο γυμναστήριο του γηπέδου και γυμνάζεται, είτε τρώει σνακ και ακούει μουσική, είτε είναι σε βόλτα με την κόρη του. Η απουσία του, όμως, οδηγεί σε περαιτέρω αποτυχίες και σε μια διαρκή γκρίνια των γυμναστών και της διοίκησης. Υπό το βάρος αυτού του άγχους ο Πητ αρχίζει να δρα. Ξεκουνιέται από την επινοημένη ασφάλεια που του παρέχουν τα στατιστικά στοιχεία και οι αναλύσεις του χοντρούλη βοηθού, και αποφασίζει να βάλει το αθλητικό του δαιμόνιο σε δράση. Στην καλύτερη σκηνή του έργου, ο Πητ και ο βοηθός του βρίσκονται σκυμμένοι πάνω από ένα τηλέφωνο και σε ανοιχτή συνομιλία προσπαθούν να ανταλλάξουν παίχτες με τους μάνατζερ άλλων ομάδων. Τελικά τα καταφέρνουν.

Ξεκινά να συμμετέχει ενεργά στην ομάδα κατά τη διάρκεια των αγώνων, και να προσφέρει ηθική υποστήριξη στους παίχτες του, είτε αυτό σημαίνει βρίσιμο μετά την ήττα είτε επαίνους μετά από νίκη. Οι νίκες ξεκινούν να διαδέχονται η μία την άλλη, σπάζοντας τελικά το ρεκόρ και σημειώνοντας 20 συνεχόμενες νίκες. Η ομάδα αναπτερώνεται και φτάνει σιγά σιγά μέχρι τον τελικό των δυτικών πολιτειών. Πριν από τον μεγάλο αγώνα οι ετοιμασίες είναι πυρετώδεις, οι ψυχολογικές ατάκες για το ηθικό των παιχτών δίνουν και παίρνουν και ο Μπραντ Πητ ετοιμάζεται για πανηγυρισμό, ο οποίος όμως ποτέ δεν έρχεται αφού η ομάδα χάνει.

Τελικά, όμως, παρά την ήττα της ομάδας, ο προπονητής και ο βοηθός του απέδειξαν την ορθότητα του συστήματος που εφαρμόσανε στην ομάδα. Ως επιβράβευση, έρχεται μια παχυλότατη πρόταση από μια μεγάλη ομάδα της Βοστώνης προς τον Πητ, την οποία εκείνος, ως γνήσιος αμερικάνος λεβέντης και καραμπουζουκλής που κοιτάει μόνο την ηθική του αθλήματος και έχει γραμμένα τα λεφτά και ενδιαφέρεται μόνο για το μέρος που φωλιάζει η καρδιά του και το μέρος που θεωρεί σπίτι του κλπκλπκλπκλπκλπκλπ, αρνείται!

Κι εκεί είναι που το σενάριο της ταινίας έδωσε μια και έχυσε την καρδάρα με το γάλα της ποιοτικής επιτυχίας που προσπαθούσε κάπως να γεμίσει. Είναι εκεί που βασιλεύει το αμερικάνικο κλισέ, ενθρονίζεται το αμερικάνικο τετριμμένο ιδεώδες και ανεβαίνει κάτι στον οισοφάγο μου. Ήμουν σίγουρος ότι μια ταινία που έχει κεντρικό θέμα ένα άθλημα στην Αμερική δεν θα μπορούσε να αποφύγει τα απεχθή κλισέ τύπου: μια ομάδα που πάει χάλια και μετά βελτιώνεται και τους παίρνει όλους σκούπα, ένας τελευταίος κρίσιμος αγώνας που όλοι αγωνιούν να τον δουν, μια απόφαση ενός σταρ που θυσιάζει τα χρήματα για να μείνει στην ομάδα της καρδιάς του. Απλώς εκνευρίζομαι όταν επιβεβαιώνομαι.
Ο Μπένετ Μίλλερ θέλησε να σκηνοθετήσει με τέτοιον τρόπο ώστε να τον πούνε «ο νέος Κλιντ Ίστγουντ». Αντέγραψε με μεγάλη αδηφαγία τεχνικές και τρόπους ανάπτυξης του υλικού του από τον σπουδαίο δάσκαλο, χρησιμοποίησε αργά αλλά μεστά πλάνα, μουσική με μια κιθάρα και μια φωνή, μινιμαλιστικό ύφος, σχετικά σκοτεινό φακό στην κάμερα και δυο ηθοποιούς που μπορούσαν να ελέγξουν την δραματουργική εξέλιξη των ρόλων τους. Το κακό είναι ότι όλα τα παραπάνω ο σκηνοθέτης τα αξιοποίησε σαν μαθητευόμενος, όχι σαν δημιουργός. Έπεσε σε κάθε μια από τις παγίδες που του βγήκαν στον δρόμο του, έστησε τόσο κοινότυπα έναν χώρο που τοποθέτησε την εξέλιξη της ιστορίας του, απέτυχε παταγωδώς στην προσπάθεια να δείξει τους δυο πρωταγωνιστές να αλληλεπιδρούν, δεν έδωσε κανένα ιστορικό στοιχείο από την αληθινή ιστορία που είχε στα χέρια του, και μας προσέφερε μια ταινία που απευθύνεται αποκλειστικά σε αμερικάνικο κοινό.
Σε αυτό που αξίζει να σταθώ είναι η αλληλεπίδραση των δυο πρωταγωνιστών. Ενώ το βιβλίο που βασίστηκε η ταινία περιγράφει την σχέση των δυο ηρώων με πολύ ζωηρά χρώματα, η ταινία παραλείπει επιδεικτικά να δείξει την φιλική τους σχέση, κάτι που θα είχε και το μεγαλύτερο ηθογραφικό ενδιαφέρον. Όταν παίρνεις δυο τύπους με εντελώς άσχετα αντικείμενα εργασίας και τους τοποθετείς σε ένα κοινό εργασιακό περιβάλλον, αυτό που περιμένεις είναι να δεις πώς θα εξελιχθεί η χημεία τους. Στην ταινία η χημεία αυτή απουσίαζε εντυπωσιακά, όχι επειδή οι ηθοποιοί δεν μπορούσαν να την αναδείξουν, αλλά επειδή ο σκηνοθέτης δεν έριξε ένα κάποιο βάρος εκεί. Μοιραία, οι χαρακτήρες περιορίστηκαν στην μονοδιάστατη αλληλεπίδραση με όλους τους άλλους ήρωες της ταινίας, καθιστώντας τους ήρωές τους κολοβούς, κάτι που μπορεί να τους στοιχίσει και το όσκαρ.

Αυτό όμως που ο σκηνοθέτης παιδιάστικα προσπάθησε να κάνει και του ψιλο-βγήκε είναι η καταγγελία ότι το μπέυζμπολ και γενικά τα αθλήματα έχουν γίνει απρόσωπες Α.Ε., και τριγυρίζουν γύρω από το χρηματικό κέρδος. Στην αρχή της ταινίας βλέπουμε σκηνές από έναν πραγματικό αγώνα και μόλις σκοτεινιάζει η σκηνή και μαυρίζει η οθόνη, παρουσιάζονται αριθμοί από δύο τεράστια ποσά σε δολάρια –το ένα πολύ μεγαλύτερο από το άλλο - και μπαίνει ανάμεσά τους το σηματάκι “vs”. Τότε πάνω από τους αριθμούς των ποσών μπαίνουν τα ονόματα δύο ομάδων μπέυζμπολ. Με αυτό το όμορφο πλάνο ο σκηνοθέτης προσπάθησε να δείξει ότι, ενώ όλοι νομίζουμε ότι βλέπουμε ένα ματς μεταξύ δυο αθλητικών ομάδων, ουσιαστικά βλέπουμε ένα ματς μεταξύ δυο οικονομικών κολοσσών που έχουν εκτονώσει την οικονομική τους έπαρση αγοράζοντας πανάκριβους παίχτες, ως σημείο οικονομικής –ή και κατά Φρόυντ σεξουαλικής – επιβολής του ενός στον άλλον.

Σε γενικές γραμμές η ταινία παίρνει τον εαυτό της πολύ σοβαρά. Οι δραματικές σκηνές της είναι υπερβολικά φορτισμένες και οι χαρακτήρες αντιδρούν πολύ βαριά σε καταστάσεις που – στην τελική – αφορούν απλά και μόνο ένα άθλημα. Και αυτό συντείνει και υποστηρίζει την άποψή μου ότι είναι αδιάφορη η ταινία αυτή για κοινό εκτός Αμερικής. Όταν ο ευρωπαίος μαστίζεται από την αγωνία της απόλυσης και ο έλληνας είναι ήδη άνεργος, δεν μπορεί να μου παρουσιάζει ο αμερικανός ότι είναι στεναχωρημένος και βαρύς κι ασήκωτος και αναταράσσεται ψυχολογικά όταν οι παίχτες του δεν παίζουν καλά στο γήπεδο ή να τον δείχνει να απορρίπτει προσφορά πολλών εκατομμυρίων επειδή συναισθηματικά είναι ταγμένος στην προηγούμενη ομάδα του. Έτσι, η ταινία αυτή, μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο που προβάλλεται, ουσιαστικά αυτοαναιρείται.

Ο Μπραντ Πητ είναι εντυπωσιακός. Έχει την ώριμη αύρα ενός πρώην ζεν πρεμιέ, και κάποια από τα ερμηνευτικά μέσα παλαιών κορυφαίων, τα οποία και αξιοποιεί . Ο χαρακτήρας που δημιουργεί είναι πολυεπίπεδος, με συναισθηματικά ανεβοκατεβάσματα, ωραία εκφορά λόγου και ώριμο βλέμμα. Σίγουρη υποψηφιότητα για τα όσκαρ που έρχονται, να δούμε αν θα μπορέσει να το αποσπάσει.
Ο ευτραφής κωμικός Τζόνα Χιλλ είναι πάρα πολύ καλός ως νεαρός βοηθός του Πητ, άσχετος με το μπέυζμπολ, αλλά χρήσιμος με την αξιολόγηση στατιστικών στοιχείων. Με λεπτές κωμικές προεκτάσεις και ύφος ξαφνιασμένο και κωμικά απορημένο , ο Χιλλ χτίζει έναν ήρωα που είναι προφανώς έξω από τα νερά του, με επιθυμία για αναγνώριση από τους τριγύρω του.
Παρά τους δυο διάσημους δευτεραγωνιστές ηθοποιούς που συμπεριλαμβάνει η παραγωγή στο δυναμικό της, αυτοί κάνουν ένα ολιγόλεπτο πέρασμα χωρίς να είναι δυνατή η αξιολόγησή τους ερμηνευτικά.

Μια ταινία συμπαθής, ευχάριστη, ζωντανή, η οποία φαντάζει σαν έργο μαθητευόμενου σκηνοθέτη, με πολλά στοιχεία δανεισμένα από άλλους δημιουργούς, χωρίς ένα δικό της στυλ, με πολλά κλισέ, δυο πολύ δυνατές ερμηνείες και ένα κοινωνικό σχόλιο αρκετά εμφανές, δεν ξέρω αν αξίζει κανείς να την δει οπουδήποτε αλλού παρά στο σπίτι του, με μικρή παρέα, πίτσα, κουβέρτα στα πόδια και κρασί.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

MovieReactor: AMERICAN PSYCHO (2000)

AMERICAN PSYCHO (2000)
Ή ΤΟ ΛΟΥΤΡΟ ΑΙΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΑΖ

Μπορεί καμιά φορά οι χαζοδουλειές που έχεις να κάνεις μέσα σε μια μέρα να σε διακόψουν από κάποιες αγαπημένες σου ασχολίες, όπως π.χ. να δεις μια ταινία, με αποτέλεσμα η ταινία αυτή να έχει διαρκέσει τρεις μέρες. Σίγουρα, όμως, οι διακοπές που κάνει κανείς σε μια ταινία είναι αναγκαίες και δεν πρέπει να κάνουν τον θεατή να εξέρχεται από το κλίμα της ταινίας. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι μια ταινία είναι μια ιστορία που μας διαβάζει ο σκηνοθέτης πριν κοιμηθούμε. Οι διακοπές με τις οποίες αναγκάστηκα να δω την ταινία «American Psycho» δεν κατάφεραν να με αποσυντονίσουν και να με βγάλουν εκτός κλίματος, άλλωστε πώς θα γινόταν αυτό σε μια τόσο υποβλητική ταινία:

Ο Πάτρικ Μπέιτμαν (Κρίστιαν Μπέιλ) ένας επιτυχημένος νεαρός χρηματιστής, δουλεύει σε μεγάλη επενδυτική εταιρία και προαλείφεται για αντιπρόεδρός της. Μαζί με την αγέλη των λύκων του, τους υπόλοιπους συναδέλφους κι αντίστοιχα επιτυχημένους νεαρούς φίλους του βγαίνουν, γλεντοκοπάνε, πουλάνε ακριβά τον νεοπλουτισμό τους αγοράζοντας γκόμενες, τραπέζια σε ακριβά εστιατόρια και ειδική εξυπηρέτηση σε ακριβούς ράφτες γραβατών. Η ιδιορρυθμία του αναλύεται στην ενδελεχή περιποίηση του προσώπου του με ενυδατικές -και όχι μόνο- κρέμες, στην καθημερινή έντονη γυμναστική, στην κουραστική φροντίδα του αστραφτερού χαμόγελου, στην προσπάθεια για έντονη καθαριότητα μέσα στο σπίτι του, ά… ναι… και σε κανα δυο πεντέξι είκοσι τριανταπέντε φόνους. Όταν η νύχτα πέσει και ο Μπέιτμαν φύγει από το γραφείο του, σουλατσάρει στα στενοσόκακα ψάχνοντας για την γυναίκα εκείνη που θα του χαρίσει την αιμοδιψική ηδονή, εκείνη που θα γίνει το επόμενο θύμα του, εκείνη που θα σαπίσει μέσα σε μια πεταμένη μπανιέρα στον σκουπιδότοπο. Τι γίνεται όμως όταν μια νύχτα το υποψήφιο θύμα καταφέρνει και δραπετεύει από τον επίδοξο δολοφόνο του?

Η καναδέζα Μέρι Χάρρον υπογράφει μια cult ταινία, με έντονα στοιχεία τρόμου, σασπένς, αλλά με πολύ αδέξιο και ανώριμο τρόπο. Ας το δούμε αναλυτικά το πράγμα:

Η ταινία ξεκινάει με μια παρέα νεαρών επιτυχημένων επενδυτών, που μαζεμένοι γύρω από το τραπέζι ενός ακριβού εστιατορίου επιδίδονται σε ένα νοητικό μπραντεφέρ επιτυχίας. Ο καθένας κομπάζει για τα δικά του εργασιακά κατορθώματα, και ευχαριστιούνται όλοι μαζί την οικονομική άνεση που τους έχει εξασφαλίσει το μεταπτυχιακό στο Χάρβαρντ (καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα δηλαδή). Δεν είναι τυχαίο το κόκκινο χρώμα του σορμπέ φράουλας που στολίζει τα πιάτα του ο σεφ του εστιατορίου.

Το επόμενο πρωί ο Μπέιτμαν επιδίδεται στην καθημερινή ρουτίνα ομορφιάς: έντονη γυμναστική, μπάνιο με σουπερ αφρόλουτρα, κρέμες προσώπου και σώματος παντού, πανάκριβο πουκάμισο και κουστούμι και βουρ για το γραφείο. Εκεί, ο νεαρός χρηματιστής σκορπά τον χρόνο του υποστηρίζοντας το αυτάρεσκο προσωπείο του επιτυχημένου νέου, το σημαντικότερο όπλο για να κάνεις πελατεία.
Απαραίτητο αξεσουάρ κάθε επιτυχημένου επαγγελματία: το μπίζνες λαντς. Εκεί, με την αρραβωνιαστικιά του (Ρης Γουίδερσπουν) και μια παρέα λίγων αλλά καλών φίλων, παραδέχεται ότι πηδάει μια από τις υπόλοιπες γυναίκες της παρέας. Είναι τόση μεγάλη η αυτοπεποίθηση που τον κυριεύει, που δεν υπολογίζει τις συνέπειες αυτής της παραδοχής του. Ο πρώτος φόνος γίνεται μετά από το φαγητό.

Το επόμενο πρωινό, οι νεαροί επιτυχημένοι, μνηστήρες όλοι τους της θέσης του αντιπροέδρου της επενδυτικής εταιρίας, επιδίδονται σε διαγωνισμό της καλύτερης εργασιακής κάρτας. Όταν ο Μπέιτμαν χάνει από τον Πολ Άλαν (Τζάρετ Λέτο), αποφασίζει ότι θα κάνει κάτι γι΄ αυτό. Εκτονώνεται σκοτώνοντας έναν άστεγο ζητιάνο και το σκυλί του σε ένα σοκάκι.

Η πλήρης διαδικασία ενός φόνου περιγράφεται από τη σκηνοθέτη στην επόμενη σκηνή, όταν ο Μπέιτμαν μεθάει τον Άλαν, τον καλεί στο διαμέρισμά του και τον δολοφονεί με τσεκούρι. Η σκηνή αυτή είναι η πιο πετυχημένη σκηνοθετικά και σκηνογραφικά σκηνή του έργου. Ο μεθυσμένος Τζάρετ Λέτο βρίσκεται καθισμένος σε καναπέ στο κέντρο του διαμερίσματος, και ο Κρίστιαν Μπέιλ κάνει σχιζοφρενικές βόλτες στο πίσω μέρος του διαμερίσματος. Ο Λέτο δεν βλέπει τον Μπέιλ, ο οποίος φέρνει κρυφά το τσεκούρι, φοράει ένα λευκό αδιάβροχο για να μην πιτσιλιστεί από το αίμα (ευθύς υπαινιγμός σε ζουρλομανδύα το λευκό αδιάβροχο) και με τρελή χαρά στα μάτια του και χορευτικές κινήσεις αδημονίας ο Μπέιλ σκοτώνει τον ανταγωνιστή του με μανία, χτυπώντας τον στο κεφάλι με τη λεπίδα του τσεκουριού. Τίποτα από όλα αυτά δεν φαίνεται στην κάμερα, εκτός από το πιτσίλισμα από το αίμα στο ήδη κοκκινισμένο από την ηδονή πρόσωπο του Μπέιλ.
Την επόμενη μέρα τον επισκέπτεται στο γραφείο του ένας ντεντέκτιβ (Γουίλιαμ Νταφόε), και συζητάνε για την εξαφάνιση του Πολ Άλαν. Ποτέ δεν κατάλαβα την ανάγκη της σκηνοθέτιδος να δημιουργήσει έναν ρόλο σαν αυτόν του ντεντέκτιβ. Ουδέποτε φαίνεται χρήσιμος στην ιστορία, και άλλωστε τον βλέπουμε μόνο δυο φορές στην ταινία.

Κι ενώ ο φόρος αίματος συνεχίζεται, αξίζει να σταθούμε σε ένα σεξουαλικό τρίο του Μπέιτμαν με δυο πόρνες. Κατά τη διάρκεια της πράξης, ο Μπέιτμαν καταγράφει την δράση σε βιντεοκάμερα και κοιτιέται αυτάρεσκα στον καθρέφτη σφίγγοντας τα μπράτσα του και απολαμβάνοντας το θέαμα του εαυτού του. Οι δυο πόρνες φεύγουν το επόμενο πρωί με εμφανή τραύματα στο πρόσωπο, ένδειξη του βασανιστηρίου που είχαν περάσει την προηγούμενη νύχτα στα χέρια του Μπέιτμαν. Αυτό που αξίζει να κρατήσουμε από τη σκηνή αυτή είναι ο τρόπος που ο δράστης απολαμβάνει την θέα του γυμνασμένου του κορμιού, ο αυτοθαυμασμός του ίδιου και της εικόνας του.

Μια από τις επόμενες μέρες, ο Μπέιτμαν καλεί την γραμματέα του, νεαρή, άπειρη και απονήρευτη κοπέλα, στο σπίτι του για ποτό και δείπνο. Εκεί που είναι έτοιμος να τη σκοτώσει, υπαναχωρεί και προτιμά να την διώξει για να μην της κάνει κακό, όπως της εξομολογείται. Είναι η πρώτη φορά που άνθρωπος με την γνώση του αληθινού προσώπου του Μπέιτμαν φεύγει ζωντανός από κοντά του. Ίσως θεώρησε ο δολοφόνος ότι η κοπελίτσα αυτή δεν αξίζει να πεθάνει, δεν κολλάει στο μοτίβο που έχει ορίσει ο ίδιος. Εδώ έγκειται το σημαντικότερο κενό στο σενάριο της ταινίας: ποιο είναι τελικά το μοτίβο του δολοφόνου? Μέχρι στιγμής έχει δολοφονήσει δυο τρεις πόρνες, έναν συνεργάτη του και έναν ζητιάνο. Τίποτα από αυτά δεν κολλάει με το άλλο. Είναι ο Μπέιτμαν ένας δολοφόνος τιμωρός? Είναι σχιζοφρενής? Δολοφονεί και κριτήρια αξιοκρατικά, ηθικά, ιδιοτελή? Ποτέ δεν δίνεται απάντηση στα ερωτήματα αυτά, κάνοντας το βαθύτερο κενό του σεναρίου πραγματικά πολύ ενοχλητικό, ειδικά για ανθρώπους που έχουν διαβάσει και δυο σελίδες εγκληματολογίας στη ζωή τους.
Φαίνεται, όμως, ο Μπέιτμαν να αρέσκεται στα τριολέ. Με μια φίλη του και την μία από τις δυο πόρνες του πρώτου τρίο, κάνει και δεύτερο σεξουαλικό πάρτι με δυο γυναίκες φροντίζοντας να τις χαπακώσει και να τις μεθύσει. Μέσα στο άντρο των δολοφονιών του, ο Μπέιτμαν κάνει σεξ και σκοτώνει την φίλη του, αλλά η πόρνη καταφέρνει και το σκάει, ανακαλύπτοντας όλη την αιμοσταγή φρικαλεότητα που κρύβει το διαμέρισμα. Δεν προλαβαίνει όμως να φύγει μακριά, καθώς βρίσκει κι εκείνη τον θάνατό της από το αλυσοπρίονο του Μπέιτμαν.
Στη σκηνή αυτή ο Μπέιτμαν κάνει μια αναφορά στον Τεντ Μπάντυ, έναν υπαρκτό τρόμο για την Αμερική του ’70, ο οποίος δολοφόνησε και βίασε (με αυτή την σειρά) 35 γυναίκες. Το όνομα του Μπάντυ παραμένει ακόμα και σήμερα, πάνω από 20 χρόνια από την εκτέλεσή του σε ηλεκτρική καρέκλα, σαν μια σκιά, σαν ένας θρυλικός τρόμος στους δρόμους πόλεων της Αμερικής.

Ο Μπέιτμαν το επόμενο πρωινό χωρίζει την αρραβωνιαστικιά του Ρης Γουίδερσπουν, και για να εκτονωθεί πάει να σκοτώσει μια γάτα. Μια κυρία τον βλέπει και του φωνάζει, με αποτέλεσμα να συναντήσει τον δημιουργό της. Αστυνομικοί ακούνε τους πυροβολισμούς και τρέχουν ξωπίσω του, ο Μπέιτμαν ενώ καταδιώκεται σκορπάει τον θάνατο στο δρόμο του, και τελικά καταλήγει στο γραφείο του φοβισμένος και ιδρωμένος. Τηλεφωνεί στον δικηγόρο του και του εξομολογείται όλα αυτά που έχει κάνει μέχρι σήμερα, όλες τις δολοφονίες και τους βιασμούς, και παραδέχεται ότι είναι τρομοκρατημένος. Η επόμενη μέρα δεν αργεί να ξημερώσει.

Εκτός από το σημαντικό κενό στο σενάριο της ταινίας και πέραν από κάποιες ανούσιες και λίγο ενοχλητικές προσθήκες, το μεγάλο μειονέκτημα της ταινίας είναι το αδέξιο, ερασιτεχνικό και αποδιοργανωτικό μοντάζ της. Η μια σκηνή διαδέχεται την άλλη χωρίς κάποια λογική συνέχεια. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Εξαιτίας του αδέξιου μοντάζ, η ταινία ώρες ώρες σε πετάει εκτός κλίματος. Εκεί που έχεις την αιμορροΐδα από το σασπένς και την αγωνία, εκεί που δεν πας για κατούρημα για να δεις τι θα γίνει στη συνέχεια της σκηνής, ξαφνικά, σε μεταφέρει σε ένα ήσυχο δωμάτιο γεμάτο με τα αρκουδάκια της αγάπης (ΤΜ).

Η ταινία θα μπορούσε να είναι ένα cult αριστούργημα, και το σενάριο –ή μάλλον η ιδέα του σεναρίου- βοηθάει απόλυτα σ’ αυτό. Θα μπορούσε η σκηνοθέτης να προικίσει την ταινία της με πολυεπίπεδο θεματικό βάθος. Δεν είναι λίγα αυτά που υπονοεί ο κεντρικός χαρακτήρας στον τελικό μονόλογό του (δεν θα τα αποκαλύψω εδώ). Η απομόνωση του χαρακτήρα από την υπόλοιπη κοινωνία, η εξομολόγηση στην αρχή ότι δεν μπορεί να νιώσει κανένα συναίσθημα και εγκλωβισμός στο αυτάρεσκο εγώ του, τον μετατρέπει σε δυσλειτουργικό ον εντός κοινωνίας, η οποία επιβάλει με αόρατους και ανομολόγητους μηχανισμούς την αποπομπή του ατόμου αυτού από τους κόλπους της. Κι αν δεν είναι κάποιος που λέει φανερά στον ήρωα «φύγε από την κοινωνία μου», η ίδια η κοινωνία σιωπηλά τον απορρίπτει και τον ωθεί στο περιθώριο κι επομένως στην έλλειψη σωτηρίας και εντέλει κάθαρσης.

Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι μηχανισμοί της κοινωνίας? Μα φυσικά, το αβυσσαλέο κυνήγι για πρωτιά. Ο Μπέιτμαν έχει εγκλωβιστεί στην συνεχή καταδίωξη της κοινωνικής επιτυχίας, της επιβολής στους άλλους μέσω της επιτυχίας στην εργασία και την ωραιοπαθή εικόνα του ατόμου. Η αγέλη των νεαρών επιτυχημένων οικονομολόγων, αποφοίτων του Χάρβαντ, επιθυμεί συνεχώς κι άλλη καταξίωση, αχόρταγη επιτυχία. Και ποιος είναι ο λόγος? Η επιβολή του ενός στον άλλον. Η αναγνώριση ενός από όλους αυτούς ως το κυρίαρχο αρσενικό. Ως ο κυρίαρχος, ο αρχηγός της αγέλης, ο πρώτος που τον ακολουθούν οι άλλοι.

Τελικά, όμως, ο σκοπός γίνεται το μέσον. Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του Μπέιτμαν γίνεται τελικά σχιζοφρενικός, διότι προσπαθεί με νύχια και με δόντια να γίνει πιο επιτυχημένος από τους άλλους. Σκοτώνει εκείνους που θεωρεί ικανότερους από αυτόν, ξεφορτώνεται έτσι τους πιο επίδοξους ανταγωνιστές, και μόλις καταφέρνει να γίνει ο πιο επιτυχημένος από όλους, τότε χρησιμοποιεί την επιτυχία του για να συνεχίσει την εγκληματική του δραστηριότητα: με ακριβά ρούχα και ακριβά εστιατόρια προσελκύει υποψήφια θύματα, με χρήματα πληρώνει τις πόρνες που μετά σκοτώνει κλπ.

Και τελικά ποιο είναι το συμπέρασμα? Ότι το κυνήγι της επιτυχίας, η επιβολή στον συνάδελφο, το άρρωστο ξέσπασμα, ο άκρατος ανταγωνισμός, και τελικά η απώλεια της ζωής στο βωμό της εργασιακής και κοινωνικής αναγνώρισης γίνονται για τον ίδιο λόγο και τελειώνουν με την τελευταία φράση της ταινίας: μάταια.

Δυο είναι τα σημαντικότερα κλειδιά για να ξεκλειδώσει κανείς ένα πάρα πολύ συγκαλυμμένο, ίσως και ακούσιο σχόλιο της σκηνοθέτιδας πάνω στη δημιουργία και την διατήρηση των εγκληματιών. Το πρώτο βρίσκεται στην αρχή, όταν ο Μέιτμαν κάνει κούρα ομορφιάς και βάζει μια μάσκα στο πρόσωπό του, μετά με έντονο ζουμάρισμα μας δείχνει την διαδικασία αφαίρεσης της μάσκας αυτής. Μας υπόσχεται έτσι ότι θα μας δείξει πώς αφαιρείται το προσωπείο ενός κατά συρροή δολοφόνου.
Το δεύτερο σημείο είναι ο τελικός μονόλογος του ήρωα, τον οποίον δεν θα αποκαλύψω, αλλά έχω ήδη σχολιάσει παραπάνω.

Αδέξιο το σενάριο, εμετικό το μοντάζ, μουσική επιμέλεια με ωραίες επιλογές, καλή προσπάθεια για σκηνοθεσία, όμως η καναδέζα Μέρυ Χάρον είχε μικρές πλάτες για να σηκώσει ένα τόσο βαρύ βιβλίο με πολλές επιστημονικές αναφορές και βάσεις.

Ο Κρίστιαν Μπέιλ είναι αξιοπρεπέστατος, με σωστά ξεσπάσματα, καλογυμνασμένο σώμα όπως αρμόζει στον ρόλο, ακούνητα συναισθηματικά μάτια, και καλή κινησιολογία. Θεωρώ ότι ένας ηθοποιός τύπου Χηθ Λέτζερ θα απογείωνε τον ρόλο, και πάλι όμως οΜπέιλ είναι ικανοποιητικός.
Όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι καλοδιαβασμένοι, χωρίς ιδιαίτερες μνείες σε κανέναν. Αυτό που δεν κατάλαβα είναι γιατί χρησιμοποιήθηκε ο Γουίλιαμ Νταφόε για έναν ανύπαρκτο ρόλο σεναριακά. Μάλλον για να στολίσει με το όνομά του το καστ.

Δεν είναι μια κακή ταινία. Έχει απλά απαίσιο μοντάζ. Δείτε την για να εκτιμήσετε μια ακαδημαϊκή προσπάθεια ανάλυσης της ψυχής ενός serial killer. Αν την δείτε, μην παραλείψετε να έχετε μεγάλη παρέα, χιούμορ και θανατηφόρες ατάκες, και φυσικά άφθονες γαβάθες ποπ κορν.

MovieReactor: KRAMER VS KRAMER

KRAMER VS KRAMER
Ή ΜΟΥΣΕΙΑΚΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ

Μια κουραστική συννεφιασμένη ημέρα, πρέπει να συμφωνείτε, οφείλει να τελειώσει με ένα χαλαρωτικό κρασί, καλή παρέα, και ίσως μια ταινία. Έτσι αποφάσισα να κάνω χτες, που μετά τις μπογιές και τη μεταφορά επίπλων στην Πανεπιστημίου, ο αφράτος καναπές, το γεμάτο με κρασί ποτήρι, η καλή παρέα και μια απίστευτη τηλεόραση έδωσαν έναν κοσμοπολίτικο και χαλαρωτικό αέρα στην βραδιά. Και, βέβαια, ποια θα ήταν καλύτερη επιλογή από μια κλασσική ταινία, βγαλμένη από το σκονισμένο χρονοντούλαπο του 1979. Κράμερ εναντίον Κράμερ, ταινία που μπορεί να έχω ξαναδεί, αλλά πάντα παραμένει απολαυστική.

Ζευγάρι στα 40 του, ο Ντάστιν Χόφμαν και η Μέριλ Στριπ περνάνε δύσκολη φάση στο γάμο τους. Η Στριπ αποφασίζει να φύγει από το σπίτι να ξελαμπικάρει, αφήνοντας πίσω το άντρα αλλά και το 5χρονο παιδί της. Ξαφνιασμένος ο Χόφμαν, προσπαθεί να δημιουργήσει ένα κλίμα ευφορίας και παιχνιδιού στον μικρό του γιό, χωρίς να τον πληγώσει. Μπαμπάς και γιός χτίζουν από την αρχή μια σχέση που είχε εγκαταλειφθεί εξαιτίας των επαγγελματικών υποχρεώσεων του πρώτου, με κόστος την επαγγελματική του άνοδο. Μισός στην έγνοια της δουλειάς του, μισός στην ανατροφή του γιού του, ο Ντάστιν Χόφμαν γίνεται χίλια κομμάτια προσπαθώντας να είναι επιτυχημένος και στους δυο τομείς της ζωής του, με αποτέλεσμα να παραμελεί τις λεπτομέρειες και στους δυο αυτούς τομείς. Κι εκεί που, μετά από 18 μήνες, τα πράγματα έχουν στρώσει κι έχουν μπει σε μια καθημερινότητα, επιστρέφει η Μέριλ Στριπ με διαθέσεις να διεκδικήσει την κηδεμονία του γιού της.

Ο σεναριογράφος Ρόμπερτ Μπέντον κάθεται στην καρέκλα του σκηνοθέτη και υπογράφει μια κλασσική ταινία, διαχρονική, αρχετυπική σχεδόν, πάνω στην πατρική ή καλύτερα γονεϊκή αγάπη, στην σχέση εμπιστοσύνης γονιού – τέκνου, στις μεθόδους ανατροφής ενός παιδιού και τελικά στην δύναμη της συνήθειας ως δύναμη αλλαγής συμπεριφορών.

Η ταινία ξεκινάει με μιαν αντίθεση: ο Χόφμαν παίρνει προαγωγή στη δουλειά του και η Στριπ στο σπίτι τους ετοιμάζει την βαλίτσα της για να τον εγκαταλείψει. Όταν εκείνος επιστρέφει σπίτι, το χαμόγελο χαράς από την προαγωγή παγώνει, βλέποντας την γυναίκα του να τον εγκαταλείπει. Φυσικά έχει πληγωθεί ο εγωισμός του που τον χωρίζει η γυναίκα του, φυσικά τον πειράζει που εκείνη δεν σκέφτεται το παιδί τους, βασικά όμως ο Χόφμαν φοβάται ότι όλες οι ευθύνες που είχε αναλάβει η Στριπ τώρα θα πέσουν στους δικούς του ώμους. Ουσιαστικά, χάνει την βολή του, τα πράγματα που είχε έτοιμα όταν γύριζε σπίτι, ώστε να μπορεί την επόμενη μέρα να πάει στην δουλειά και να ξαναείναι επιτυχημένος. Μας παρουσιάζεται ένας άνθρωπος που αντλεί την αυτοπεποίθησή του αλλά και τα βιωσιμότερα στοιχεία της προσωπικότητάς του από την εργασία του. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Η γυναίκα του νιώθει παραμελημένη. Κανείς δεν την κατηγορεί γι’ αυτό. Κανείς δεν την θεωρεί τρελή. Ο ίδιος ο Χόφμαν το παραδέχεται ότι την έχει παραμελημένη. Φυσικό επακόλουθο: εκείνη μαζεύει τα μπογαλάκια της και φεύγει. Είναι όμως σωστή η στάση αυτή της μάνας, όταν μέσα στο σπίτι υπάρχει ένα παιδί;

Αυτό το παιδί αναλαμβάνει πλέον να αναθρέψει ο μπαμπάς. Και στην αρχή τα βρίσκει λίγο σκούρα. Φτιάχνει French toast με τσόφλια αυγού μέσα, καίει τα χέρια του με το τηγάνι, αργοπορεί να πάρει τον γιό του από παιδικό πάρτυ. Η πίεση που συσσωρεύεται μέρα με τη μέρα στον πατέρα τον ωθεί σε ξεσπάσματα επιφανειακά εναντίον του γιού του, που γρήγορα όμως επουλώνονται χωρίς ψυχικές αιματοχυσίες. Σταδιακά, όμως, όλες αυτές οι υποχρεώσεις του πατέρα αυτοματοποιούνται, ο μπαμπάς γίνεται καλύτερος γονιός, πιο πρακτικός και πιο δοτικός.
Η σχέση των δυο πλασμάτων αρχίζει να υφίσταται, να καλλιεργείται από την αρχή. Πριν, κι ενώ την φροντίδα του μικρού είχε αναλάβει εξολοκλήρου η μητέρα του, η σχέση του γιού με τον πατέρα ήταν ανύπαρκτη. Τώρα, εξ ανάγκης κι όχι από επιλογή, πάντως η tabula rasa σχέση των δυο ηρώων αναπτύσσεται αρμονικά και χτίζεται σε πολύ γερά θεμέλια, κυρίως δε στην αίσθηση και των δυο ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Η κοινή τους θέση (του εγκαταλειμμένου γιού και συζύγου) τους φέρνει πιο κοντά εξαιτίας των κοινών τους συναισθημάτων.
Το αποτέλεσμα: τα πάντα ξεκινούν και λειτουργούν σαν ρολόι. Σε μια καταπληκτική σκηνή βλέπουμε τον μικρό να ξυπνάει και να πηγαίνει με το άσπρο σλιπάκι και το άσπρο φανελάκι του στην τουαλέτα. Βγαίνει από την τουαλέτα και έρχεται ο πατέρας του, με άσπρο σλιπάκι κι άσπρο φανελάκι κι αυτός και μπαίνει στην τουαλέτα. Ο γιος βγάζει στο τραπέζι κεϊκάκια και δυο πιάτα, ο πατέρας βάζει ποτήρια, καφέ, γάλα και πορτοκαλάδα, και κάθονται και οι δυο αμίλητοι και διαβάζουν ο ένας κόμικς και ο άλλος εφημερίδα. Μέσα σε ενάμιση λεπτό –όσο κρατάει η σκηνή- ο σκηνοθέτης μας δείχνει την εξέλιξη των δυο ηρώων, πώς έχουν μάθει να καλύπτουν τις ανάγκες τους, πώς έχουν αυτοματοποιήσει την καθημερινότητά τους, πώς έχουν βρει τα πατήματα των καθημερινών τους αναγκών, αλλά και πιο σημαντικό: πώς έχουν εξελίξει τόσο την σχέση μεταξύ τους που μπορούν και απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη της σιωπής μεταξύ τους.

Η σκηνή στο πάρκο είναι αρκετά γνωστή: ο μικρός έχει ανέβει στην σκαλωσιά που σκαρφαλώνουν τα παιδάκια στην παιδική χαρά, η γειτόνισσα και φίλη του Χόφμαν του μιλάει για έναν γκόμενο, όταν το παιδί πέφτει ξαφνικά από την σκαλωσιά και σκάει βίαια στο έδαφος ματωμένο στο πρόσωπο. Αμέσως το σηκώνει πάνω ο πατέρας του και τρέχει ανάμεσα σε λεωφόρους προς το κοντινότερο νοσοκομείο. Εκεί το παιδί κάνει ράμματα, με τον πατέρα του να του κρατάει το κεφαλάκι του και να συμπάσχει στον πόνο του συρραπτικού, λες και περνάει ο ίδιος αυτόν τον πόνο. Μπορεί το περιστατικό να δείχνει κάποια μικρή αμέλεια από την πλευρά του πατέρα, όμως ουσιαστικά συμβάλλει κι αυτό ως βίωμα στις εμπειρίες που μοιράζονται μαζί πατέρας και γιός.

Μέσα σ’ αυτή την μοναδική σχέση αγάπης κι εμπιστοσύνης μεταξύ των ηρώων έρχεται να παρεμβληθεί ένας εισβολέας, η μετανιωμένη μητέρα. Η Μέριλ Στριπ επιστρέφει και ανακοινώνει στον Χόφμαν ότι πρόκειται να διεκδικήσει την κηδεμονία του μικρού γιού της δικαστικά. Σκηνή ανθολογίας η σκηνή στο μικρό τραπεζάκι ενός μπαρ με τους δυο γονείς αμήχανους στην αρχή, φορτισμένους στη συνέχεια, να δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας.
Όταν ο πατέρας, ανίκανος και άμαθος να συνδυάσει επαγγελματική επιτυχία και αποκλειστική ανατροφή του παιδιού του, απολύεται από την δουλειά του, ξεκινά ένα κυνηγητό εύρεσης εργασίας. Ξέρει, άλλωστε, ότι στην δίκη κηδεμονίας πρέπει να δείξει ότι έχει τους πόρους να αναθρέψει το παιδί του άνετα. Είναι διατεθειμένος, λοιπόν, να αποδεχτεί οποιαδήποτε δουλειά που θα του εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές εισόδημα για το παιδί του και τον εαυτό του. Όταν παραμονές Χριστουγέννων πηγαίνει σε εταιρία να ζητιανέψει δουλειά και διακόπτει τους εργοδότες από το χριστουγεννιάτικο πάρτυ της εταιρίας, εκείνοι συσκέπτονται για λίγο σε ένα ήσυχο γραφείο κι εκείνος περιμένει απ’ εξω, στον χώρο όπου γίνεται το πάρτυ. Εκεί, όλοι διασκεδάζουν αμέριμνοι, πίνουν, χορεύουν και γελούν με τους συναδέλφους τους, και μόνο εκείνος κάθεται με αγωνία σε μια καρέκλα στην γωνία περιμένοντας μια απάντηση από τα αφεντικά. Τελικά η αγωνία του τελεσφορεί, καθώς παίρνει την δουλειά αι φεύγει ευτυχισμένος από το κτήριο. Αυτή είναι πλέον η δικιά του γιορτή. Αυτή είναι η δική του χαρά, αλλά και μια μικρή στιγμή ξεγνοιασιάς. Τώρα αισθάνεται έτοιμος να παλέψει για την κηδεμονία του γιού του.

Κι αν κάποιος συνάδελφος διαβάζει αυτή τη στιγμή τα γραφόμενα, σίγουρα θα ξέρει ότι οι δικαστικοί αγώνες κηδεμονίας μπορούν να γίνουν αρκετά βίαιες καμιά φορά. Φυσικά, κάτι τέτοιο γίνεται στην ταινία. Με εξαιρετική μαεστρία ο σκηνοθέτης μας εγκλωβίζει σε μια δικαστική αίθουσα κεκλεισμένων θυρών, όπου οι δυο γονείς απλώνονται συναισθηματικά –και φυσικά ερμηνευτικά- προσπαθώντας να μετρήσουν την αγάπη τους για το παιδί τους και την ζωή που πρόκειται να του παράσχουν μελλοντικά.

Το μοτίβο της αλλαγής, της ωρίμανσης των ηρώων στεφανώνει το φινάλε της ταινίας, όπου οι τρεις ήρωες γίνονται ωριμότεροι, πληρέστεροι και αυτόνομοι, αισθανόμενοι και οι τρεις το βάρος της κατάστασης που ξεκινάει να περνάει και να τους αφήνει πιο ήρεμους, πιο ζωντανούς, πιο ικανούς να ελέγξουν συναισθήματα και καταστάσεις. Ένας προς έναν και οι τρεις ήρωες ξεπερνούν την καταιγίδα με ωριμότητα και γίνονται σοφότεροι, άρα και ζωντανότεροι.

Σεναριακά το έργο κυλάει πολύ άνετα. Κάθε σκηνή έχει ένα ειδικό βάρος, ένα κεντρικό γεγονός που περιγράφει ο σκηνοθέτης σαν αφηγητής, κάνοντας τις δευτερεύουσες λεπτομέρειες να γυρίζουν γύρω από το βασικό γεγονός κάθε σκηνής. Γενικώς η ταινία αποπνέει μια αύρα παλιού πράγματος, σαν να μυρίζεις παλιό ξύλο αντίκας. Η φωτογραφία έχει ζωηρά χρώματα του ’70 κυρίως με έντονη την απόχρωση του καφέ, τα σενάριο είναι ακαδημαϊκά μελετημένο και ισορροπημένο, η όλη ατμόσφαιρα γενικώς φαίνεται σαν σκουριασμένη αν την δεις από την προοπτική του 2011. Όμως η γλυκύτητα της πλοκής, οι ερμηνείες και η τελική κάθαρση της ταινίας διαμορφώνουν μια ταινία εξαιρετική. Σίγουρα στην πορεία της κινηματογραφικής δημιουργίας έχουμε δει κι άλλες παρόμοιες ταινίες. Όμως σε αυτήν την ταινία του 1979 είναι που βλέπουμε για πρώτη φορά όλα αυτά τα στοιχεία που βλέπουμε σε επόμενες χρονικά ταινίες, κάνοντας την ταινία να λειτουργεί σαν κινηματογραφικό αρχέτυπο.

Πέραν από την ομορφιά της σεναριακής και σκηνοθετικής έξαρσης, ο βασικός λόγος που καλείται ο σύγχρονος θεατής να δει την ταινία αυτή είναι η συγκλονιστικές ερμηνείες των ηθοποιών.
Πρώτος και καλύτερος ο Ντάστιν Χόφμαν, που ως προδομένος σύζυγος και ξαφνιασμένος γονέας, δίνει την δική του μάχη για ισορροπία στις υποχρεώσεις της ζωής του και για το δικαίωμά του στην αλλαγή και είναι απλά τέλειος. Η ψυχραιμία του και η βαθιά εσωτερικότητα των συναισθημάτων του, ειδικά σε μια από τις τελευταίες σκηνές όπου ο μικρούλης στεναχωριέται, είναι ισοπεδωτική. Ο Χόφμαν κάνει μια από τις καλύτερες ανδρικές ερμηνείες στην ιστορία του κινηματογράφου, υπόδειγμα για κάθε νέο ηθοποιό, ένα υποκριτικό master class, και δίκαια αποσπά το Όσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου, το πρώτο από τα δύο που του επιφυλάσσει η κινηματογραφική του καριέρα.
Δεν είναι ιδιαίτερα άξιο αναφοράς ότι η Μέριλ Στρίπ είναι συγκλονιστική για μια ακόμη φορά στον κινηματογράφο. Η άνεση που αντιμετωπίζει τον ρόλο της «κακιάς» μέσα στην ταινία, η οποία συνθλίβεται και περνάει στην άλλη άκρη, είναι καταπληκτικός. Το καλύτερο είναι, όμως, ότι, ενώ θα μπορούσε ο ρόλος αυτός να αποδοθεί με τις κλασσικές μανιέρες ενός «κακού» ρόλου, τελικά η σύζυγος και μητέρα που εγκαταλείπει την οικογένειά της καταλήγει να γίνεται συμπαθής και να προκαλεί τον οίκτο του θεατή και όχι την αποστροφή. Το δεύτερο σπουδαίο επίτευγμα της Μέριλ Στριπ είναι ο τρόπος που κλαίει (!). Είναι τόσο ισοπεδωτικά απλό και ειλικρινής, που νομίζεις ότι πρέπει να πας να την ηρεμήσεις. Για την σπουδαία ερμηνεία της στην ταινία η Μέριλ Στριπ απέσπασε το Όσκαρ β΄ γυναικείου ρόλου.
Μπορεί να περιμένεις από τον Χόφμαν και την Στριπ σπουδαίες ερμηνείες, όταν όμως βλέπεις τον 7χρονο Τζάστιν Χένρυ να παίζει τόσο μεστά και αληθινά τον μικρό γιο μιας οικογένειας που διαλύεται, τότε δεν σου μένει παρά να απολαύσεις και να συγκινηθείς με ειλικρίνεια με τις στιγμές που ο μικρός βουρκώνει και του κόβεται η ανάσα από τα δάκρυα μέσα στην αγκαλιά του μπαμπά του. Ο πιτσιρίκος Τζάστιν Χένρυ για την ερμηνεία του στην ταινία κέρδισε μια υποψηφιότητα για το Όσκαρ β΄ ανδρικού ρόλου και είναι μέχρι και σήμερα ο νεότερος υποψήφιος για Όσκαρ ηθοποιός. Φυσικά, δεν χρειάζεται να αναφέρω ότι η καριέρα του άρχισε και τελείωσε στην ταινία αυτή…

Εάν η ταινία αυτή ήταν σουηδού σκηνοθέτη, τότε ο θεατής μετά το τέλος της θα ήθελε να αυτοκτονήσει. Ο τεξανός Ρόμπερτ Μπέντον δίκαια απέσπασε για την ταινία το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και Σεναρίου και κατάφερε να δώσει στην ταινία του το Όσκαρ καλύτερης ταινίας, διότι κατάφερε να δώσει μια ελαφριά και σχετικά ευχάριστη πνοή στην ταινία, χωρίς να γίνεται βαριά και καταθλιπτική. Το σφιχτοδεμένο σενάριο κάνει την ταινία ανάλαφρη παρά την βαριά θεματολογία της και αυτό που επικρατεί στην ταινία τουλάχιστον στο τέλος της είναι η ειλικρινής συγκίνηση.

Μια πολύ ωραία ταινία, απλή, ανθρώπινη, συγκινητική, συναισθηματική, με τρομερές ερμηνείες, αξίζει να την ανακαλύψετε ως ένα ζωηρό μουσειακό είδος από την ιστορία του κινηματογράφου, μια ταινία που έφτασε πανάξια πολύ κοντά στο “Big five” των βραβείων Όσκαρ. Δείτε την με μικρή παρέα, με κρασί και κρεατο-κατάσταση.


Ένθετο: “BIG FIVE”

Αδιαμφισβήτητα τα Όσκαρ αποτελούνε ένα από τα σημαντικότερα βραβεία ποιότητας μιας ταινίας. Όσο κι αν διαφωνούμε, όσο κι αν βλέπουμε ότι κάπου κάπου ίσως οι επιλογές των καλλιτεχνών που κρατάνε τελικά το αγαλματάκι στα χέρια τους γίνονται με εμπορικά παρά με καλλιτεχνικά κριτήρια, παρά ταύτα δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις κορυφαίες δημιουργίες και του κορυφαίους καλλιτέχνες που έχουν βραβευτεί με το χρυσό αγαλματάκι με τον ιππότη, το ξίφος και την μπομπίνα.

Τα βραβεία αυτά όπως ξέρουμε διαιρούνται σε κατηγορίες, κάποιες από αυτές αφορούν μεμονωμένους δημιουργούς, άλλες ηθοποιούς, άλλες τεχνικούς, άλλες εταιρίες παραγωγής. Πάντα η βράβευση ενός καλλιτέχνη ή μιας εταιρίας είναι σημαντική για τους ίδιους, αλλά όχι πάντα για το κοινό. Είναι λίγοι εκείνοι οι θεατές που ενδιαφέρονται για το Όσκαρ σκηνογραφίας ή για το Όσκαρ μοντάζ π.χ. Γι’ αυτό, δημιουργήθηκε ανεπίσημα μια κατηγορία βραβείων, τα “Big five” βραβεία, ως αυτά που ενδιαφέρουν το μεγαλύτερο ποσοστό των θεατών. Και αυτά είναι τα εξής:
1. Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας
2. Όσκαρ Σκηνοθεσίας
3. Όσκαρ Σεναρίου (πρωτότυπου ή διασκευασμένου)
4. Όσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου
5. Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου

Στην ιστορία του κινηματογράφου είναι τρεις οι ταινίες που έχουν καταφέρει να αποσπάσουν και τα πέντε παραπάνω βραβεία, καταφέρνοντας ένα απίστευτο ρεκόρ καλλιτεχνικής αναγνώρισης.
Η πρώτη έρχεται από το μακρινό 1934, όπου η ταινία «Συνέβει μια νύχτα» του δεξιοτέχνη Φρανκ Κάπρα αποσπά τα 5 σημαντικότερα βραβεία της Ακαδημίας Τεχνών. Ο ίδιος ο Κάπρα πήρε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και χάρισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην εταιρία Κολούμπια με το καλλιτεχνικό του δημιούργημα. Ο προπαγανδιστής κατά των ναζιστών Ρόμπερτ Ρίσκιν κέρδισε το Όσκαρ Σεναρίου και οι αστέρες του τότε Κλαρκ Γκέιμπλ και Κλοντέτ Κολμπέρ κέρδισαν τα βραβεία ρόλων.
Η δεύτερη ταινία έρχεται με μεγάλο άλμα στον χρόνο, από το 1975, με τον τρελό Τζακ Νίκολσον να παιδεύει την νοσοκόμα Λουίζ Φλέτσερ στην «Φωλιά του κούκου». Ο Τσέχος σκηνοθέτης Μίλος Φόρμαν μας χαρίζει ένα αξεπέραστο δράμα, κάνοντας τα μαγικά του και αποσπώντας το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, ο ηθοποιός Μάικλ Ντάγκλας παίρνει Όσκαρ από την καρέκλα του παραγωγού για την ταινία, οι Χόμπεν και Γκόλντμαν κερδίζουν το Όσκαρ σεναρίου, η Λούιζ Φλέτσερ κερδίζει –ίσως λίγο άδικα- την Έντα Γκάμπλερ της συγκλονιστικής Γκλέντα Τζάκσον και παίρνει σπίτι της το χρυσό αγαλματάκι, και η φοβερή ερμηνεία του Τζακ Νίκολσον του χαρίζει πανάξια το πρώτο από τα τρία Όσκαρ που θα του αναλογούσαν τελικά στην καλλιτεχνική του πορεία.
Τελευταία μια ταινία που έκανε το 1991 πολλούς θεατές να γαντζωθούν από τα μπράτσα του καθίσματός τους στο σινεμά. Η απεγνωσμένη νεαρή μπατσίνα Τζόντι Φόστερ καταφεύγει στην συμβουλή του κανίβαλου Χάνιμπαλ Λέκτερ και ο κόσμος αηδιάζει βλέποντας το μισοφαγωμένο πτώμα ενός φρουρού σταυρωμένο πάνω στα κάγκελα του κελιού του Άντονυ Χόπκινς στην «Σιωπή των αμνών». Ο Τζόναθαν Ντεμ υπέγραψε το 1991 την καλύτερη δημιουργία του, χαρίζοντας πανάξια στον εαυτό του το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και στην εταιρία παραγωγής του το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Ο θεατρικός συγγραφέας Τεντ Τάλυ υπέγραψε το σενάριο που του χάρισε το μοναδικό του Όσκαρ, η Τζόντι Φόστερ έπαιξε σαν βράχος την αποφασισμένη αστυνομικό που φέρεται και άγεται από τον συγκλονιστικό Άντονυ Χόπκινς, ίσως την καλύτερη ανδρική ερμηνεία που έχω δει ποτέ.

Καποιες ταινίες πλησίασαν το επίτευγμα των 5 σπουδαίων βραβείων:
Η κλασσική «Όσα παίρνει ο άνεμος» ατύχησε στο Α΄ ανδρικού, όπου ο Κλαρκ Γκέιμπλ έχασε από τον Ρόμπερτ Ντόνατ.
Η «Μις Μινίβερ» έχασε το Α΄ ανδρικού.
Ο «Νευρικός εραστής», η καλύτερη ταινία του Γούντυ Άλεν, έχασε κι αυτή το Α΄ ανδρικού ρόλου, όπου ο Γούντυ δεν κατάφερε να κερδίσει τον Ρίτσαρντ Ντρέυφους.
Τέλος, στο «Αμέρικαν Μπιούτυ» η Άνετ Μπένινγκ έχασε το Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου από την καταπληκτική Χίλαρι Σουόνκ στο “Boys don’t cry”.

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

MovieReactor: Hunger (2008)

HUNGER (2008)
Ή Ο ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΣ ΓΚΑΝΤΙ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ

Ένα από τα κατάλοιπα που μου κληρονόμησε η θητεία μου στα ελληνικά στρατά είναι το πρωινό ξύπνημα. Ποτέ μου δεν είχα δυσκολία σ’ αυτό, από τότε μάλιστα που ξυπνούσα πρωί πρωί μικρό παιδί για να δω παιδικά στην τηλεόραση το πρωί του Σαββατοκύριακου, αλλά τώρα πια το όλο θέμα καταντάει γελοίο, ειδικά όταν ξυπνάει κανείς στις 6.30 το πρωί. Για να πνίξω τον πόνο του πρωινού ξυπνήματος, είπα να δω μια ταινία για τον πόνο κάποιου άλλου ανθρώπου. Και πέτυχα διάνα.

Σε βρετανική φυλακή για τρομοκράτες στην Βόρεια Ιρλανδία, καταφθάνει νεαρός κρατούμενος. Ξεγυμνώνεται από τους φύλακες και πετιέται σε μπουντρούμι, που το μοιράζεται αδιαμαρτύρητα με συγκρατούμενο και συν-επαναστάτη. Από το σημείο αυτό, ο νεαρός και οι υπόλοιποι κρατούμενοι της φυλακής θα περάσουν τα πάνδεινα από τους βρετανούς φύλακες, όπως φάλαγγες, σοδομισμούς με διάφορα αντικείμενα, εξευτελισμούς κλπ κλπ. Από την κατάσταση αυτή ξεπηδούν διάφορες φωνές αντίδρασης, με βασικότερη εκείνη του Μπόμπυ Σαντς (Μάικλ Φασμπέντερ), ο οποίος ομολογεί όταν τον επισκέπτεται φίλος και επαναστάτης ιερέας (Λίαμ Κάνινγκχαμ) ότι ξεκινάει απεργία πείνας (Hunger). Το σώμα του αρχίζει και αδυνατίζει, τα ζωτικά του όργανα υπολειτουργούν, μέχρι το οριστικό τέλος της απεργίας πείνας.

Ο Στηβ ΜακΚουίν (καμία σχέση με τον διάσημο ηθοποιό της δεκαετίας ’70) κάνει ντεμπούτο στη σκηνοθεσία με μια ταινία επαναστατική και καταγγελτική. Δεν φείδεται ωμότητας, σκληρότητας, ρεαλιστικότητας, με αποτέλεσμα να σου σφίγγει το στομάχι και να στραγγαλίζει τις αισθήσεις σου, παίρνοντας λίγο από τον αέρα που αναπνέεις. Δημιουργεί έτσι μια ταινία μετέωρη μεταξύ της καλλιτεχνικής αφήγησης και του ντοκιμαντέρ. Όμως, αν και αρκετά σφιχτοδεμένη, η ταινία καταφέρνει άραγε να κυλήσει αβίαστα για τον θεατή, ή μήπως η αφήγηση κολλάει κατά την μετάβαση του ενός γεγονότος στο άλλο?

Το φιλμ ξεκινάει ιδανικά. Ένας βρετανός φύλακας της φυλακής ξυπνάει από τον ύπνο του, τρώει το πρωινό του, πίνει τον καφέ του, φοράει τα ρούχα του αι πηγαίνει στη δουλειά του. Πριν μπει στο αμάξι του, στρέφει το κεφάλι του πλάι προς τον δρόμο, και βλέπει τα κλασσικά βρετανικά σπιτάκια το ένα δίπλα στο άλλο, όλα τόσο απογοητευτικά όμοια μεταξύ τους. Προφανές σχόλιο του σκηνοθέτη για την μαζοποίηση της σκέψης των φυλάκων από τις εθνικιστικές φανφάρες όπου είναι εκτεθειμένοι.
Ο φύλακας φεύγει και φτάνει στην φυλακή. Στη συνέχεια βουλώνει τον νιπτήρα, τον γεμίζει με νερό και βυθίζει τα χέρια του μέσα. Στις κλειδώσεις των δακτύλων τα χέρια του είναι πληγιασμένα, προφανώς από τις μπουνιές που μόλις έριξε σε κάποιον κρατούμενο. Η δροσιά του νερού ανακουφίζει τις πληγές, ανακούφιση που διαγράφεται στο πρόσωπό του. Είναι σαν να ανακουφίζεται από την ταλαιπωρία που τραβάει στην δουλειά του, και είναι προφανές το ειρωνικό σχόλιο του σκηνοθέτη «δουλειά κι αυτή…». Η ανακούφιση αυτή επαναλαμβάνεται αρκετές φορές μέσα στην ημέρα. Η αρχή αυτή είναι εξαιρετική και προδιαθέτει τον θεατή ότι πρόκειται να δει ταινία εμποτισμένη με το φοβερό κράμα ρεαλισμού – ποίησης.
Η συνέχεια, όμως, δεν είναι διόλου ποιητική. Νεαρός φρεσκοσυλληφθείς αρνείται να φορέσει τα ρούχα της φυλακής, απαιτώντας να φοράει τα δικά του. Άλλωστε, στα μάτια του οι πράξεις του δεν ήταν τρομοκρατικές αλλά επαναστατικές, με γνώμονα την ελευθερία της πατρίδας του. Οι φύλακες, λοιπόν, τον ξεγυμνώνουν - σημάδι εξευτελισμού – και του δίνουν απλά μια πετσέτα, ώστε να κρατάει σκεπασμένα τα γεννητικά του όργανα. Πετιέται ο νεαρός στο μπουντρούμι, όπου γνωρίζει τον συγκάτοικό του, κι αυτός ιρλανδός επαναστάτης, ο οποίος έχει καλύψει τους τοίχους του κελιού με κόπρανα – γραφική ύλη για καλλιτεχνική δημιουργία πάνω στους τοίχους.
Οι κρατούμενοι σύρονται βίαια για να κουρευτούν και να πλυθούν, και τους παρέχονται πολιτικά ρούχα 2ο χέρι να φορέσουν. Όταν αυτοί αρνούνται να τα φορέσουν, καλούνται οι ειδικές δυνάμεις της βρετανικής αστυνομίας οπλισμένοι με γκλομπ και ασπίδες, παρατάσσονται κατά μήκος των δυο τοίχων του στενού διαδρόμου της φυλακής και αρχίζουν και ξυλοκοπούν άγρια τους τρόφιμους με τα γκλομπ. Ενώ οι ειδικοδυναμίτες βαράνε ανελέητα έναν κρατούμενο, ένας ειδικοδυναμίτης έχει βγει από την παράταξη, έχει ακουμπήσει σε διπλανό τοίχο και έχει πλαντάξει στο κλάμα, αηδιασμένος από την δουλειά που τον έχουν βάλει να κάνει. Αυτούς που βαράνε τους βλέπουμε αριστερά στην οθόνη, τον νεαρό που κλαίει δεξιά στην οθόνη, σε ένα δυνατό κοντράστ, το οποίο όμως φαίνεται τόσο πολύ φτιαχτό για να προκαλέσει συγκίνηση.
Ο φύλακας, με τον οποίον ξεκίνησε η ταινία, φεύγει από την φυλακή κι επισκέπτεται την κατατονική μάνα του στο ίδρυμα που την έχει κλείσει. Ένας ιρλανδός επαναστάτης έρχεται από πίσω του και τον πυροβολεί στον αυχένα. Ο φύλακας πεθαίνει ακαριαία καταματωμένος πάνω στην ποδιά της μητέρας του, η οποία αδυνατεί να αντιδράσει λόγω της αρρώστιας της. Στη σκηνή αυτή ο σκηνοθέτης προσπαθεί να συμβιβάσει τα δυο άκρα, παραδεχόμενος ότι και οι βρετανοί στρατιώτες στο βάθος είναι άνθρωποι, με συναισθηματικές ανάγκες, με λάθη, με τρωτά σημεία. Έτσι, ο ιρλανδός επαναστάτης μπαίνει στη θέση του «κακού» και ο βρετανός φύλακας σε εκείνη του «θύματος», αποδεικνύοντας ότι σε έναν πόλεμο υπάρχουν πάντα απώλειες και στις δύο πλευρές, και οι απώλειες αυτές είναι άνθρωποι. Δεν θα ήθελα να σχολιάσω παραπάνω την σκηνή αυτή, αν και κάτι μου ξινίζει, να πω την αλήθεια…
Ο πρωταγωνιστής της ταινίας μας παρουσιάζεται περίπου στην μέση της αφήγησης, σε συνάντηση με φίλο επαναστάτη ιερωμένο μέσα στη φυλακή. Ένα ιδεολογικό μπραντεφέρ βλέπουμε, όπου ο Σαντς πιστεύει στην ελευθερία μέσω πράξεων ακτιβισμού και ο ιερωμένος στην ελευθερία μέσω πολιτικού λόγου και διπλωματίας. Εκεί, ο Σαντς ανακοινώνει στον ιερωμένο ότι ξεκινάει απεργία πείνας. Μάταια ο παπάς προσπαθεί να τον μεταπείσει. Σε ένα μακρόσυρτο 16λεπτο μονόπλανο, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να δώσει ιδεολογικό έρεισμα στην απεργία πείνας του ιρλανδού επαναστάτη, δίνοντάς του χώρο να εκφράσει τις απόψεις του περί δυναμικής αντίδρασης στην κατοχή της Βορείου Ιρλανδίας από τους Άγγλους. Θεωρώ κινηματογραφικό ατόπημα, όταν σε μια ταινία με φοβερή έλλειψη διαλόγων, που σε νοιάζει η ωμή απεικόνιση της κατάστασης των επαναστατών μέσα σε κρατική φυλακή με μόνο σου όπλο τις εικόνες, ξαφνικά κάπου στη μέση της ταινίας να πετάς μια σκηνή με ακατάσχετη λογοδιάρροια. Όταν, όμως, γνωρίζεις δυο πράγματα για την ιστορία της Βορείου Ιρλανδίας και τον άνισο αγώνα επαναστατών και πολιτικών για το αυτονόητο, την ελευθερία από την κατοχή των ξένων στη χώρα σου, τότε συγκινείσαι ακούγοντας το πάθος και των δυο επαναστατών για ελευθερία.
Η απεργία πείνας ξεκινάει, και σύντομα βλέπουμε τον Σαντς, εναλλακτικό Γκάντι της Ιρλανδίας, να έχει απομείνει ένα τσουβάλι κόκκαλα με δέρμα τριγύρω τους, με πληγές σε όλο του το κορμί, με ζωτικά όργανα που υπολειτουργούνε, με ένα σώμα που αρχίζει να λιώνει. Φαγητό τοποθετείται καθημερινά στο κελί του Σαντς στο νοσοκομείο της φυλακής, το οποίο επιστρέφεται ανέγγιχτο το επόμενο πρωί. Όταν ο Μπόμπυ Σαντς πετιέται από τους φύλακες στην μπανιέρα για μπάνιο, βλέπει στα χέρια του γιγαντόσωμου άγγλου φύλακα που τον φυλάει ένα τατουάζ με την ένδειξη «UDA», τα αρχικά του οργανωμένου ιρλανδικού επαναστατικού αγώνα: η απεργία πείνας έχει λειτουργήσει, πολλοί από τους άγγλους πολίτες –και δη δεσμοφύλακες- έχουν κατανοήσει τα δίκια των ιρλανδών και είναι πλέον υπέρ του αγώνα τους εναντίον του βρετανικού ιμπεριαλισμού.
Οι γονείς του Σαντς μεταφέρονται και διαμένουν ως επισκέπτες στη φυλακή που αργοσβήνει ο γιός τους, για να είναι μαζί του τις τελευταίες ημέρες. Και με την μητέρα του παρούσα, ένα κάποιο πρωινό, ο Σαντς σβήνει, μετά από 66 ημέρες απεργίας πείνας, έχοντας κάνει διάσημο παγκοσμίως το ζήτημα της κατοχής της Βορείου Ιρλανδίας.

Αποκαλύπτω το τέλος της ταινίας, επειδή αφενός είναι ένα ιστορικό γεγονός, κι αφετέρου πραγματικά δεν είναι αυτή η αγωνία που έχει κανείς βλέποντάς την.

Η σκηνοθεσία του Στηβ ΜακΚουίν είναι ταλαντούχα αλλά πρωτολειακή. Έχει πολλές αδυναμίες, υποπίπτει σε σημαντικά λάθη που κάνουν την αφήγηση να μην ρέει, κάνουν τον θεατή να καταλάβει ότι ο σκηνοθέτης της ταινίας αυτής είναι άπειρος, αλλά πολλά υποσχόμενος. Η ταινία βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ των Καννών με την Χρυσή Κάμερα πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, με BAFTA πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, και με πολλά άλλα βραβεία από κινηματογραφικά φεστιβάλ, είναι όμως μια άνιση ταινία, η οποία πραγματεύεται ένα θέμα πολύ δυνατό και συγκινητικό από μόνο του, και καταφέρνει με τα όσα προβλήματα αφήγησης να μεταδώσει έναν επαναστατικό καημό στον θεατή, μια γλυκόπικρη αηδία για τον ιμπεριαλισμό των κυβερνόντων τον κόσμο, πέραν από τον σε πηχτές δόσεις αποτροπιασμό για τις σκηνές ωμότητας και βίας, οι οποίες δύσκολα σου φεύγουν από το μυαλό.

Η ταινία απεμπόλησε την οποιαδήποτε ποιητικότητα, και περιορίστηκε σε ωμές σκηνές άκρατου ρεαλισμού, περιορίζοντας την αφήγηση σε μια αποστασιοποιημένη και ντοκιμαντερίστικη συρραφή των γεγονότων που την αποτελούν. Ο σκηνοθέτης σαφώς παίρνει θέση υπέρ της επανάστασης των Βορειοϊρλανδών, δεν παίρνει θέση όμως στην πρακτική της απεργία πείνας ως μέσω πίεσης. Δεν μας λέει την άποψή του. Είναι τελικά η απεργία πείνας ένα κοινωνικό μέσο ακτιβιστικής αντίδρασης, ή μήπως είναι μια αργόσυρτη συνεχής απειλή προς αυτοκτονία? Δεν ξέρω αν θα ήταν καλό να πάρει θέση στο ζήτημα, ξέρω όμως ότι θέλει να δημιουργήσει το ερώτημα αυτό στον θεατή, χωρίς να αναιρεί τίποτα από το ανδραγάθημα του Μπόμπυ Σαντς.

Η μουσική είναι ανύπαρκτη, βοηθώντας έτσι στην ένταση του ρεαλισμού των σκηνών που δείχνει. Δεν θέλει τίποτα τεχνητό, όπως μουσική και εφέ. Ο σκηνοθέτης θέλει όλα τα μέσα του να περιορίζονται στην ωμή αφήγηση σκληρών γεγονότων, και όλη η δύναμη της ταινίας να βγαίνει από αυτά.

Ο Μάικλ Φασμπέντερ, ακόμα κι αν αποφάσιζε να αποσυρθεί σήμερα από την υποκριτική τέχνη, θα έμενε στην ιστορία ως Μπόμπυ Σαντς. Μια από τις καλύτερες ερμηνείες του 2008, τόσο απλή κι εσωτερική που δένει άνετα και άκοπα στο σύνολο της ταινίας.
Ο έμπειρος Λίαμ Κάννινγκχαμ είναι καταπληκτικός ως Πατέρας Μόραν, στην μοναδική σκηνή που παρουσιάζεται, όπου επί ένα εικοσάλεπτο μονοπωλεί με τον δυναμικό διάλογό του με τον Μπόμπυ Σαντς.

Δυναμική, ωμή, σκληρή, αλλά και αργή και μεστή, το Hunger του Στηβ ΜακΚουίν θα μείνει στην ιστορία χάρη στο συγκινητικό ιστορικό γεγονός που περιγράφει, την εξαιρετική ερμηνεία του πρωταγωνιστή Μάικλ Φασμπέντερ, αλλά όχι χάρη στους σκηνοθετικούς χειρισμούς του δημιουργού της. Δείτε την για να ανακαλύψετε ότι δεν είναι μόνο η Ελλάδα –ευτυχώς- που έχει μεγάλους ήρωες.

Ο 20Ος ΑΙΩΝΑΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Τα πάθη των Ιρλανδών του εικοστού αιώνα και η πορεία τους για την ελευθερία από τους Άγγλους κατακτητές ξεκινούν από το 1916 με το διάσημο “Eastern Rising”, τον εγκλωβισμό μιας μερίδας Ιρλανδών επαναστατών στο τεράστιο κτήριο του ταχυδρομείου του Δουβλίνου, την καταστροφή του κτηρίου και την δολοφονία πολλών ιρλανδών επαναστατών, την οποία ακολούθησαν συλλήψεις και βασανιστήρια που δεν χωράνε σε ανθρώπου νου. Ανάμεσα στους συλληφθέντες και δυο πασίγνωστα ιστορικά πρόσωπα: ο Έαμον ντε Βαλέρα και ο Μάικλ Κόλινς.

Στην ταινία «Μάικλ Κολινς, ο επαναστάτης» ο κορυφαίος ιρλανδός σκηνοθέτης Νηλ Τζόρνταν ακολουθεί την ζωή του σπουδαίου επαναστάτη και πολιτικού, ο οποίος μετά την απελευθέρωσή του για τα συμβάντα του Easter Rising, οργανώνει αντάρτικο και επαναστατική οργάνωση εναντίον των βρετανών. Στον αντίποδα της επαναστατικής οργάνωσης, ο άλλος επαναστάτης, Έαμον ντε Βαλέρα, πρεσβεύει την επανάσταση μέσω του δημοκρατικού πολιτικού λόγου.
Ο IRA, ο επαναστατικό στρατός των Ιρλανδών, δολοφονεί 14 μέλη των μυστικών υπηρεσιών της Αγγλίας μια Κυριακή πρωί. Τα αντίποινα είναι άμεσα, όταν ο βρετανικός στρατός ανοίγει πυρ σε κατάμεστο στάδιο στο Κορκ της Ιρλανδίας κατά τη διάρκεια αγώνα.
Μετά από άπρακτες διπλωματικές αποστολές, τελικά η βρετανική κυβέρνηση καλεί την ιρλανδική αντιπροσωπεία στο Λονδίνο, για να εγκρίνουν την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας ως ελεύθερη χώρα εντός της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Η συμφωνία υπογράφηκε από τον εκπρόσωπο της Ιρλανδίας Μάικλ Κόλινς, ο ντε Βαλέρα όμως διαφώνησε, θέλοντας μια Ιρλανδία ελεύθερη, και ξεκίνησε αντάρτικο με τον IRA εναντίον Άγγλων και «αγγλόφιλων» Ιρλανδών, όπως θεωρούσε και τον Μάικλ Κόλινς. Ο τελευταίος γυρίζει στο Κορκ και ζητά συνάντηση με τον ντε Βαλέρα, λέγοντας «Ήταν πάντα ο αρχηγός μου. Θα πήγαινα και στην κόλαση αν μου το ζητούσε. Και μάλιστα, μπορεί και να έχω πάει ήδη». Εθνικιστές ιρλανδοί, χωρίς την έγκριση του ντε Βαλέρα, λένε στον Μάικλ Κολινς να πάει σε ένα πανδοχείο, όπου του στήνουν ενέδρα και τον σκοτώνουν.
Η σπουδαία αυτή ταινία κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1996 και το καστ της αποτελείται από τους Λίαμ Νίσον, Τζούλια Ρόμπερτς και Άλαν Ρίκμαν.

Η Πράξη της Ιρλανδικής Κυβέρνησης του 1920 έδωσε ελευθερία στην Νότια Ιρλανδία, δημιούργησε όμως το κράτος της Βόρειας Ιρλανδίας ως ξεχωριστό μέρος του νησιού, υπό την διακυβέρνηση του παλατιού.

Ο αγώνας των Ιρλανδών όμως μόλις είχε αρχίσει. Στην ταινία «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι» του Ιρλανδού Κεν Λόουτς, δυο αδέρφια κατατάσσονται στον IRA και συμμετέχουν στον ανταρτοπόλεμο των Ιρλανδών εναντίον των Άγγλων κατακτητών. Μετά το 1920, ο Ιρλανδικός Επαναστατικός Στρατός μάχεται για να αποτινάξει τον διακριτικό έλεγχο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας από την Ιρλανδία, αλλά και για την απελευθέρωση των αδερφών τους στην Βόρεια Ιρλανδία από την Αγγλική κατοχή. Μετά την παραχώρηση αυτονομίας στην Νότια Ιρλανδία το 1920, ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Ιρλανδών σκιαγραφείται από την επιλογή των δυο αδερφών: ο ένας δέχεται την Πράξη του 1920 σαν ένα πρώτο βήμα για την απελευθέρωση ολόκληρης της Ιρλανδίας (τακτικός στρατός). Ο άλλος απορρίπτει την Πράξη του 1920, θεωρώντας ότι με αυτήν παγιώνεται η διχοτόμηση της Ιρλανδίας σε Νότια και Βόρεια, θεωρεί ολόκληρη την Ιρλανδία ακόμα υπό αγγλική κατοχή και παλεύει για την ελευθέρωση ολόκληρης της Ιρλανδίας (επαναστατικός στρατός). Τα πάθη των Ιρλανδών που σφάζονται μεταξύ τους σκιαγράφονται με τρομερά χρώματα και η μάστιγα του εμφυλίου μεταξύ των ετών 1922-1923 ολοκληρώνεται με τον αποδεκατισμό των επαναστατών και την επικράτηση των δυνάμεων της Ιρλανδικής κυβέρνησης και του τακτικού στρατού.
Η ταινία αυτή θεωρείται η καλύτερη ταινία σχετικά με την ιστορία της Ιρλανδίας του 20ου αιώνα, τιμήθηκε με τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών και ανέδειξε το άστρο του ηθοποιού Σίλιαν Μέρφι.

Ο Επαναστατικός Στρατός των Ιρλανδών δεν σταμάτησε την δράση του. Ο IRA στρατολογούσε στις παράνομες τάξεις του νεαρούς εθνικιστές με σκοπό την δολιοφθορά και τον ανταρτοπόλεμο εναντίον των Άγγλων της Βορείου Ιρλανδίας, σε μια εκτεταμένη περίοδο από τα τέλη των ’60 έως και το 1998, μια περίοδος που ονομάστηκε “The Troubles”. Κορύφωση των εξεγέρσεων και εχθροπραξιών στην Βόρειο Ιρλανδία ήταν η 30η Ιανουαρίου 1972, ημέρα γνωστή ως «Bloody Sunday». 26 νεαροί ειρηνικοί ακτιβιστές του Ιρλανδικού Επαναστατικού Αγώνα, ενώ διαδήλωναν στου δρόμους του Ντέρυ, πυροβολήθηκαν εν ψυχρό από Άγγλους αστυνομικούς.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν εντάχθηκαν στην προσπάθεια της Αγγλικής Κυβέρνησης να διασπάσει το επαναστατικό κίνημα των Ιρλανδών. Οι Ιρλανδοί επαναστάτες φυλακίζονταν μετά από δίκες – παρωδίες και περνούσαν τα πάνδεινα μέσα στα σωφρονιστικά ιδρύματα των Άγγλων. Οι Ιρλανδοί αντιδρούσαν ειρηνικά, με απεργίες πείνας εντός των φυλακών –πρώτο θύμα των απεργιών πείνας ήταν ο Μπόμπυ Σαντς της σημερινής ταινίας – και με ανταρτοπόλεμο και βομβιστικές επιθέσεις αυτονομιστών στους δρόμους.

Μια τέτοια βομβιστική επίθεση περιγράφει η ταινία του έτερου κορυφαίου Ιρλανδού σκηνοθέτη Τζιμ Σέρινταν «Εις το όνομα του πατρός». Νεαρός επαναστάτης συλλαμβάνεται τάχα επειδή έβαλε βόμβα σε παμπ που συχνάζανε άγγλοι αστυνομικοί, ανακρίνεται βίαια, υποχρεώνεται να ομολογήσει μια πράξη που δεν έκανε, φυλακίζεται και τραβάει τα πάνδεινα στην φυλακή Παρκ Ρουαγάλ.
Η ταινία κέρδισε την Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 1993 και ανέδειξε τον κορυφαίο λονδρέζο ακτιβιστή - ηθοποιό Ντάνιελ Ντέυ-Λιούις.

Τρεις ταινίες που αναδεικνύουν την αγωνία και τις προσπάθειες ενός λαού για ανεξαρτησία, τα δεινά των μικρών καθημερινών αφανών ηρώων ενός πολέμου που κρατάει ακόμα και σήμερα, το 2011, και εμπνέει την υπομονή, την μεθοδικότητα και την ομοψυχία των καταπιεσμένων ενάντια στους καταπιεστές.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

MovieReactor: The ghost writer (Ο αόρατος συγγραφέας -

THE GHOST WRITER (2010)
Ή ΒΡΕΧΕΙ ΚΑΥΤΕΣ ΠΑΤΑΤΕΣ

Χαμένος στα βουνά της Πίνδου, με ορίζοντα την ξερή χειμωνιάτικη φύση της βουνοπλαγιάς και περικυκλωμένος από βαριά συννεφιά, αποφάσισα να δω μια ταινία με παρόμοιο σκηνικό. Φυσικά, ήξερα ότι τέτοιος καιρός και κλίμα βρίσκεται μόνο σε αγγλική ταινία. Με την έγκυρη υπογραφή του Ρόμαν Πολάνσκι ως δημιουργού, ήξερα ότι η ταινία που διάλεξα δεν θα με απογοήτευε. Όπως κι έγινε. «Ο αόρατος συγγραφέας»:

Φρεσκοπετυχημένος νέος συγγραφέας (Γιούαν Μακ Γκρέγκορ) αναλαμβάνει να γράψει την βιογραφία του βρετανού πρώην πρωθυπουργού (Πηρς Μπρόσναν). Μαζεύει τα μπογαλάκια του, πηγαίνει στην υπερσύγχρονη σιδηρόφραχτη έπαυλη του βαθύπλουτου πολιτικού και ξεκινάει να συγκεντρώνει αναμνήσεις από την ζωή του. Η έρευνά του, όμως, συνοδευόμενη από μια συνεχή καταρρακτώδη βρετανική βροχή, τον οδηγεί μπροστά σε ερωτηματικά, τα οποία η νοσηρή του περιέργεια δεν μπορεί να αφήσει αναπάντητα. Ξεκινά να ψάχνει απαντήσεις καλά θαμμένες και καταλήγει να βρεθεί στην δίνη μιας πλεκτάνης, όπου ανακατεύονται σπουδαία προσώπατα και διεθνείς οργανισμοί. Όταν όμως ακουμπά την αλήθεια, κάποιοι αρχίζουν κι ενοχλούνται. Και δεν είναι καθόλου ειρηνικοί…

Η υπογραφή του κορυφαίου πολωνού σκηνοθέτη Πολάνσκι είναι αρκετή εγγύηση για να περιμένεις μια τουλάχιστον καλή ταινία. Η συγκεκριμένη ταινία, όμως, ξεπερνά τον απλό χαρακτηρισμό «καλή», οδηγώντας μας στην ιστορία ενός απλού και φιλήσυχου ανθρώπου, ο οποίος σιχαίνεται τις μεγάλες συγκινήσεις και θέλει την ήσυχη και απλή ζωή που έχει επιλέξει, παρακινείται όμως από την σπουδαία ευκαιρία που του δίνεται και συμφωνεί να γίνει η πένα των σκέψεων ενός διάσημου πολιτικού. Είναι χαρακτηριστική η απροθυμία του ήρωά μας να αναλάβει αυτό το εγχείρημα, φαίνεται σαν να προβλέπει τα δεινά που πρόκειται να περάσει, τελικά όμως πείθεται, σηκώνει τα μανίκια, μετακομίζει στην πολυτελή έπαυλη του πρώην πρωθυπουργού και ξεκινά το γράψιμο.
Η έπαυλη του πολιτικού βρίσκεται σε ένα θέρετρο απομακρυσμένο από το πολύβουο Λονδίνο, δίπλα στην ακροθαλασσιά, να την χτυπάει το κύμα. Φτιαγμένη σε σύγχρονο στυλ, γεμάτη μπαλκονόπορτες και τζάμια, αλλά με πυκνή, αλμυρή θαλασσινή συννεφιά, η έπαυλη αποτελεί καταθλιπτικό καταφύγιο για τον πολιτικό, ένα τεράστιο high tech κλουβί για έναν άνθρωπο που κρύβει πολλά και σημαντικά μυστικά.
Ο συγγραφέας προσπαθεί να προσαρμοστεί στο καινούριο του περιβάλλον και αντλεί έμπνευση αγναντεύοντας την σκούρα και συννεφιασμένη θάλασσα από το δωμάτιό του, προσπαθώντας να οργανώσει τις πληροφορίες που αντλεί από τις καθημερινές συζητήσεις που έχει με τον πρώην πρωθυπουργό. Ξεκινάει με συγκρατημένο ενθουσιασμό, όμως καταλήγει σχεδόν σε κατάθλιψη, όταν βλέπει ότι αυτά που γράφει και ο τρόπος που γράφει δεν αρέσουν στον πελάτη του.
Όταν ξαφνικά, στην προσπάθειά του να αναδείξει το ανθρώπινο πρόσωπο ενός πρωθυπουργού χτυπημένου από τα μίντια, βλέπει ότι υπάρχουν φίλοι στενοί, αλλά πανίσχυροι, βλέπει σχέσεις κι επικοινωνίες που δεν είναι σύννομες. Ξεκινάει με αγωνία μια προσωπική έρευνα για το παρελθόν του πρώην πρωθυπουργού, και καταλήγει σε χαμένα πρόσωπα, απομακρυσμένες επαύλεις, ερειπωμένα μοτέλ, σέξυ γυναίκες και πληρωμένους δολοφόνους. Καθώς προχωράει στην ξεδίπλωση του μυστηρίου, αρχίζει να φοβάται για την ζωή του – και όχι άδικα. Τελικά, λύνει το μυστήριο, ανακαλύπτει καλά κρυμμένα μυστικά, τα οποία προσπαθεί να αποκαλύψει στο ευρύ κοινό, και πλέον το μόνο που απομένει είναι να δούμε αν τελικά θα μπορέσει να το κάνει.

Το απροσδόκητο φινάλε κλείνει εξαιρετικά την ιστορία, υπενθυμίζοντάς μας ότι ο απλός άνθρωπος είναι τελικά ανίσχυρος μπροστά στις διαπλεκόμενες σχέσεις ισχυρών προσώπων. Φυσικά, περισσεύει να αναφέρω ότι η υπόθεση φωτογραφίζει καθαρά έναν υπαρκτό και πολύ πολύ συγκεκριμένο πολιτικό της Βρετανίας και τα γεγονότα που συνθέτουν το σενάριο είναι πολύ πολύ υπαρκτά και πραγματικά, ποτέ όμως δεν μπόρεσαν να αποδοθούν κατηγορίες σε συγκεκριμένο πολιτικό πρόσωπο.

Μυθοπλαστικά πλέον, ο Πολάνσκι δημιουργεί ένα σφιχτοδεμένο πολιτικό θρίλερ με ένα εξαιρετικό σενάριο. Πιο ώριμος από ποτέ, αφήνει την ιστορία να εξελιχθεί από μόνη της, να ανθίσει και τελικά να ωριμάσει σαν καλό κρασί. Και η συνταγή πετυχαίνει. Ο θεατής μένει απόλυτα ικανοποιημένος, βλέποντας ένα θρίλερ να ξεδιπλώνεται μπροστά του, έχοντας την εμπιστοσύνη ότι ο σκηνοθέτης δεν θα καταφύγει σε τεχνάσματα τύπου «ΜΠΟΥ!» για να τον κρατήσει σε αγωνία, παρά με χιτσκοκική χρήση του σασπένς θα τον υποβάλει και θα τον γεμίσει με ενδιαφέρον για την εξέλιξη. Βασικός πρωταγωνιστής της ταινίας είναι το φοβερό σενάριό της, το οποίο αναδεικνύει πλήρως ο σκηνοθέτης, χωρίς να επιθυμεί να γίνει εκείνος ο σταρ της ταινίας (ξαφνικά θυμήθηκα τον «Μαύρο Κύκνο» του Αρονόφκυ – τυχαίο…?). Έτσι απλά, χωρίς φανφάρες και στυλιζαρισμένες αηδίες, χτίζει μεθοδικά και με καταπληκτική δομή μια πλεκτάνη που αναπτύσσεται και κυκλώνει του ήρωες της ταινίας σαν ιστός αράχνης.

Βασικό πρωταγωνιστής, όμως, δεν είναι μόνο το σενάριο. Είναι και η βροχή. Η συνεχής συννεφιά και η βρόχα που τρώνε στην μάπα οι ήρωες συντελούν απόλυτα στο υποβλητικό κλίμα της ταινίας, θυμίζουν κάτι από τα παλιά κλασσικά θρίλερ και κάνουν στην ταινία πιο σκοτεινή. Η βαριά συννεφιά που τυλίγει την ταινία λειτουργεί όχι μόνο ως ένας έξτρα ήρωας που βοηθά στην εξέλιξη της υπόθεσης, αλλά και σαν ένα παραπέτασμα που κρύβει την αλήθεια από τα μάτια του πρωταγωνιστή. Βοηθά έτσι στην απόκοσμη απόκρυψη της αλήθειας, υποβάλλει τον θεατή και τον βυθίζει σε έναν κόσμο που προκαλεί δέος, σασπένς και τσιγκλά αρχετυπικούς φόβους του ανθρώπου.

Οι ερμηνείες είναι πολύ καλές συνολικά. Ο Γιούαν Μακ Κρέγκορ είναι γνωστό ότι είναι ένας σπουδαίος νέος ηθοποιός, ο οποίος με τις σωστές μανιέρες δίνει μια προσωπογραφία ενός απλού ανθρώπου, που βρίσκεται μπροστά σε μια τρομερή πλεκτάνη και προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους εμπλεκόμενους στα ίσα.
Τις λίγες φορές που βλέπουμε τον Πηρς Μπρόσναν, καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει και σε αυτόν υποκριτική φλέβα, η οποία θάφτηκε σε blockbuster ταινίες τύπου Τζέιμς Μποντ.
Τις καλές ερμηνείες συμπληρώνει η πολύ καλή Σαμάνθα του Sex & the city, Κιμ Κατράλ, ως η εξ απορρήτων γραμματέας του πρώην πρωθυπουργού, δυναμική, οργανωτική, bitch αλλά και σέξι.

Μια πολύ καλή ταινία, που δεν έλαβε την απαραίτητη προσοχή όταν παίχτηκε στους κινηματογράφους, σφιχτοδεμένη, με σασπένς, ατμόσφαιρα και καλές ερμηνείες, περιμένει να την γνωρίσετε. Δείτε την με μικρή παρέα, κρασί, finger food και οπωσδήποτε κουβερτούλα στα πόδια.