Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

MovieReactor: Τα μυθικά πλάσματα του Νότου

ΤΑ ΜΥΘΙΚΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ (2012)
Ή Χημεία φαντασίας με πραγματικότητα


 Είναι σίγουρα θέμα χρόνου. Βεβαίως και θέμα επιλογών ή μάλλον τύψεων. Τύψεων, διότι όταν δικαίως αποφασίζεις να ασχοληθείς και να αφιερώσεις χρόνο στο χόμπι σου, τότε κατατρύχεσαι από εκείνη τη φαγούρα των τύψεων που σου υποβάλλει την κρίσιμη και αιώνια παρατήρηση: «τώρα θα μπορούσες να διαβάζεις για τη δουλειά σου ή για την επιστήμη σου». Τελικά όμως, ίσως χρειάζεται και η πολύωρη κάποια στιγμή αφιέρωση στο χόμπι σου, ίσως μέσα από αυτό έρχεται η ολοκλήρωση του ανθρώπου –και βέβαια όχι του επιστήμονα ή του επαγγελματία-. Πλην όμως, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα και σφίγγω τα χείλια μου από απορία και συνειδητοποίηση, ίσως κι έτσι έρχεται η ολοκλήρωση του ανθρώπου σε κάθε πτυχή της ζωής του.

 Ακολουθώντας τις σκέψεις αυτές και μετανιωμένος για την υπερ-ετήσια απουσία μου από την οργανωμένα πολοκική παράθεση των σκέψεών μου περί κινηματογράφου, έσμπρωξα με τον δεξί αγκώνα τον τεράστιο φάκελο με τα περιουσιακά στοιχεία των πτωχών πλέον πελατών μου προς την άκρη του γραφείου μου και ακούμπησα ξανά τα πληκτρολόγιο για διασκέδαση. Μόλις πριν είχα τελειώσει μια ταινία που ελπίζω κανείς να μην στερήσει τον εαυτό του από τις συγκινήσεις και την ποιητικότητα που του επιφυλάσσει. Το δε σημερινό βροχερό σκηνικό είναι το ιδανικό για τα «Μυθικά πλάσματα του Νότου».

 Εξάχρονη φουντομαλλούσα ορφανή από μάνα ζει σε έναν καταυλισμό στα βουρκόνερα της Αμερικάνικης Λουιζιάνα σε μια αυτοσχέδια παράγκα με τον μπυρόνι – άνιμαλ πατέρα της και τους υπόλοιπους μαχητές της ζωής (καμιά πενηνταριά αφρο-άπλυτοι), οι οποίοι αρνιούνται να ζήσουν στην βιομηχανικά και ιατροφαρμακευτικά ανεπτυγμένη πόλη, από την οποία τους χωρίζει το μεγάλο Φράγμα. Η ημι-άγρια ζωή και η συνοχή της κοινωνίας αυτής πρόκειται να διαταραχθεί όταν μεγάλος όγκος νερού κατευθύνεται εναντίον της μέσω καταιγίδας. Το θαλασσινό νερό που πλημμυρίζει την κοινότητα έχει καταστροφικά διαβρωτικές συνέπειες στις αυτοσχέδιες εγκαταστάσεις που ζουν, οδηγώντας τους κατοίκους σε λανθασμένες επιλογές που επιβάλουν τον συγχρωτισμό με τους «εχθρούς», δηλαδή τους ανεπτυγμένους κατοίκους της πόλης. Τι θα γίνει όμως, όταν οι κάτοικοι της κοινότητας απαρνηθούν τον πολιτισμό και σχεδιάσουν απόδραση προς τον τόπο τους?

 Ο τριαντάχρονος πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Μπεν Ζάιτλιν υπογράφει μια ταινία που πλέκει την φαντασία με την πραγματικότητα με έναν τρόπο τόσο ιδιαίτερο που σφιχταγγαλιάζονται σαν την ένωση χημικών στοιχείων. Το εγχείρημά του ήταν πράγματι πολύ δύσκολο, και όχι μόνο πέτυχε, μα δημιούργησε καινούριους δρόμους μυθοπλασίας, ικανούς να εμπνεύσουν την καινούρια σειρά ταλαντούχων σκηνοθετών. Τα κύρια μοτίβα του, όπως η διαδικασία ανάληψης ευθυνών, ο φόβος και η περιέργεια, η διαφορετικότητα και τελικά η δυνατότητα επιλογής της αυτοδιάθεσης (όλα θα τα δούμε παρακάτω), δεν υπερτονίζονται, αλλά εκφράζονται έτσι ώστε ο θεατής να τα πάρει μαζί του όταν θα βγει από την κινηματογραφική αίθουσα, να τα έχει κάνει κτήμα του, αλλά να μην μπορεί να εκφραστεί πάνω σ’ αυτά. Και γι΄αυτό ακριβώς είμαστε εμείς εδώ.

 Δεν παίρνω θέση για τον αριθμό των μερών που διαιρείται η ταινία, σίγουρα όμως τα πρώτα περίπου δεκαπέντε λεπτά της είναι ο πρόλογος, όπου μας εισάγει σ’ αυτό το ιδιότυπο μόρφωμα κοινότητα, όπου ζουν πάνω από πεντακόσια άτομα δίπλα στον βαλτότοπο που δημιουργήθηκε από τον τυφώνα Κατρίνα το καλοκαίρι του 2005. Μια μικρή πόλη, χτισμένη από πέτρινα και πλίνθινα σπίτια, τσίγκους και παλιοσίδερα, όπου οι κάτοικοι διασκεδάσουν κάθε μέρα, αφού πρώτα φροντίσουν για την ανεύρεση του άρτου του επιούσιου. Η πρωτόγονη διάσταση της δομής αυτής της κοινωνίας βασίζεται σε παγανιστικά μορφώματα, κραυγές, ακατάπαυστο πιώμα και χορό, κάτι σαν ένα μυστήριο κράμα μοντέρνων πανηγυριών και γλεντιού ανθρώπων των σπηλαίων. Είναι μια κοινωνία που δεν προνοεί για το μέλλον, σκέφτεται τι θα φάει μόνο όταν πεινάσει και γλεντάει αντάμα με όλα τα μέλη της με βαρελότα, χορούς στα βαλτοτόπια και άναρθρες κραυγές.

 Σε όλα αυτά συμμετέχει και η μικρή Χάσπαπι, που μένει στην κοινότητα αυτή με τον πατέρα της, έχοντας χάσει πριν χρόνια τη μάνα της. Η μικρή είναι εκρηκτική, όλη η διαδικασία συμμετοχής στην γιορτή της κοινότητας πηγάζει από την ψυχή της και συμμετέχει με όλο της το είναι στη γιορτή, ενισχύοντας την ταυτότητα του ανήκειν στην ομάδα αυτή και δημιουργώντας κινηματογραφικά την ομορφότερη και ποιητικότερη σκηνή του έργου, όταν κρατάει δυο βεγγαλικά στα χέρια της και τρέχει προς την οπισθοχωρούσα κάμερα.

Το μάθημα που της κάνει ο πατέρας της στη συνέχεια, αφορά τους «εχθρούς», αυτούς δηλαδή που κατοικούν στην περιοχή πέρα από τα μεγάλα εργοστάσια. Την μαθαίνει να θεωρεί πως ο τρόπος και ο τόπος ζωής στην κοινότητα είναι ο ομορφότερος. Την επόμενη ημέρα η γυναίκα που μαθαίνει πέντε βασικά πράγματα στα παιδιά της κοινότητα, τους διδάσκει για το λιώσιμο τον πάγων, το τέλος του κόσμου τους από πιθανή πλημμύρα και ότι μέσα στους αρχαίους πάγους της αρκτικής βρίσκονται παγωμένα αρχαία πλάσματα που θα ξαναγεννηθούν αν λιώσουν οι πάγοι. Η μικρούλα Χάσπαπι δημιουργεί με το βλέμμα της φαντασίας της πέντε πελώρια αγριογούρουνα που ετοιμάζονται να χιμήξουν μόλις λιώσουν οι πάγοι που τα δεσμεύουν. Ήδη η φαντασία αρχίζει να περιπλέκεται με την πραγματικότητα. 
 Ελαφρώς τρομαγμένη, η μικρή γυρίζει στο σπίτι και αναζητά τον πατέρα της, ο οποίος φαίνεται να την έχει εγκαταλείψει. Μετά από σύντομη έρευνα, γυρίζει σπίτι και ξεκινά να μαγειρεύει, όπως έβλεπε τον πατέρα της να κάνει, ενώ συνομιλεί με την νεκρή μητέρα της. Μέσα στον πανικό της, παρατάει τη φωτιά αναμμένη και τρέχει να αναζητήσει τον πατέρα, και όταν τελικά τον βρίσκει στο δάσος ντυμένο με ρόμπα νοσοκομείου και καρτελάκι στον καρπό, εκείνος την απωθεί και της λέει ότι δεν μπορεί να την φροντίζει πια. Εκείνη φεύγει και βάζει φωτιά στο σπίτι, σαν μια προσπάθεια απαγκίστρωσης από τον πατέρα της και την φροντίδα του. 
Ενώ η φωτιά στο σπίτι μαίνεται, η μικρή βρίσκει ένα μεγάλο χαρτόκουτο και κρύβεται μέσα του, σχεδιάζοντας στα τοιχώματα του κουτιού σχεδιάκια με την ιστορία της ζωής της, ώστε κάποια στιγμή οι επιστήμονες μετά από πολλά χρόνια να ανακαλύψουν ότι εκεί κάποτε έζησε μια Χάσπαπι. Ο πατέρας της φτάνει εγκαίρως και τη σώζει από τις γλώσσες της φωτιάς. 
Η αρρώστια του πατέρα κάνεις την εμφάνισή της κι εκείνη προσπαθεί να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τον σώσει. Οι πάγοι λιώνουν και τα τέρατα είναι έτοιμα να ελευθερωθούν. Ο συμβολισμός των μυθικών πλασμάτων κάτω από τους πάγους μάλλον θα πρέπει να ερμηνεύεται ως ο αρχετυπικός φόβος προς αυτοσυντήρηση ή ως η μυθοποίηση από το παιδικό μυαλό των κινδύνων που καλείται να αντιμετωπίσει. Το λιώσιμο των πάγων, η απελευθέρωση των τεράτων και η πορεία τους προς τον καταυλισμό εμφανίζονται κάθε φορά που η μικρή καλείται να αντιμετωπίσει φόβους της καθημερινότητας, που για την βρεφική της ιδιοσυγκρασία φαίνονται σαν απειλή μυθικών τεράτων. Σε κάθε στάδιο εξέλιξης της ιστορίας θα σχολιάζουμε και την παρουσία των πλασμάτων αυτών στο μυαλό της μικρής. 
Η καταιγίδα έρχεται με αποτέλεσμα πολλοί από τους κατοίκους της κοινότητας να εγκαταλείπουν τους λίγους θαρραλέους και ξεροκέφαλους που αρνούνται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Ο πατέρας παίρνει την μικρή στο αυτοσχέδιο κατάλυμα για να προστατευθούν, και όταν καταλαβαίνει ότι η κόρη του έχει φοβηθεί από την καταιγίδα, βγαίνει έξω σε ημίτρελη κατάσταση με μια καραμπίνα και πυροβολεί τη βροχή. Έτσι, της λέει, θα αντιμετωπίσουν τα πράγματα. Με θάρρος, αντοχή και δύναμη. Οι πάγοι έλιωσαν και τα τέρατα πάτησαν έδαφος. 
Την επόμενη ημέρα η καταστροφή είναι μεγάλη για την κοινότητα. Τα πάντα έχουν πλημμυρίσει από φουσκωμένο θαλασσινό νερό. Εκατοντάδες σύντροφοι βρίσκονται πνιγμένοι στον πάτο του ξεχειλισμένου νερού. Ο πατέρας αποφασίζει να μάθει στην κόρη του να ψαρεύει, διότι δεν θα είναι για πολύ ακόμα ζωντανός. Τα τέρατα ξεκινούν τον καλπασμό τους προς τον καταυλισμό. 
Το επόμενη πρωί σε φιλικό σπίτι επιζησάντων, ο πατέρας αφηγείται στην κόρη του την ερωτική του ιστορία με τη μητέρα της. Η μικρή νιώθει ζεστασιά και κοιμάται χωρίς τέρατα τη νύχτα. Τις επόμενες ημέρες το αλάτι διαβρώνει τις αυτοσχέδιες παράγκες και καταστρέφει την κοινότητα. Η μετοίκιση είναι υποχρεωτική. Τα τέρατα καλπάζουν μέσα στην πόλη της κοινότητας, γκρεμίζοντας με τα κέρατά τους τα κτήρια. 
Για την αποστράγγιση των αλατισμένων βρωμόνερων, ανατινάζουν ένα μέρος του φράγματος, και η ροή του νερού προς την ελευθερία του αποκαλύπτει πτώματα, θάνατο και σαπίλα στους πλημμυρισμένους δρόμους της κοινότητας. Το ίδιο βράδυ ο πατέρας προσπαθεί να τονώσει το αίσθημα αυτονομίας της κόρης του, κάνοντάς την να θεωρήσει φυσιολογική μια ζωή χωρίς εκείνον να την προστατεύει, αφού άλλωστε δήθεν η μικρή δεν χρειάζεται προστασία. Τα τέρατα τρώνε καννιβαλιστικά τους γονείς τους (τους «δημιουργούς» τους). 
Η ανακοίνωση από κυβερνητικά όργανα για υποχρεωτική εκκένωση της περιοχής, που έρχεται την επόμενη μέρα, θέτει το θέμα της αυτοδιάθεσης του ανθρώπου. Οι κάτοικοι μέλη της κοινότητας δεν θέλουν να εγκαταλείψουν το σπιτικό τους, ακόμα κι αν οι συνθήκες βούρκου είναι ανθυγιεινές για διαβίωση. Η επιβολή του μέτρου αυτού γίνεται για το καλό των μελών της κοινότητας, οι οποίοι θα νοσηλευθούν σε νοσοκομεία και μετά θα κατοικήσουν σε καταλύματα εντός της πόλεως, αλλά εκείνοι δεν επιθυμούν να ξεριζωθούν από την περιοχή που έχουν μεγαλώσει, δεν θέλουν να απολέσουν ένα κομμάτι από την πολιτισμική τους ταυτότητα, έστω κι αν αυτό θα αντικατασταθεί από ένα «περισσότερο πολιτισμένο» στοιχείο (ας μου δείξει κάποιος τη ζυγαριά που ζυγίζει πολιτισμούς).  

Η μεταφορά των εναπομεινάντων μελών της κοινότητας στο νοσοκομείο της βιομηχανικά ανεπτυγμένης πόλης πίσω από το φράγμα γίνεται ομαλά, όχι όμως το ίδιο ομαλά και η απόδρασή τους από εκεί. Η τρωτή πλέον υγεία του πατέρα της μικρής είναι κάτι που εκείνη πρέπει να αναλάβει. Το φορτίου είναι βαρύ, και η μικρή θέλει να ξεφύγει και να πάει κοντά στη μαμά της, με την οποία δεν έχει πάψει να επικοινωνεί στο μυαλό της. Καταλήγει με τα πολλά σε ένα καμπαρέ, νιώθει πώς είναι να την φροντίζει μια γυναίκα, αλλά αναλογίζεται τις ευθύνες της απέναντι στον πατέρα της και γυρνά πίσω στον καταυλισμό που εντωμεταξύ έχει μεταφερθεί εκείνος από τους συντρόφους μέλη της κοινότητας. Έξω από το παράπηγμα που είναι ξαπλωμένος ο άρρωστος πατέρας, η μικρή Χάσπαπι βλέπει τα τέρατα να την πλησιάζουν καλπάζοντας. Σε μια ποιητικότατη σκηνή, τα πλάσματα σταματούν μπροστά της, εκείνη τους λέει ότι τώρα πρέπει να φροντίσει την οικογένειά της κι εκείνα γυρίζουν την πλάτη και φεύγουν μακριά. Ο βρεφικός φόβος απέναντι στις υποχρεώσεις που επωμίζεται η μικρή για την αυτοσυντήρηση της ίδιας και της οικογένειάς της υποχώρησε.
Κάθε μια σκηνή στην ταινία είναι πολύ προσεγμένη και δίνει κάτι παραπάνω να καταλάβουμε σχετικά με τις δομές της ιδιότυπης αυτής κοινωνίας, της σχέσης πατέρα κόρης, την απώλεια της μητρικής φιγούρας, της σύγκρισης του ανεπτυγμένου με τον διαφορετικό πολιτισμό κλπ. Μπορεί να μην παρακάμπτει μικρές δυσκαμψίες ντοκιμαντερίστικου στυλ, όμως η χρήση της κάμερας στο χέρι που σε βάζει να βρίσκεσαι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, η καταπληκτική μουσική που δεν εκβιάζει το συναίσθημα αλλά αναδεικνύει την ουσία, το σπουδαία δεμένο σενάριο το οποίο εκπλήσσομαι που μαθαίνω ότι προέρχεται από θεατρικό έργο και κυρίως η ανεπανάληπτη ερμηνεία της μικρής, κάνουν την ταινία να ισορροπεί μεταξύ της βαριάς, ακαδημαϊκής οπτικής και της εύκολης παρακολούθησης. 

Δεν δέχομαι σε καμία περίπτωση ότι η πραγματικότητα με τη φαντασία δεν διαχωρίζονται. Αν υπάρχει κάποια σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, αυτή διαλύεται σε λίγα δευτερόλεπτα, αλλά και πάλι δικαιολογείται απόλυτα, καθώς ουσιαστικά το βλέμμα του θεατή είναι το βλέμμα της εξάχρονης Χάσπαπι, η οποία με την βρεφική συνείδησή της αλλοιώνει πρόσκαιρα την πραγματικότητα για να την επαναφέρει στις αληθινές διαστάσεις της ταχύτατα, κάτι που σχηματικά αποτελεί απόδειξη ως στάδιο εξέλιξης προς την καταπολέμηση των αρχετυπικών φόβων και την ανάληψη ευθυνών απέναντι στον άρρωστο και τελικά ανήμπορο πατέρα της. Η μαγευτική διαπλοκή της πραγματικότητας με την φαντασία είναι ο ένας από τους δυο λόγους για τους οποίους θα μείνει η ταινία αυτή διαχρονικά.

Ο άλλος λόγος, φυσικά, και το μεγαλύτερο ατού της ταινίας είναι η συγκλονιστική ερμηνεία της εννιάχρονης ηθοποιού Κουενζανέ Γουόλις, η οποία με το πλούσιο βλέμμα της γεμάτο περιέργεια, φόβο, τσαντίλα, δυναμισμό, θάρρος, μια εκπληκτική παλέτα συναισθημάτων, δίνει ένα σπουδαίο μάθημα υποκριτικής που αξίζει πολλοί φτασμένοι οικονομικά ηθοποιοί να μελετήσουν. Το βλέμμα της γίνεται το πρίσμα υπό το οποίο αντιλαμβανόμαστε τις συναισθηματικές νότες και τις φανταστικές πινελιές που θέλει να περάσει ο σκηνοθέτης, και πραγματικά αν δεν ήταν τόσο υψηλού επιπέδου η ερμηνεία της, κανένα από τα νοήματα της ταινίας δεν θα μπορούσαν να μεταφερθούν στον θεατή και η ταινία θα ξέπεφτε σε μια οικολογικού περιεχομένου ταινιούλα λίγο πιο πάνω από την μετριότητα. Ας μην φανταστεί κανείς ότι θα δει κάτι πέραν μιας απλής, βαθειάς και εσωτερικής ερμηνείας, δηλαδή όλες τις δύσκολες και απαιτητικές ποιότητες που απαιτούνται για μια σπουδαία ερμηνεία.

 Η ταινία έχει σκηνές συγκινητικές, σκηνές που μπορούν να προκαλέσουν το δάκρυ, σκηνές έντασης, σκηνές σιχασιάς, σκηνές βουτηγμένες στη λάσπη, εντυπωσιακές σκηνές με λιώσιμο πάγων, σκηνές τρομερής ακαταστασίας μέσα στα καταλύματα (για τις αθεράπευτες νοικοκυρές αυτό) και σκηνές που κινητοποιούν πολλά συναισθήματα. Για να μην χάσει κανείς τις πλούσιες απολαύσεις που έχει να προσφέρει η ταινία, προτείνω να τη δει κάποιος μόνος του ή με μικρή παρέα, σε κλίμα τροπικόν και εύκρατον, με ένα ποτήρι κρασί και πιτοειδή τριγύρω του –αποφύγετε τα κρέατα-.

1 σχόλιο:

  1. Ενδιαφέρουσα άποψη για τη συγκεκριμένη ταινία. Έχω ακούσει πολλά και διάφορα αλλά στη δική σου κριτική υπάρχουν πολλά σημεία με τα οποία μπορώ να συμφωνήσω. Θα ήθελα να διαβάσω κι άλλες κριτικές σου για ταινίες στο μέλλον.
    Σήμερα ξεκίνησα κι εγώ το δικό μου blog, κι αν και δεν έχει αναρτήσει ακόμη τίποτα, μπορείς να περάσεις μια βόλτα στο μέλλον αν θέλεις.
    http://pollutionintheskies.blogspot.gr/

    ΑπάντησηΔιαγραφή