Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

MovieReactor: AMERICAN PSYCHO (2000)

AMERICAN PSYCHO (2000)
Ή ΤΟ ΛΟΥΤΡΟ ΑΙΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΑΖ

Μπορεί καμιά φορά οι χαζοδουλειές που έχεις να κάνεις μέσα σε μια μέρα να σε διακόψουν από κάποιες αγαπημένες σου ασχολίες, όπως π.χ. να δεις μια ταινία, με αποτέλεσμα η ταινία αυτή να έχει διαρκέσει τρεις μέρες. Σίγουρα, όμως, οι διακοπές που κάνει κανείς σε μια ταινία είναι αναγκαίες και δεν πρέπει να κάνουν τον θεατή να εξέρχεται από το κλίμα της ταινίας. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι μια ταινία είναι μια ιστορία που μας διαβάζει ο σκηνοθέτης πριν κοιμηθούμε. Οι διακοπές με τις οποίες αναγκάστηκα να δω την ταινία «American Psycho» δεν κατάφεραν να με αποσυντονίσουν και να με βγάλουν εκτός κλίματος, άλλωστε πώς θα γινόταν αυτό σε μια τόσο υποβλητική ταινία:

Ο Πάτρικ Μπέιτμαν (Κρίστιαν Μπέιλ) ένας επιτυχημένος νεαρός χρηματιστής, δουλεύει σε μεγάλη επενδυτική εταιρία και προαλείφεται για αντιπρόεδρός της. Μαζί με την αγέλη των λύκων του, τους υπόλοιπους συναδέλφους κι αντίστοιχα επιτυχημένους νεαρούς φίλους του βγαίνουν, γλεντοκοπάνε, πουλάνε ακριβά τον νεοπλουτισμό τους αγοράζοντας γκόμενες, τραπέζια σε ακριβά εστιατόρια και ειδική εξυπηρέτηση σε ακριβούς ράφτες γραβατών. Η ιδιορρυθμία του αναλύεται στην ενδελεχή περιποίηση του προσώπου του με ενυδατικές -και όχι μόνο- κρέμες, στην καθημερινή έντονη γυμναστική, στην κουραστική φροντίδα του αστραφτερού χαμόγελου, στην προσπάθεια για έντονη καθαριότητα μέσα στο σπίτι του, ά… ναι… και σε κανα δυο πεντέξι είκοσι τριανταπέντε φόνους. Όταν η νύχτα πέσει και ο Μπέιτμαν φύγει από το γραφείο του, σουλατσάρει στα στενοσόκακα ψάχνοντας για την γυναίκα εκείνη που θα του χαρίσει την αιμοδιψική ηδονή, εκείνη που θα γίνει το επόμενο θύμα του, εκείνη που θα σαπίσει μέσα σε μια πεταμένη μπανιέρα στον σκουπιδότοπο. Τι γίνεται όμως όταν μια νύχτα το υποψήφιο θύμα καταφέρνει και δραπετεύει από τον επίδοξο δολοφόνο του?

Η καναδέζα Μέρι Χάρρον υπογράφει μια cult ταινία, με έντονα στοιχεία τρόμου, σασπένς, αλλά με πολύ αδέξιο και ανώριμο τρόπο. Ας το δούμε αναλυτικά το πράγμα:

Η ταινία ξεκινάει με μια παρέα νεαρών επιτυχημένων επενδυτών, που μαζεμένοι γύρω από το τραπέζι ενός ακριβού εστιατορίου επιδίδονται σε ένα νοητικό μπραντεφέρ επιτυχίας. Ο καθένας κομπάζει για τα δικά του εργασιακά κατορθώματα, και ευχαριστιούνται όλοι μαζί την οικονομική άνεση που τους έχει εξασφαλίσει το μεταπτυχιακό στο Χάρβαρντ (καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα δηλαδή). Δεν είναι τυχαίο το κόκκινο χρώμα του σορμπέ φράουλας που στολίζει τα πιάτα του ο σεφ του εστιατορίου.

Το επόμενο πρωί ο Μπέιτμαν επιδίδεται στην καθημερινή ρουτίνα ομορφιάς: έντονη γυμναστική, μπάνιο με σουπερ αφρόλουτρα, κρέμες προσώπου και σώματος παντού, πανάκριβο πουκάμισο και κουστούμι και βουρ για το γραφείο. Εκεί, ο νεαρός χρηματιστής σκορπά τον χρόνο του υποστηρίζοντας το αυτάρεσκο προσωπείο του επιτυχημένου νέου, το σημαντικότερο όπλο για να κάνεις πελατεία.
Απαραίτητο αξεσουάρ κάθε επιτυχημένου επαγγελματία: το μπίζνες λαντς. Εκεί, με την αρραβωνιαστικιά του (Ρης Γουίδερσπουν) και μια παρέα λίγων αλλά καλών φίλων, παραδέχεται ότι πηδάει μια από τις υπόλοιπες γυναίκες της παρέας. Είναι τόση μεγάλη η αυτοπεποίθηση που τον κυριεύει, που δεν υπολογίζει τις συνέπειες αυτής της παραδοχής του. Ο πρώτος φόνος γίνεται μετά από το φαγητό.

Το επόμενο πρωινό, οι νεαροί επιτυχημένοι, μνηστήρες όλοι τους της θέσης του αντιπροέδρου της επενδυτικής εταιρίας, επιδίδονται σε διαγωνισμό της καλύτερης εργασιακής κάρτας. Όταν ο Μπέιτμαν χάνει από τον Πολ Άλαν (Τζάρετ Λέτο), αποφασίζει ότι θα κάνει κάτι γι΄ αυτό. Εκτονώνεται σκοτώνοντας έναν άστεγο ζητιάνο και το σκυλί του σε ένα σοκάκι.

Η πλήρης διαδικασία ενός φόνου περιγράφεται από τη σκηνοθέτη στην επόμενη σκηνή, όταν ο Μπέιτμαν μεθάει τον Άλαν, τον καλεί στο διαμέρισμά του και τον δολοφονεί με τσεκούρι. Η σκηνή αυτή είναι η πιο πετυχημένη σκηνοθετικά και σκηνογραφικά σκηνή του έργου. Ο μεθυσμένος Τζάρετ Λέτο βρίσκεται καθισμένος σε καναπέ στο κέντρο του διαμερίσματος, και ο Κρίστιαν Μπέιλ κάνει σχιζοφρενικές βόλτες στο πίσω μέρος του διαμερίσματος. Ο Λέτο δεν βλέπει τον Μπέιλ, ο οποίος φέρνει κρυφά το τσεκούρι, φοράει ένα λευκό αδιάβροχο για να μην πιτσιλιστεί από το αίμα (ευθύς υπαινιγμός σε ζουρλομανδύα το λευκό αδιάβροχο) και με τρελή χαρά στα μάτια του και χορευτικές κινήσεις αδημονίας ο Μπέιλ σκοτώνει τον ανταγωνιστή του με μανία, χτυπώντας τον στο κεφάλι με τη λεπίδα του τσεκουριού. Τίποτα από όλα αυτά δεν φαίνεται στην κάμερα, εκτός από το πιτσίλισμα από το αίμα στο ήδη κοκκινισμένο από την ηδονή πρόσωπο του Μπέιλ.
Την επόμενη μέρα τον επισκέπτεται στο γραφείο του ένας ντεντέκτιβ (Γουίλιαμ Νταφόε), και συζητάνε για την εξαφάνιση του Πολ Άλαν. Ποτέ δεν κατάλαβα την ανάγκη της σκηνοθέτιδος να δημιουργήσει έναν ρόλο σαν αυτόν του ντεντέκτιβ. Ουδέποτε φαίνεται χρήσιμος στην ιστορία, και άλλωστε τον βλέπουμε μόνο δυο φορές στην ταινία.

Κι ενώ ο φόρος αίματος συνεχίζεται, αξίζει να σταθούμε σε ένα σεξουαλικό τρίο του Μπέιτμαν με δυο πόρνες. Κατά τη διάρκεια της πράξης, ο Μπέιτμαν καταγράφει την δράση σε βιντεοκάμερα και κοιτιέται αυτάρεσκα στον καθρέφτη σφίγγοντας τα μπράτσα του και απολαμβάνοντας το θέαμα του εαυτού του. Οι δυο πόρνες φεύγουν το επόμενο πρωί με εμφανή τραύματα στο πρόσωπο, ένδειξη του βασανιστηρίου που είχαν περάσει την προηγούμενη νύχτα στα χέρια του Μπέιτμαν. Αυτό που αξίζει να κρατήσουμε από τη σκηνή αυτή είναι ο τρόπος που ο δράστης απολαμβάνει την θέα του γυμνασμένου του κορμιού, ο αυτοθαυμασμός του ίδιου και της εικόνας του.

Μια από τις επόμενες μέρες, ο Μπέιτμαν καλεί την γραμματέα του, νεαρή, άπειρη και απονήρευτη κοπέλα, στο σπίτι του για ποτό και δείπνο. Εκεί που είναι έτοιμος να τη σκοτώσει, υπαναχωρεί και προτιμά να την διώξει για να μην της κάνει κακό, όπως της εξομολογείται. Είναι η πρώτη φορά που άνθρωπος με την γνώση του αληθινού προσώπου του Μπέιτμαν φεύγει ζωντανός από κοντά του. Ίσως θεώρησε ο δολοφόνος ότι η κοπελίτσα αυτή δεν αξίζει να πεθάνει, δεν κολλάει στο μοτίβο που έχει ορίσει ο ίδιος. Εδώ έγκειται το σημαντικότερο κενό στο σενάριο της ταινίας: ποιο είναι τελικά το μοτίβο του δολοφόνου? Μέχρι στιγμής έχει δολοφονήσει δυο τρεις πόρνες, έναν συνεργάτη του και έναν ζητιάνο. Τίποτα από αυτά δεν κολλάει με το άλλο. Είναι ο Μπέιτμαν ένας δολοφόνος τιμωρός? Είναι σχιζοφρενής? Δολοφονεί και κριτήρια αξιοκρατικά, ηθικά, ιδιοτελή? Ποτέ δεν δίνεται απάντηση στα ερωτήματα αυτά, κάνοντας το βαθύτερο κενό του σεναρίου πραγματικά πολύ ενοχλητικό, ειδικά για ανθρώπους που έχουν διαβάσει και δυο σελίδες εγκληματολογίας στη ζωή τους.
Φαίνεται, όμως, ο Μπέιτμαν να αρέσκεται στα τριολέ. Με μια φίλη του και την μία από τις δυο πόρνες του πρώτου τρίο, κάνει και δεύτερο σεξουαλικό πάρτι με δυο γυναίκες φροντίζοντας να τις χαπακώσει και να τις μεθύσει. Μέσα στο άντρο των δολοφονιών του, ο Μπέιτμαν κάνει σεξ και σκοτώνει την φίλη του, αλλά η πόρνη καταφέρνει και το σκάει, ανακαλύπτοντας όλη την αιμοσταγή φρικαλεότητα που κρύβει το διαμέρισμα. Δεν προλαβαίνει όμως να φύγει μακριά, καθώς βρίσκει κι εκείνη τον θάνατό της από το αλυσοπρίονο του Μπέιτμαν.
Στη σκηνή αυτή ο Μπέιτμαν κάνει μια αναφορά στον Τεντ Μπάντυ, έναν υπαρκτό τρόμο για την Αμερική του ’70, ο οποίος δολοφόνησε και βίασε (με αυτή την σειρά) 35 γυναίκες. Το όνομα του Μπάντυ παραμένει ακόμα και σήμερα, πάνω από 20 χρόνια από την εκτέλεσή του σε ηλεκτρική καρέκλα, σαν μια σκιά, σαν ένας θρυλικός τρόμος στους δρόμους πόλεων της Αμερικής.

Ο Μπέιτμαν το επόμενο πρωινό χωρίζει την αρραβωνιαστικιά του Ρης Γουίδερσπουν, και για να εκτονωθεί πάει να σκοτώσει μια γάτα. Μια κυρία τον βλέπει και του φωνάζει, με αποτέλεσμα να συναντήσει τον δημιουργό της. Αστυνομικοί ακούνε τους πυροβολισμούς και τρέχουν ξωπίσω του, ο Μπέιτμαν ενώ καταδιώκεται σκορπάει τον θάνατο στο δρόμο του, και τελικά καταλήγει στο γραφείο του φοβισμένος και ιδρωμένος. Τηλεφωνεί στον δικηγόρο του και του εξομολογείται όλα αυτά που έχει κάνει μέχρι σήμερα, όλες τις δολοφονίες και τους βιασμούς, και παραδέχεται ότι είναι τρομοκρατημένος. Η επόμενη μέρα δεν αργεί να ξημερώσει.

Εκτός από το σημαντικό κενό στο σενάριο της ταινίας και πέραν από κάποιες ανούσιες και λίγο ενοχλητικές προσθήκες, το μεγάλο μειονέκτημα της ταινίας είναι το αδέξιο, ερασιτεχνικό και αποδιοργανωτικό μοντάζ της. Η μια σκηνή διαδέχεται την άλλη χωρίς κάποια λογική συνέχεια. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Εξαιτίας του αδέξιου μοντάζ, η ταινία ώρες ώρες σε πετάει εκτός κλίματος. Εκεί που έχεις την αιμορροΐδα από το σασπένς και την αγωνία, εκεί που δεν πας για κατούρημα για να δεις τι θα γίνει στη συνέχεια της σκηνής, ξαφνικά, σε μεταφέρει σε ένα ήσυχο δωμάτιο γεμάτο με τα αρκουδάκια της αγάπης (ΤΜ).

Η ταινία θα μπορούσε να είναι ένα cult αριστούργημα, και το σενάριο –ή μάλλον η ιδέα του σεναρίου- βοηθάει απόλυτα σ’ αυτό. Θα μπορούσε η σκηνοθέτης να προικίσει την ταινία της με πολυεπίπεδο θεματικό βάθος. Δεν είναι λίγα αυτά που υπονοεί ο κεντρικός χαρακτήρας στον τελικό μονόλογό του (δεν θα τα αποκαλύψω εδώ). Η απομόνωση του χαρακτήρα από την υπόλοιπη κοινωνία, η εξομολόγηση στην αρχή ότι δεν μπορεί να νιώσει κανένα συναίσθημα και εγκλωβισμός στο αυτάρεσκο εγώ του, τον μετατρέπει σε δυσλειτουργικό ον εντός κοινωνίας, η οποία επιβάλει με αόρατους και ανομολόγητους μηχανισμούς την αποπομπή του ατόμου αυτού από τους κόλπους της. Κι αν δεν είναι κάποιος που λέει φανερά στον ήρωα «φύγε από την κοινωνία μου», η ίδια η κοινωνία σιωπηλά τον απορρίπτει και τον ωθεί στο περιθώριο κι επομένως στην έλλειψη σωτηρίας και εντέλει κάθαρσης.

Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι μηχανισμοί της κοινωνίας? Μα φυσικά, το αβυσσαλέο κυνήγι για πρωτιά. Ο Μπέιτμαν έχει εγκλωβιστεί στην συνεχή καταδίωξη της κοινωνικής επιτυχίας, της επιβολής στους άλλους μέσω της επιτυχίας στην εργασία και την ωραιοπαθή εικόνα του ατόμου. Η αγέλη των νεαρών επιτυχημένων οικονομολόγων, αποφοίτων του Χάρβαντ, επιθυμεί συνεχώς κι άλλη καταξίωση, αχόρταγη επιτυχία. Και ποιος είναι ο λόγος? Η επιβολή του ενός στον άλλον. Η αναγνώριση ενός από όλους αυτούς ως το κυρίαρχο αρσενικό. Ως ο κυρίαρχος, ο αρχηγός της αγέλης, ο πρώτος που τον ακολουθούν οι άλλοι.

Τελικά, όμως, ο σκοπός γίνεται το μέσον. Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του Μπέιτμαν γίνεται τελικά σχιζοφρενικός, διότι προσπαθεί με νύχια και με δόντια να γίνει πιο επιτυχημένος από τους άλλους. Σκοτώνει εκείνους που θεωρεί ικανότερους από αυτόν, ξεφορτώνεται έτσι τους πιο επίδοξους ανταγωνιστές, και μόλις καταφέρνει να γίνει ο πιο επιτυχημένος από όλους, τότε χρησιμοποιεί την επιτυχία του για να συνεχίσει την εγκληματική του δραστηριότητα: με ακριβά ρούχα και ακριβά εστιατόρια προσελκύει υποψήφια θύματα, με χρήματα πληρώνει τις πόρνες που μετά σκοτώνει κλπ.

Και τελικά ποιο είναι το συμπέρασμα? Ότι το κυνήγι της επιτυχίας, η επιβολή στον συνάδελφο, το άρρωστο ξέσπασμα, ο άκρατος ανταγωνισμός, και τελικά η απώλεια της ζωής στο βωμό της εργασιακής και κοινωνικής αναγνώρισης γίνονται για τον ίδιο λόγο και τελειώνουν με την τελευταία φράση της ταινίας: μάταια.

Δυο είναι τα σημαντικότερα κλειδιά για να ξεκλειδώσει κανείς ένα πάρα πολύ συγκαλυμμένο, ίσως και ακούσιο σχόλιο της σκηνοθέτιδας πάνω στη δημιουργία και την διατήρηση των εγκληματιών. Το πρώτο βρίσκεται στην αρχή, όταν ο Μέιτμαν κάνει κούρα ομορφιάς και βάζει μια μάσκα στο πρόσωπό του, μετά με έντονο ζουμάρισμα μας δείχνει την διαδικασία αφαίρεσης της μάσκας αυτής. Μας υπόσχεται έτσι ότι θα μας δείξει πώς αφαιρείται το προσωπείο ενός κατά συρροή δολοφόνου.
Το δεύτερο σημείο είναι ο τελικός μονόλογος του ήρωα, τον οποίον δεν θα αποκαλύψω, αλλά έχω ήδη σχολιάσει παραπάνω.

Αδέξιο το σενάριο, εμετικό το μοντάζ, μουσική επιμέλεια με ωραίες επιλογές, καλή προσπάθεια για σκηνοθεσία, όμως η καναδέζα Μέρυ Χάρον είχε μικρές πλάτες για να σηκώσει ένα τόσο βαρύ βιβλίο με πολλές επιστημονικές αναφορές και βάσεις.

Ο Κρίστιαν Μπέιλ είναι αξιοπρεπέστατος, με σωστά ξεσπάσματα, καλογυμνασμένο σώμα όπως αρμόζει στον ρόλο, ακούνητα συναισθηματικά μάτια, και καλή κινησιολογία. Θεωρώ ότι ένας ηθοποιός τύπου Χηθ Λέτζερ θα απογείωνε τον ρόλο, και πάλι όμως οΜπέιλ είναι ικανοποιητικός.
Όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι καλοδιαβασμένοι, χωρίς ιδιαίτερες μνείες σε κανέναν. Αυτό που δεν κατάλαβα είναι γιατί χρησιμοποιήθηκε ο Γουίλιαμ Νταφόε για έναν ανύπαρκτο ρόλο σεναριακά. Μάλλον για να στολίσει με το όνομά του το καστ.

Δεν είναι μια κακή ταινία. Έχει απλά απαίσιο μοντάζ. Δείτε την για να εκτιμήσετε μια ακαδημαϊκή προσπάθεια ανάλυσης της ψυχής ενός serial killer. Αν την δείτε, μην παραλείψετε να έχετε μεγάλη παρέα, χιούμορ και θανατηφόρες ατάκες, και φυσικά άφθονες γαβάθες ποπ κορν.

MovieReactor: KRAMER VS KRAMER

KRAMER VS KRAMER
Ή ΜΟΥΣΕΙΑΚΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ

Μια κουραστική συννεφιασμένη ημέρα, πρέπει να συμφωνείτε, οφείλει να τελειώσει με ένα χαλαρωτικό κρασί, καλή παρέα, και ίσως μια ταινία. Έτσι αποφάσισα να κάνω χτες, που μετά τις μπογιές και τη μεταφορά επίπλων στην Πανεπιστημίου, ο αφράτος καναπές, το γεμάτο με κρασί ποτήρι, η καλή παρέα και μια απίστευτη τηλεόραση έδωσαν έναν κοσμοπολίτικο και χαλαρωτικό αέρα στην βραδιά. Και, βέβαια, ποια θα ήταν καλύτερη επιλογή από μια κλασσική ταινία, βγαλμένη από το σκονισμένο χρονοντούλαπο του 1979. Κράμερ εναντίον Κράμερ, ταινία που μπορεί να έχω ξαναδεί, αλλά πάντα παραμένει απολαυστική.

Ζευγάρι στα 40 του, ο Ντάστιν Χόφμαν και η Μέριλ Στριπ περνάνε δύσκολη φάση στο γάμο τους. Η Στριπ αποφασίζει να φύγει από το σπίτι να ξελαμπικάρει, αφήνοντας πίσω το άντρα αλλά και το 5χρονο παιδί της. Ξαφνιασμένος ο Χόφμαν, προσπαθεί να δημιουργήσει ένα κλίμα ευφορίας και παιχνιδιού στον μικρό του γιό, χωρίς να τον πληγώσει. Μπαμπάς και γιός χτίζουν από την αρχή μια σχέση που είχε εγκαταλειφθεί εξαιτίας των επαγγελματικών υποχρεώσεων του πρώτου, με κόστος την επαγγελματική του άνοδο. Μισός στην έγνοια της δουλειάς του, μισός στην ανατροφή του γιού του, ο Ντάστιν Χόφμαν γίνεται χίλια κομμάτια προσπαθώντας να είναι επιτυχημένος και στους δυο τομείς της ζωής του, με αποτέλεσμα να παραμελεί τις λεπτομέρειες και στους δυο αυτούς τομείς. Κι εκεί που, μετά από 18 μήνες, τα πράγματα έχουν στρώσει κι έχουν μπει σε μια καθημερινότητα, επιστρέφει η Μέριλ Στριπ με διαθέσεις να διεκδικήσει την κηδεμονία του γιού της.

Ο σεναριογράφος Ρόμπερτ Μπέντον κάθεται στην καρέκλα του σκηνοθέτη και υπογράφει μια κλασσική ταινία, διαχρονική, αρχετυπική σχεδόν, πάνω στην πατρική ή καλύτερα γονεϊκή αγάπη, στην σχέση εμπιστοσύνης γονιού – τέκνου, στις μεθόδους ανατροφής ενός παιδιού και τελικά στην δύναμη της συνήθειας ως δύναμη αλλαγής συμπεριφορών.

Η ταινία ξεκινάει με μιαν αντίθεση: ο Χόφμαν παίρνει προαγωγή στη δουλειά του και η Στριπ στο σπίτι τους ετοιμάζει την βαλίτσα της για να τον εγκαταλείψει. Όταν εκείνος επιστρέφει σπίτι, το χαμόγελο χαράς από την προαγωγή παγώνει, βλέποντας την γυναίκα του να τον εγκαταλείπει. Φυσικά έχει πληγωθεί ο εγωισμός του που τον χωρίζει η γυναίκα του, φυσικά τον πειράζει που εκείνη δεν σκέφτεται το παιδί τους, βασικά όμως ο Χόφμαν φοβάται ότι όλες οι ευθύνες που είχε αναλάβει η Στριπ τώρα θα πέσουν στους δικούς του ώμους. Ουσιαστικά, χάνει την βολή του, τα πράγματα που είχε έτοιμα όταν γύριζε σπίτι, ώστε να μπορεί την επόμενη μέρα να πάει στην δουλειά και να ξαναείναι επιτυχημένος. Μας παρουσιάζεται ένας άνθρωπος που αντλεί την αυτοπεποίθησή του αλλά και τα βιωσιμότερα στοιχεία της προσωπικότητάς του από την εργασία του. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Η γυναίκα του νιώθει παραμελημένη. Κανείς δεν την κατηγορεί γι’ αυτό. Κανείς δεν την θεωρεί τρελή. Ο ίδιος ο Χόφμαν το παραδέχεται ότι την έχει παραμελημένη. Φυσικό επακόλουθο: εκείνη μαζεύει τα μπογαλάκια της και φεύγει. Είναι όμως σωστή η στάση αυτή της μάνας, όταν μέσα στο σπίτι υπάρχει ένα παιδί;

Αυτό το παιδί αναλαμβάνει πλέον να αναθρέψει ο μπαμπάς. Και στην αρχή τα βρίσκει λίγο σκούρα. Φτιάχνει French toast με τσόφλια αυγού μέσα, καίει τα χέρια του με το τηγάνι, αργοπορεί να πάρει τον γιό του από παιδικό πάρτυ. Η πίεση που συσσωρεύεται μέρα με τη μέρα στον πατέρα τον ωθεί σε ξεσπάσματα επιφανειακά εναντίον του γιού του, που γρήγορα όμως επουλώνονται χωρίς ψυχικές αιματοχυσίες. Σταδιακά, όμως, όλες αυτές οι υποχρεώσεις του πατέρα αυτοματοποιούνται, ο μπαμπάς γίνεται καλύτερος γονιός, πιο πρακτικός και πιο δοτικός.
Η σχέση των δυο πλασμάτων αρχίζει να υφίσταται, να καλλιεργείται από την αρχή. Πριν, κι ενώ την φροντίδα του μικρού είχε αναλάβει εξολοκλήρου η μητέρα του, η σχέση του γιού με τον πατέρα ήταν ανύπαρκτη. Τώρα, εξ ανάγκης κι όχι από επιλογή, πάντως η tabula rasa σχέση των δυο ηρώων αναπτύσσεται αρμονικά και χτίζεται σε πολύ γερά θεμέλια, κυρίως δε στην αίσθηση και των δυο ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Η κοινή τους θέση (του εγκαταλειμμένου γιού και συζύγου) τους φέρνει πιο κοντά εξαιτίας των κοινών τους συναισθημάτων.
Το αποτέλεσμα: τα πάντα ξεκινούν και λειτουργούν σαν ρολόι. Σε μια καταπληκτική σκηνή βλέπουμε τον μικρό να ξυπνάει και να πηγαίνει με το άσπρο σλιπάκι και το άσπρο φανελάκι του στην τουαλέτα. Βγαίνει από την τουαλέτα και έρχεται ο πατέρας του, με άσπρο σλιπάκι κι άσπρο φανελάκι κι αυτός και μπαίνει στην τουαλέτα. Ο γιος βγάζει στο τραπέζι κεϊκάκια και δυο πιάτα, ο πατέρας βάζει ποτήρια, καφέ, γάλα και πορτοκαλάδα, και κάθονται και οι δυο αμίλητοι και διαβάζουν ο ένας κόμικς και ο άλλος εφημερίδα. Μέσα σε ενάμιση λεπτό –όσο κρατάει η σκηνή- ο σκηνοθέτης μας δείχνει την εξέλιξη των δυο ηρώων, πώς έχουν μάθει να καλύπτουν τις ανάγκες τους, πώς έχουν αυτοματοποιήσει την καθημερινότητά τους, πώς έχουν βρει τα πατήματα των καθημερινών τους αναγκών, αλλά και πιο σημαντικό: πώς έχουν εξελίξει τόσο την σχέση μεταξύ τους που μπορούν και απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη της σιωπής μεταξύ τους.

Η σκηνή στο πάρκο είναι αρκετά γνωστή: ο μικρός έχει ανέβει στην σκαλωσιά που σκαρφαλώνουν τα παιδάκια στην παιδική χαρά, η γειτόνισσα και φίλη του Χόφμαν του μιλάει για έναν γκόμενο, όταν το παιδί πέφτει ξαφνικά από την σκαλωσιά και σκάει βίαια στο έδαφος ματωμένο στο πρόσωπο. Αμέσως το σηκώνει πάνω ο πατέρας του και τρέχει ανάμεσα σε λεωφόρους προς το κοντινότερο νοσοκομείο. Εκεί το παιδί κάνει ράμματα, με τον πατέρα του να του κρατάει το κεφαλάκι του και να συμπάσχει στον πόνο του συρραπτικού, λες και περνάει ο ίδιος αυτόν τον πόνο. Μπορεί το περιστατικό να δείχνει κάποια μικρή αμέλεια από την πλευρά του πατέρα, όμως ουσιαστικά συμβάλλει κι αυτό ως βίωμα στις εμπειρίες που μοιράζονται μαζί πατέρας και γιός.

Μέσα σ’ αυτή την μοναδική σχέση αγάπης κι εμπιστοσύνης μεταξύ των ηρώων έρχεται να παρεμβληθεί ένας εισβολέας, η μετανιωμένη μητέρα. Η Μέριλ Στριπ επιστρέφει και ανακοινώνει στον Χόφμαν ότι πρόκειται να διεκδικήσει την κηδεμονία του μικρού γιού της δικαστικά. Σκηνή ανθολογίας η σκηνή στο μικρό τραπεζάκι ενός μπαρ με τους δυο γονείς αμήχανους στην αρχή, φορτισμένους στη συνέχεια, να δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας.
Όταν ο πατέρας, ανίκανος και άμαθος να συνδυάσει επαγγελματική επιτυχία και αποκλειστική ανατροφή του παιδιού του, απολύεται από την δουλειά του, ξεκινά ένα κυνηγητό εύρεσης εργασίας. Ξέρει, άλλωστε, ότι στην δίκη κηδεμονίας πρέπει να δείξει ότι έχει τους πόρους να αναθρέψει το παιδί του άνετα. Είναι διατεθειμένος, λοιπόν, να αποδεχτεί οποιαδήποτε δουλειά που θα του εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές εισόδημα για το παιδί του και τον εαυτό του. Όταν παραμονές Χριστουγέννων πηγαίνει σε εταιρία να ζητιανέψει δουλειά και διακόπτει τους εργοδότες από το χριστουγεννιάτικο πάρτυ της εταιρίας, εκείνοι συσκέπτονται για λίγο σε ένα ήσυχο γραφείο κι εκείνος περιμένει απ’ εξω, στον χώρο όπου γίνεται το πάρτυ. Εκεί, όλοι διασκεδάζουν αμέριμνοι, πίνουν, χορεύουν και γελούν με τους συναδέλφους τους, και μόνο εκείνος κάθεται με αγωνία σε μια καρέκλα στην γωνία περιμένοντας μια απάντηση από τα αφεντικά. Τελικά η αγωνία του τελεσφορεί, καθώς παίρνει την δουλειά αι φεύγει ευτυχισμένος από το κτήριο. Αυτή είναι πλέον η δικιά του γιορτή. Αυτή είναι η δική του χαρά, αλλά και μια μικρή στιγμή ξεγνοιασιάς. Τώρα αισθάνεται έτοιμος να παλέψει για την κηδεμονία του γιού του.

Κι αν κάποιος συνάδελφος διαβάζει αυτή τη στιγμή τα γραφόμενα, σίγουρα θα ξέρει ότι οι δικαστικοί αγώνες κηδεμονίας μπορούν να γίνουν αρκετά βίαιες καμιά φορά. Φυσικά, κάτι τέτοιο γίνεται στην ταινία. Με εξαιρετική μαεστρία ο σκηνοθέτης μας εγκλωβίζει σε μια δικαστική αίθουσα κεκλεισμένων θυρών, όπου οι δυο γονείς απλώνονται συναισθηματικά –και φυσικά ερμηνευτικά- προσπαθώντας να μετρήσουν την αγάπη τους για το παιδί τους και την ζωή που πρόκειται να του παράσχουν μελλοντικά.

Το μοτίβο της αλλαγής, της ωρίμανσης των ηρώων στεφανώνει το φινάλε της ταινίας, όπου οι τρεις ήρωες γίνονται ωριμότεροι, πληρέστεροι και αυτόνομοι, αισθανόμενοι και οι τρεις το βάρος της κατάστασης που ξεκινάει να περνάει και να τους αφήνει πιο ήρεμους, πιο ζωντανούς, πιο ικανούς να ελέγξουν συναισθήματα και καταστάσεις. Ένας προς έναν και οι τρεις ήρωες ξεπερνούν την καταιγίδα με ωριμότητα και γίνονται σοφότεροι, άρα και ζωντανότεροι.

Σεναριακά το έργο κυλάει πολύ άνετα. Κάθε σκηνή έχει ένα ειδικό βάρος, ένα κεντρικό γεγονός που περιγράφει ο σκηνοθέτης σαν αφηγητής, κάνοντας τις δευτερεύουσες λεπτομέρειες να γυρίζουν γύρω από το βασικό γεγονός κάθε σκηνής. Γενικώς η ταινία αποπνέει μια αύρα παλιού πράγματος, σαν να μυρίζεις παλιό ξύλο αντίκας. Η φωτογραφία έχει ζωηρά χρώματα του ’70 κυρίως με έντονη την απόχρωση του καφέ, τα σενάριο είναι ακαδημαϊκά μελετημένο και ισορροπημένο, η όλη ατμόσφαιρα γενικώς φαίνεται σαν σκουριασμένη αν την δεις από την προοπτική του 2011. Όμως η γλυκύτητα της πλοκής, οι ερμηνείες και η τελική κάθαρση της ταινίας διαμορφώνουν μια ταινία εξαιρετική. Σίγουρα στην πορεία της κινηματογραφικής δημιουργίας έχουμε δει κι άλλες παρόμοιες ταινίες. Όμως σε αυτήν την ταινία του 1979 είναι που βλέπουμε για πρώτη φορά όλα αυτά τα στοιχεία που βλέπουμε σε επόμενες χρονικά ταινίες, κάνοντας την ταινία να λειτουργεί σαν κινηματογραφικό αρχέτυπο.

Πέραν από την ομορφιά της σεναριακής και σκηνοθετικής έξαρσης, ο βασικός λόγος που καλείται ο σύγχρονος θεατής να δει την ταινία αυτή είναι η συγκλονιστικές ερμηνείες των ηθοποιών.
Πρώτος και καλύτερος ο Ντάστιν Χόφμαν, που ως προδομένος σύζυγος και ξαφνιασμένος γονέας, δίνει την δική του μάχη για ισορροπία στις υποχρεώσεις της ζωής του και για το δικαίωμά του στην αλλαγή και είναι απλά τέλειος. Η ψυχραιμία του και η βαθιά εσωτερικότητα των συναισθημάτων του, ειδικά σε μια από τις τελευταίες σκηνές όπου ο μικρούλης στεναχωριέται, είναι ισοπεδωτική. Ο Χόφμαν κάνει μια από τις καλύτερες ανδρικές ερμηνείες στην ιστορία του κινηματογράφου, υπόδειγμα για κάθε νέο ηθοποιό, ένα υποκριτικό master class, και δίκαια αποσπά το Όσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου, το πρώτο από τα δύο που του επιφυλάσσει η κινηματογραφική του καριέρα.
Δεν είναι ιδιαίτερα άξιο αναφοράς ότι η Μέριλ Στρίπ είναι συγκλονιστική για μια ακόμη φορά στον κινηματογράφο. Η άνεση που αντιμετωπίζει τον ρόλο της «κακιάς» μέσα στην ταινία, η οποία συνθλίβεται και περνάει στην άλλη άκρη, είναι καταπληκτικός. Το καλύτερο είναι, όμως, ότι, ενώ θα μπορούσε ο ρόλος αυτός να αποδοθεί με τις κλασσικές μανιέρες ενός «κακού» ρόλου, τελικά η σύζυγος και μητέρα που εγκαταλείπει την οικογένειά της καταλήγει να γίνεται συμπαθής και να προκαλεί τον οίκτο του θεατή και όχι την αποστροφή. Το δεύτερο σπουδαίο επίτευγμα της Μέριλ Στριπ είναι ο τρόπος που κλαίει (!). Είναι τόσο ισοπεδωτικά απλό και ειλικρινής, που νομίζεις ότι πρέπει να πας να την ηρεμήσεις. Για την σπουδαία ερμηνεία της στην ταινία η Μέριλ Στριπ απέσπασε το Όσκαρ β΄ γυναικείου ρόλου.
Μπορεί να περιμένεις από τον Χόφμαν και την Στριπ σπουδαίες ερμηνείες, όταν όμως βλέπεις τον 7χρονο Τζάστιν Χένρυ να παίζει τόσο μεστά και αληθινά τον μικρό γιο μιας οικογένειας που διαλύεται, τότε δεν σου μένει παρά να απολαύσεις και να συγκινηθείς με ειλικρίνεια με τις στιγμές που ο μικρός βουρκώνει και του κόβεται η ανάσα από τα δάκρυα μέσα στην αγκαλιά του μπαμπά του. Ο πιτσιρίκος Τζάστιν Χένρυ για την ερμηνεία του στην ταινία κέρδισε μια υποψηφιότητα για το Όσκαρ β΄ ανδρικού ρόλου και είναι μέχρι και σήμερα ο νεότερος υποψήφιος για Όσκαρ ηθοποιός. Φυσικά, δεν χρειάζεται να αναφέρω ότι η καριέρα του άρχισε και τελείωσε στην ταινία αυτή…

Εάν η ταινία αυτή ήταν σουηδού σκηνοθέτη, τότε ο θεατής μετά το τέλος της θα ήθελε να αυτοκτονήσει. Ο τεξανός Ρόμπερτ Μπέντον δίκαια απέσπασε για την ταινία το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και Σεναρίου και κατάφερε να δώσει στην ταινία του το Όσκαρ καλύτερης ταινίας, διότι κατάφερε να δώσει μια ελαφριά και σχετικά ευχάριστη πνοή στην ταινία, χωρίς να γίνεται βαριά και καταθλιπτική. Το σφιχτοδεμένο σενάριο κάνει την ταινία ανάλαφρη παρά την βαριά θεματολογία της και αυτό που επικρατεί στην ταινία τουλάχιστον στο τέλος της είναι η ειλικρινής συγκίνηση.

Μια πολύ ωραία ταινία, απλή, ανθρώπινη, συγκινητική, συναισθηματική, με τρομερές ερμηνείες, αξίζει να την ανακαλύψετε ως ένα ζωηρό μουσειακό είδος από την ιστορία του κινηματογράφου, μια ταινία που έφτασε πανάξια πολύ κοντά στο “Big five” των βραβείων Όσκαρ. Δείτε την με μικρή παρέα, με κρασί και κρεατο-κατάσταση.


Ένθετο: “BIG FIVE”

Αδιαμφισβήτητα τα Όσκαρ αποτελούνε ένα από τα σημαντικότερα βραβεία ποιότητας μιας ταινίας. Όσο κι αν διαφωνούμε, όσο κι αν βλέπουμε ότι κάπου κάπου ίσως οι επιλογές των καλλιτεχνών που κρατάνε τελικά το αγαλματάκι στα χέρια τους γίνονται με εμπορικά παρά με καλλιτεχνικά κριτήρια, παρά ταύτα δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις κορυφαίες δημιουργίες και του κορυφαίους καλλιτέχνες που έχουν βραβευτεί με το χρυσό αγαλματάκι με τον ιππότη, το ξίφος και την μπομπίνα.

Τα βραβεία αυτά όπως ξέρουμε διαιρούνται σε κατηγορίες, κάποιες από αυτές αφορούν μεμονωμένους δημιουργούς, άλλες ηθοποιούς, άλλες τεχνικούς, άλλες εταιρίες παραγωγής. Πάντα η βράβευση ενός καλλιτέχνη ή μιας εταιρίας είναι σημαντική για τους ίδιους, αλλά όχι πάντα για το κοινό. Είναι λίγοι εκείνοι οι θεατές που ενδιαφέρονται για το Όσκαρ σκηνογραφίας ή για το Όσκαρ μοντάζ π.χ. Γι’ αυτό, δημιουργήθηκε ανεπίσημα μια κατηγορία βραβείων, τα “Big five” βραβεία, ως αυτά που ενδιαφέρουν το μεγαλύτερο ποσοστό των θεατών. Και αυτά είναι τα εξής:
1. Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας
2. Όσκαρ Σκηνοθεσίας
3. Όσκαρ Σεναρίου (πρωτότυπου ή διασκευασμένου)
4. Όσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου
5. Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου

Στην ιστορία του κινηματογράφου είναι τρεις οι ταινίες που έχουν καταφέρει να αποσπάσουν και τα πέντε παραπάνω βραβεία, καταφέρνοντας ένα απίστευτο ρεκόρ καλλιτεχνικής αναγνώρισης.
Η πρώτη έρχεται από το μακρινό 1934, όπου η ταινία «Συνέβει μια νύχτα» του δεξιοτέχνη Φρανκ Κάπρα αποσπά τα 5 σημαντικότερα βραβεία της Ακαδημίας Τεχνών. Ο ίδιος ο Κάπρα πήρε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και χάρισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην εταιρία Κολούμπια με το καλλιτεχνικό του δημιούργημα. Ο προπαγανδιστής κατά των ναζιστών Ρόμπερτ Ρίσκιν κέρδισε το Όσκαρ Σεναρίου και οι αστέρες του τότε Κλαρκ Γκέιμπλ και Κλοντέτ Κολμπέρ κέρδισαν τα βραβεία ρόλων.
Η δεύτερη ταινία έρχεται με μεγάλο άλμα στον χρόνο, από το 1975, με τον τρελό Τζακ Νίκολσον να παιδεύει την νοσοκόμα Λουίζ Φλέτσερ στην «Φωλιά του κούκου». Ο Τσέχος σκηνοθέτης Μίλος Φόρμαν μας χαρίζει ένα αξεπέραστο δράμα, κάνοντας τα μαγικά του και αποσπώντας το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, ο ηθοποιός Μάικλ Ντάγκλας παίρνει Όσκαρ από την καρέκλα του παραγωγού για την ταινία, οι Χόμπεν και Γκόλντμαν κερδίζουν το Όσκαρ σεναρίου, η Λούιζ Φλέτσερ κερδίζει –ίσως λίγο άδικα- την Έντα Γκάμπλερ της συγκλονιστικής Γκλέντα Τζάκσον και παίρνει σπίτι της το χρυσό αγαλματάκι, και η φοβερή ερμηνεία του Τζακ Νίκολσον του χαρίζει πανάξια το πρώτο από τα τρία Όσκαρ που θα του αναλογούσαν τελικά στην καλλιτεχνική του πορεία.
Τελευταία μια ταινία που έκανε το 1991 πολλούς θεατές να γαντζωθούν από τα μπράτσα του καθίσματός τους στο σινεμά. Η απεγνωσμένη νεαρή μπατσίνα Τζόντι Φόστερ καταφεύγει στην συμβουλή του κανίβαλου Χάνιμπαλ Λέκτερ και ο κόσμος αηδιάζει βλέποντας το μισοφαγωμένο πτώμα ενός φρουρού σταυρωμένο πάνω στα κάγκελα του κελιού του Άντονυ Χόπκινς στην «Σιωπή των αμνών». Ο Τζόναθαν Ντεμ υπέγραψε το 1991 την καλύτερη δημιουργία του, χαρίζοντας πανάξια στον εαυτό του το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και στην εταιρία παραγωγής του το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Ο θεατρικός συγγραφέας Τεντ Τάλυ υπέγραψε το σενάριο που του χάρισε το μοναδικό του Όσκαρ, η Τζόντι Φόστερ έπαιξε σαν βράχος την αποφασισμένη αστυνομικό που φέρεται και άγεται από τον συγκλονιστικό Άντονυ Χόπκινς, ίσως την καλύτερη ανδρική ερμηνεία που έχω δει ποτέ.

Καποιες ταινίες πλησίασαν το επίτευγμα των 5 σπουδαίων βραβείων:
Η κλασσική «Όσα παίρνει ο άνεμος» ατύχησε στο Α΄ ανδρικού, όπου ο Κλαρκ Γκέιμπλ έχασε από τον Ρόμπερτ Ντόνατ.
Η «Μις Μινίβερ» έχασε το Α΄ ανδρικού.
Ο «Νευρικός εραστής», η καλύτερη ταινία του Γούντυ Άλεν, έχασε κι αυτή το Α΄ ανδρικού ρόλου, όπου ο Γούντυ δεν κατάφερε να κερδίσει τον Ρίτσαρντ Ντρέυφους.
Τέλος, στο «Αμέρικαν Μπιούτυ» η Άνετ Μπένινγκ έχασε το Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου από την καταπληκτική Χίλαρι Σουόνκ στο “Boys don’t cry”.