Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

MovieReactor: AMERICAN PSYCHO (2000)

AMERICAN PSYCHO (2000)
Ή ΤΟ ΛΟΥΤΡΟ ΑΙΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΑΖ

Μπορεί καμιά φορά οι χαζοδουλειές που έχεις να κάνεις μέσα σε μια μέρα να σε διακόψουν από κάποιες αγαπημένες σου ασχολίες, όπως π.χ. να δεις μια ταινία, με αποτέλεσμα η ταινία αυτή να έχει διαρκέσει τρεις μέρες. Σίγουρα, όμως, οι διακοπές που κάνει κανείς σε μια ταινία είναι αναγκαίες και δεν πρέπει να κάνουν τον θεατή να εξέρχεται από το κλίμα της ταινίας. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι μια ταινία είναι μια ιστορία που μας διαβάζει ο σκηνοθέτης πριν κοιμηθούμε. Οι διακοπές με τις οποίες αναγκάστηκα να δω την ταινία «American Psycho» δεν κατάφεραν να με αποσυντονίσουν και να με βγάλουν εκτός κλίματος, άλλωστε πώς θα γινόταν αυτό σε μια τόσο υποβλητική ταινία:

Ο Πάτρικ Μπέιτμαν (Κρίστιαν Μπέιλ) ένας επιτυχημένος νεαρός χρηματιστής, δουλεύει σε μεγάλη επενδυτική εταιρία και προαλείφεται για αντιπρόεδρός της. Μαζί με την αγέλη των λύκων του, τους υπόλοιπους συναδέλφους κι αντίστοιχα επιτυχημένους νεαρούς φίλους του βγαίνουν, γλεντοκοπάνε, πουλάνε ακριβά τον νεοπλουτισμό τους αγοράζοντας γκόμενες, τραπέζια σε ακριβά εστιατόρια και ειδική εξυπηρέτηση σε ακριβούς ράφτες γραβατών. Η ιδιορρυθμία του αναλύεται στην ενδελεχή περιποίηση του προσώπου του με ενυδατικές -και όχι μόνο- κρέμες, στην καθημερινή έντονη γυμναστική, στην κουραστική φροντίδα του αστραφτερού χαμόγελου, στην προσπάθεια για έντονη καθαριότητα μέσα στο σπίτι του, ά… ναι… και σε κανα δυο πεντέξι είκοσι τριανταπέντε φόνους. Όταν η νύχτα πέσει και ο Μπέιτμαν φύγει από το γραφείο του, σουλατσάρει στα στενοσόκακα ψάχνοντας για την γυναίκα εκείνη που θα του χαρίσει την αιμοδιψική ηδονή, εκείνη που θα γίνει το επόμενο θύμα του, εκείνη που θα σαπίσει μέσα σε μια πεταμένη μπανιέρα στον σκουπιδότοπο. Τι γίνεται όμως όταν μια νύχτα το υποψήφιο θύμα καταφέρνει και δραπετεύει από τον επίδοξο δολοφόνο του?

Η καναδέζα Μέρι Χάρρον υπογράφει μια cult ταινία, με έντονα στοιχεία τρόμου, σασπένς, αλλά με πολύ αδέξιο και ανώριμο τρόπο. Ας το δούμε αναλυτικά το πράγμα:

Η ταινία ξεκινάει με μια παρέα νεαρών επιτυχημένων επενδυτών, που μαζεμένοι γύρω από το τραπέζι ενός ακριβού εστιατορίου επιδίδονται σε ένα νοητικό μπραντεφέρ επιτυχίας. Ο καθένας κομπάζει για τα δικά του εργασιακά κατορθώματα, και ευχαριστιούνται όλοι μαζί την οικονομική άνεση που τους έχει εξασφαλίσει το μεταπτυχιακό στο Χάρβαρντ (καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα δηλαδή). Δεν είναι τυχαίο το κόκκινο χρώμα του σορμπέ φράουλας που στολίζει τα πιάτα του ο σεφ του εστιατορίου.

Το επόμενο πρωί ο Μπέιτμαν επιδίδεται στην καθημερινή ρουτίνα ομορφιάς: έντονη γυμναστική, μπάνιο με σουπερ αφρόλουτρα, κρέμες προσώπου και σώματος παντού, πανάκριβο πουκάμισο και κουστούμι και βουρ για το γραφείο. Εκεί, ο νεαρός χρηματιστής σκορπά τον χρόνο του υποστηρίζοντας το αυτάρεσκο προσωπείο του επιτυχημένου νέου, το σημαντικότερο όπλο για να κάνεις πελατεία.
Απαραίτητο αξεσουάρ κάθε επιτυχημένου επαγγελματία: το μπίζνες λαντς. Εκεί, με την αρραβωνιαστικιά του (Ρης Γουίδερσπουν) και μια παρέα λίγων αλλά καλών φίλων, παραδέχεται ότι πηδάει μια από τις υπόλοιπες γυναίκες της παρέας. Είναι τόση μεγάλη η αυτοπεποίθηση που τον κυριεύει, που δεν υπολογίζει τις συνέπειες αυτής της παραδοχής του. Ο πρώτος φόνος γίνεται μετά από το φαγητό.

Το επόμενο πρωινό, οι νεαροί επιτυχημένοι, μνηστήρες όλοι τους της θέσης του αντιπροέδρου της επενδυτικής εταιρίας, επιδίδονται σε διαγωνισμό της καλύτερης εργασιακής κάρτας. Όταν ο Μπέιτμαν χάνει από τον Πολ Άλαν (Τζάρετ Λέτο), αποφασίζει ότι θα κάνει κάτι γι΄ αυτό. Εκτονώνεται σκοτώνοντας έναν άστεγο ζητιάνο και το σκυλί του σε ένα σοκάκι.

Η πλήρης διαδικασία ενός φόνου περιγράφεται από τη σκηνοθέτη στην επόμενη σκηνή, όταν ο Μπέιτμαν μεθάει τον Άλαν, τον καλεί στο διαμέρισμά του και τον δολοφονεί με τσεκούρι. Η σκηνή αυτή είναι η πιο πετυχημένη σκηνοθετικά και σκηνογραφικά σκηνή του έργου. Ο μεθυσμένος Τζάρετ Λέτο βρίσκεται καθισμένος σε καναπέ στο κέντρο του διαμερίσματος, και ο Κρίστιαν Μπέιλ κάνει σχιζοφρενικές βόλτες στο πίσω μέρος του διαμερίσματος. Ο Λέτο δεν βλέπει τον Μπέιλ, ο οποίος φέρνει κρυφά το τσεκούρι, φοράει ένα λευκό αδιάβροχο για να μην πιτσιλιστεί από το αίμα (ευθύς υπαινιγμός σε ζουρλομανδύα το λευκό αδιάβροχο) και με τρελή χαρά στα μάτια του και χορευτικές κινήσεις αδημονίας ο Μπέιλ σκοτώνει τον ανταγωνιστή του με μανία, χτυπώντας τον στο κεφάλι με τη λεπίδα του τσεκουριού. Τίποτα από όλα αυτά δεν φαίνεται στην κάμερα, εκτός από το πιτσίλισμα από το αίμα στο ήδη κοκκινισμένο από την ηδονή πρόσωπο του Μπέιλ.
Την επόμενη μέρα τον επισκέπτεται στο γραφείο του ένας ντεντέκτιβ (Γουίλιαμ Νταφόε), και συζητάνε για την εξαφάνιση του Πολ Άλαν. Ποτέ δεν κατάλαβα την ανάγκη της σκηνοθέτιδος να δημιουργήσει έναν ρόλο σαν αυτόν του ντεντέκτιβ. Ουδέποτε φαίνεται χρήσιμος στην ιστορία, και άλλωστε τον βλέπουμε μόνο δυο φορές στην ταινία.

Κι ενώ ο φόρος αίματος συνεχίζεται, αξίζει να σταθούμε σε ένα σεξουαλικό τρίο του Μπέιτμαν με δυο πόρνες. Κατά τη διάρκεια της πράξης, ο Μπέιτμαν καταγράφει την δράση σε βιντεοκάμερα και κοιτιέται αυτάρεσκα στον καθρέφτη σφίγγοντας τα μπράτσα του και απολαμβάνοντας το θέαμα του εαυτού του. Οι δυο πόρνες φεύγουν το επόμενο πρωί με εμφανή τραύματα στο πρόσωπο, ένδειξη του βασανιστηρίου που είχαν περάσει την προηγούμενη νύχτα στα χέρια του Μπέιτμαν. Αυτό που αξίζει να κρατήσουμε από τη σκηνή αυτή είναι ο τρόπος που ο δράστης απολαμβάνει την θέα του γυμνασμένου του κορμιού, ο αυτοθαυμασμός του ίδιου και της εικόνας του.

Μια από τις επόμενες μέρες, ο Μπέιτμαν καλεί την γραμματέα του, νεαρή, άπειρη και απονήρευτη κοπέλα, στο σπίτι του για ποτό και δείπνο. Εκεί που είναι έτοιμος να τη σκοτώσει, υπαναχωρεί και προτιμά να την διώξει για να μην της κάνει κακό, όπως της εξομολογείται. Είναι η πρώτη φορά που άνθρωπος με την γνώση του αληθινού προσώπου του Μπέιτμαν φεύγει ζωντανός από κοντά του. Ίσως θεώρησε ο δολοφόνος ότι η κοπελίτσα αυτή δεν αξίζει να πεθάνει, δεν κολλάει στο μοτίβο που έχει ορίσει ο ίδιος. Εδώ έγκειται το σημαντικότερο κενό στο σενάριο της ταινίας: ποιο είναι τελικά το μοτίβο του δολοφόνου? Μέχρι στιγμής έχει δολοφονήσει δυο τρεις πόρνες, έναν συνεργάτη του και έναν ζητιάνο. Τίποτα από αυτά δεν κολλάει με το άλλο. Είναι ο Μπέιτμαν ένας δολοφόνος τιμωρός? Είναι σχιζοφρενής? Δολοφονεί και κριτήρια αξιοκρατικά, ηθικά, ιδιοτελή? Ποτέ δεν δίνεται απάντηση στα ερωτήματα αυτά, κάνοντας το βαθύτερο κενό του σεναρίου πραγματικά πολύ ενοχλητικό, ειδικά για ανθρώπους που έχουν διαβάσει και δυο σελίδες εγκληματολογίας στη ζωή τους.
Φαίνεται, όμως, ο Μπέιτμαν να αρέσκεται στα τριολέ. Με μια φίλη του και την μία από τις δυο πόρνες του πρώτου τρίο, κάνει και δεύτερο σεξουαλικό πάρτι με δυο γυναίκες φροντίζοντας να τις χαπακώσει και να τις μεθύσει. Μέσα στο άντρο των δολοφονιών του, ο Μπέιτμαν κάνει σεξ και σκοτώνει την φίλη του, αλλά η πόρνη καταφέρνει και το σκάει, ανακαλύπτοντας όλη την αιμοσταγή φρικαλεότητα που κρύβει το διαμέρισμα. Δεν προλαβαίνει όμως να φύγει μακριά, καθώς βρίσκει κι εκείνη τον θάνατό της από το αλυσοπρίονο του Μπέιτμαν.
Στη σκηνή αυτή ο Μπέιτμαν κάνει μια αναφορά στον Τεντ Μπάντυ, έναν υπαρκτό τρόμο για την Αμερική του ’70, ο οποίος δολοφόνησε και βίασε (με αυτή την σειρά) 35 γυναίκες. Το όνομα του Μπάντυ παραμένει ακόμα και σήμερα, πάνω από 20 χρόνια από την εκτέλεσή του σε ηλεκτρική καρέκλα, σαν μια σκιά, σαν ένας θρυλικός τρόμος στους δρόμους πόλεων της Αμερικής.

Ο Μπέιτμαν το επόμενο πρωινό χωρίζει την αρραβωνιαστικιά του Ρης Γουίδερσπουν, και για να εκτονωθεί πάει να σκοτώσει μια γάτα. Μια κυρία τον βλέπει και του φωνάζει, με αποτέλεσμα να συναντήσει τον δημιουργό της. Αστυνομικοί ακούνε τους πυροβολισμούς και τρέχουν ξωπίσω του, ο Μπέιτμαν ενώ καταδιώκεται σκορπάει τον θάνατο στο δρόμο του, και τελικά καταλήγει στο γραφείο του φοβισμένος και ιδρωμένος. Τηλεφωνεί στον δικηγόρο του και του εξομολογείται όλα αυτά που έχει κάνει μέχρι σήμερα, όλες τις δολοφονίες και τους βιασμούς, και παραδέχεται ότι είναι τρομοκρατημένος. Η επόμενη μέρα δεν αργεί να ξημερώσει.

Εκτός από το σημαντικό κενό στο σενάριο της ταινίας και πέραν από κάποιες ανούσιες και λίγο ενοχλητικές προσθήκες, το μεγάλο μειονέκτημα της ταινίας είναι το αδέξιο, ερασιτεχνικό και αποδιοργανωτικό μοντάζ της. Η μια σκηνή διαδέχεται την άλλη χωρίς κάποια λογική συνέχεια. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Εξαιτίας του αδέξιου μοντάζ, η ταινία ώρες ώρες σε πετάει εκτός κλίματος. Εκεί που έχεις την αιμορροΐδα από το σασπένς και την αγωνία, εκεί που δεν πας για κατούρημα για να δεις τι θα γίνει στη συνέχεια της σκηνής, ξαφνικά, σε μεταφέρει σε ένα ήσυχο δωμάτιο γεμάτο με τα αρκουδάκια της αγάπης (ΤΜ).

Η ταινία θα μπορούσε να είναι ένα cult αριστούργημα, και το σενάριο –ή μάλλον η ιδέα του σεναρίου- βοηθάει απόλυτα σ’ αυτό. Θα μπορούσε η σκηνοθέτης να προικίσει την ταινία της με πολυεπίπεδο θεματικό βάθος. Δεν είναι λίγα αυτά που υπονοεί ο κεντρικός χαρακτήρας στον τελικό μονόλογό του (δεν θα τα αποκαλύψω εδώ). Η απομόνωση του χαρακτήρα από την υπόλοιπη κοινωνία, η εξομολόγηση στην αρχή ότι δεν μπορεί να νιώσει κανένα συναίσθημα και εγκλωβισμός στο αυτάρεσκο εγώ του, τον μετατρέπει σε δυσλειτουργικό ον εντός κοινωνίας, η οποία επιβάλει με αόρατους και ανομολόγητους μηχανισμούς την αποπομπή του ατόμου αυτού από τους κόλπους της. Κι αν δεν είναι κάποιος που λέει φανερά στον ήρωα «φύγε από την κοινωνία μου», η ίδια η κοινωνία σιωπηλά τον απορρίπτει και τον ωθεί στο περιθώριο κι επομένως στην έλλειψη σωτηρίας και εντέλει κάθαρσης.

Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι μηχανισμοί της κοινωνίας? Μα φυσικά, το αβυσσαλέο κυνήγι για πρωτιά. Ο Μπέιτμαν έχει εγκλωβιστεί στην συνεχή καταδίωξη της κοινωνικής επιτυχίας, της επιβολής στους άλλους μέσω της επιτυχίας στην εργασία και την ωραιοπαθή εικόνα του ατόμου. Η αγέλη των νεαρών επιτυχημένων οικονομολόγων, αποφοίτων του Χάρβαντ, επιθυμεί συνεχώς κι άλλη καταξίωση, αχόρταγη επιτυχία. Και ποιος είναι ο λόγος? Η επιβολή του ενός στον άλλον. Η αναγνώριση ενός από όλους αυτούς ως το κυρίαρχο αρσενικό. Ως ο κυρίαρχος, ο αρχηγός της αγέλης, ο πρώτος που τον ακολουθούν οι άλλοι.

Τελικά, όμως, ο σκοπός γίνεται το μέσον. Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του Μπέιτμαν γίνεται τελικά σχιζοφρενικός, διότι προσπαθεί με νύχια και με δόντια να γίνει πιο επιτυχημένος από τους άλλους. Σκοτώνει εκείνους που θεωρεί ικανότερους από αυτόν, ξεφορτώνεται έτσι τους πιο επίδοξους ανταγωνιστές, και μόλις καταφέρνει να γίνει ο πιο επιτυχημένος από όλους, τότε χρησιμοποιεί την επιτυχία του για να συνεχίσει την εγκληματική του δραστηριότητα: με ακριβά ρούχα και ακριβά εστιατόρια προσελκύει υποψήφια θύματα, με χρήματα πληρώνει τις πόρνες που μετά σκοτώνει κλπ.

Και τελικά ποιο είναι το συμπέρασμα? Ότι το κυνήγι της επιτυχίας, η επιβολή στον συνάδελφο, το άρρωστο ξέσπασμα, ο άκρατος ανταγωνισμός, και τελικά η απώλεια της ζωής στο βωμό της εργασιακής και κοινωνικής αναγνώρισης γίνονται για τον ίδιο λόγο και τελειώνουν με την τελευταία φράση της ταινίας: μάταια.

Δυο είναι τα σημαντικότερα κλειδιά για να ξεκλειδώσει κανείς ένα πάρα πολύ συγκαλυμμένο, ίσως και ακούσιο σχόλιο της σκηνοθέτιδας πάνω στη δημιουργία και την διατήρηση των εγκληματιών. Το πρώτο βρίσκεται στην αρχή, όταν ο Μέιτμαν κάνει κούρα ομορφιάς και βάζει μια μάσκα στο πρόσωπό του, μετά με έντονο ζουμάρισμα μας δείχνει την διαδικασία αφαίρεσης της μάσκας αυτής. Μας υπόσχεται έτσι ότι θα μας δείξει πώς αφαιρείται το προσωπείο ενός κατά συρροή δολοφόνου.
Το δεύτερο σημείο είναι ο τελικός μονόλογος του ήρωα, τον οποίον δεν θα αποκαλύψω, αλλά έχω ήδη σχολιάσει παραπάνω.

Αδέξιο το σενάριο, εμετικό το μοντάζ, μουσική επιμέλεια με ωραίες επιλογές, καλή προσπάθεια για σκηνοθεσία, όμως η καναδέζα Μέρυ Χάρον είχε μικρές πλάτες για να σηκώσει ένα τόσο βαρύ βιβλίο με πολλές επιστημονικές αναφορές και βάσεις.

Ο Κρίστιαν Μπέιλ είναι αξιοπρεπέστατος, με σωστά ξεσπάσματα, καλογυμνασμένο σώμα όπως αρμόζει στον ρόλο, ακούνητα συναισθηματικά μάτια, και καλή κινησιολογία. Θεωρώ ότι ένας ηθοποιός τύπου Χηθ Λέτζερ θα απογείωνε τον ρόλο, και πάλι όμως οΜπέιλ είναι ικανοποιητικός.
Όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι καλοδιαβασμένοι, χωρίς ιδιαίτερες μνείες σε κανέναν. Αυτό που δεν κατάλαβα είναι γιατί χρησιμοποιήθηκε ο Γουίλιαμ Νταφόε για έναν ανύπαρκτο ρόλο σεναριακά. Μάλλον για να στολίσει με το όνομά του το καστ.

Δεν είναι μια κακή ταινία. Έχει απλά απαίσιο μοντάζ. Δείτε την για να εκτιμήσετε μια ακαδημαϊκή προσπάθεια ανάλυσης της ψυχής ενός serial killer. Αν την δείτε, μην παραλείψετε να έχετε μεγάλη παρέα, χιούμορ και θανατηφόρες ατάκες, και φυσικά άφθονες γαβάθες ποπ κορν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου