Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Movie Reactor: THE PRESTIGE (2006) του Christopher Nolan

THE PRESTIGE (2006)
Ή ΜΙΑ ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ ΧΩΡΙΣ ΣΑΣΠΕΝΣ

Συνήθως δεν επαναλαμβάνω φράσεις που έχω ακούσει. Θα πρέπει να συμφωνώ απόλυτα, αλλά και να με ιντριγκάρει ο τρόπος που έχει εκφραστεί η φράση αυτή. Αυτό συνέβη όταν αδερφικός φίλος μου είπε ότι όταν χειμωνιάζει ο καιρός, αρχίζει κανείς κι εκτιμάει τα απλά πράγματα που μπορείς να κάνεις σε μια φθινοπωρινή νύχτα, πράγματα που θα βαριόσουνα φριχτά να τα κάνεις κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν η θερινή νύχτα σε προσκαλεί σαγηνευτικά να βγεις έξω και να γλεντήσεις. Μια υπέροχη ασχολία για μια βροχερή φθινοπωρινή νύχτα, κάτι που δεν θα το έκανα ποτέ κατά το καλοκαίρι, είναι να μαζέψεις μια ολιγομελή εκλεκτή παρέα και να απολαύσεις μια ταινία. Έτσι κι έγινε μια προηγούμενη Παρασκευή, όπου σε σπίτι φίλου μαζεύτηκε η γνωστή τετραμελής παρέα για να απολαύσει, εν μέσω τηγανητών πατατών και σαμπούκας, μια πολύ ωραία ταινία: THE PRESTIGE, του Κρίστοφερ Νόλαν.

Κατά τις χαραυγές του 20ου αιώνα, δυο φίλοι και μαθητευόμενοι μάγοι (Χιού Τζάκμαν, Κρίστιαν Μπέιλ) αποφασίζουν να γίνουν διάσημοι στο καλλιτεχνικό στερέωμα, χρησιμοποιώντας τις γνώσεις τους σχετικά με την ταχυδακτυλουργική απάτη. Κατά τη διάρκεια ενός σόου, ο Μπέιλ προκαλεί τον θάνατο της γυναίκας του Τζάκμαν, κι έκτοτε οι δρόμοι των δυο συνεργατών χωρίζουν. Ο τεθλιμμένος χήρος κατηγορεί τον Μπέιλ ότι σκότωσε με δόλο την γυναίκα του, ο Μπέιλ δεν μπορεί να θυμηθεί τις συνθήκες θανάτου της εκλιπούσας, και το μίσος αυτό που καλλιεργείται ανάμεσα στους δυο πρώην συνεργάτες πυροδοτεί έναν ξέφρενο ανταγωνισμό μεταξύ τους, ο οποίος εκτονώνεται με πυροβολισμούς και ακρωτηριασμό των δακτύλων του ενός, ρεζίλεμα μπροστά σε κοινό του άλλου κλπ κλπ. Ο Τζάκμαν, με την καθοδήγηση του μάνατζερ και πρώην μάγου Μάικλ Κέιν, γίνεται γνωστός στον καλλιτεχνικό κόσμο του Λονδίνου, ενώ ο εξαιρετικά ταλαντούχος Μπέιλ απασχολείται σε μικρού βεληνεκούς νούμερα σε σκηνές-τρώγλες. Σε μία από αυτές τις σκηνές τρώγλες, όμως, ο Μπέιλ παρουσιάζει το καλύτερο νούμερο που έχει παρουσιάσει μάγος έως τότε: τον «Μεταφερόμενο Άνθρωπο». Ανίκανος να καταλάβει πώς στο διάολο το κάνει αυτό το νούμερο, ο Τζάκμαν βλέπει τον βασικό του ανταγωνιστή να αποκτά σιγά σιγά την εκτίμηση του λονδρέζικου κοινού και αποφασίζει να πάρει μέτρα. Χρησιμοποιεί την τεράστια πλέον οικονομική του επιφάνεια και πηγαίνει στην Αμερική, όπου συναντά τον εφευρέτη Τέσλα (Ντέιβιντ Μπάουι), και του ζητάει να κατασκευάσει μια μηχανή, η οποία θα κάνει κάτι εκπληκτικό. Ο Τέσλα εν τέλει το παρουσιάζει μια μηχανή που διπλασιάζει αντικείμενα. Κι όταν αυτή η μηχανή παρουσιάζεται στο λονδρέζικο κοινό, τότε τα πράγματα αρχίζουν και παίρνουν μια πολύ επικίνδυνη τροπή.

Ο Κρίστοφερ Νόλαν έχει αποδείξει ότι ξέρει να δημιουργεί κινηματογράφο. Ξέρει να κάνει ώριμες ταινίες, οι οποίες ποτέ δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν «μάπα». Ξέρει ότι κάθε σκηνή που παρουσιάζει πρέπει να περιλαμβάνει κι από ένα γεγονός που θα βοηθάει στην εξέλιξη της πλοκής. Δεν αφήνει να εμφιλοχωρήσουν σκηνές οι οποίες κάνουν τον θεατή να βαριέται. Κάθε σκηνή έχει την χρησιμότητά της. Αυτή η ικανότητα κάνει τις ταινίες του να κόβουν πολλά εισιτήρια στο σινεμά και να φέρνουν πολλά χρήματα στις τσέπες του ίδιου αλλά και των παραγωγών. Και φυσικά αυτό δεν είναι μεμπτό, καθώς οι ταινίες του είναι ψυχαγωγικές και κάνουν τον θεατή να περνάει πολύ όμορφα βλέποντάς τες. Άλλωστε, αυτός δεν είναι ένας από τους στόχους της τέχνης; Έτσι, συνεκδοχικά, καταλήγουμε ότι ο Νόλαν κάνει τέχνη. Αυτό δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητείται είναι το πόσο ποιοτική τέχνη έχουμε ανάγκη ως θεατές.

Το κλίμα που δημιουργεί ο Νόλαν στην ταινία του είναι εξαιρετικό. Πολλά μπράβο στους σκηνογράφους του, οι οποίο κατάφεραν να αξιοποιήσουν το περιβάλλον του Λονδίνου των αρχών του 20ου αιώνα τόσο πετυχημένα, δηλαδή εντάσσοντας τον θεατή στην αβυσσαλέα κοινωνία της εποχής χωρίς ταυτόχρονα να ντοκιμαντερίζουν.

Οι χαρακτήρες του έργου είναι σούπερ μονοδιάστατοι.
Ο Χιού Τζάκμαν χάνει την γυναίκα του, κατηγορεί τον συνάδελφό του για τον χαμό της και εισέρχεται σε έναν φαύλο κύκλο στυγνού ανταγωνισμού που καταλήγει σε φρενήρη εμμονή. Ίσως με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να τον εκδικηθεί για την υποτιθέμενη δολοφονία της γυναίκας του: προσπαθεί να τον καταστρέψει καλλιτεχνικά. Ο στόχος που έχει θέσει είναι η προσωπική του καλλιτεχνική άνοδος, εφόσον αυτή συνοδεύεται από την καταστροφή του Μπέιλ. Η εμμονή του φαίνεται από τις σπασμωδικές πράξεις του και από το πόσο μακριά είναι έτοιμος να το τραβήξει. Ουδέποτε, όμως, ο σκηνοθέτης αλλά και ο ίδιος ο ηθοποιός δεν μας δείχνουν πώς και γιατί γίνεται η μετάλλαξη, κι από μια απλή επαγγελματική κόντρα καταλήγουμε σε αυτό το καταστροφικό γαϊτανάκι που φτάνει μέχρι και την δολοφονία. Κάθε άνθρωπος θέλει να ξεπεράσει τον ανταγωνιστή του, κάθε άνθρωπος αποζητά εκδίκηση όταν νομίζει ότι έχει στερηθεί τον αγαπημένο του άνθρωπο εξαιτίας ενός άλλου. Δεν καταλήγουν, όμως, όλοι στις ακραίες ενέργειες του ήρωα αυτού, ώστε να δουν τον υποτιθέμενο φταίχτη έτσι όπως ο Τζάκμαν θέλει να δει τον Μπέιλ. Ο σκηνοθέτης απέτυχε να μπει στην ψυχή του ήρωα αυτού και να την κόψει στα δύο, παρουσιάζοντάς μας ανοιγμένη πλέον την προσωπικότητα και τα τρωτά σημεία ενός ανθρώπου που ζητάει να πιεί το αίμα του άλλου σε ποτήρι.
Κι αν κανείς μπορεί να καταλάβει ότι ο Τζάκμαν έχασε την γυναίκα του και θεωρεί ότι γι΄ αυτό έφταιξε ο Μπέιλ, άρα θέλει να τον καταστρέψει, σίγουρα δεν μπορεί να καταλάβει για ποιον λόγο ο Μπέιλ αποφασίζει να μπει σε αυτόν τον φαύλο κύκλο του υπέρμετρου ανταγωνισμού, που ακουμπάει τα επίπεδα της ψυχιατρικής εμμονής. Ο ήρωας αυτός έχει τα πάντα, όσα ποθεί ένας μέσος άνθρωπος: μια γυναίκα που τον αγαπάει, μια κοράκλα που θα γίνει μεγάλο κομμάτι όταν μεγαλώσει, την αποδοχή της κοινωνίας για τον επαγγελματισμό του και το ταλέντο του, αλλά κυρίως έχει κι αυτό που ποθεί κάθε παθιασμένος επαγγελματίας: την ζήλεια των ανταγωνιστών του. Κι εκεί που διάγει μια τέτοια όμορφη ζωή, ξαφνικά αποφασίζει να μπλεχτεί σε αυτό το γαϊτανάκι της εκδίκησης και του ανταγωνισμού με τον αντίζηλό του. Κι αν εκ των υστέρων μαθαίνουμε ότι είχε οργανώσει την ζωή του έτσι, ώστε να εκδικηθεί τον Τζάκμαν, ποτέ ο σκηνοθέτης δεν μας δίνει το γεγονός εκείνο που θα μας κάνει να πιστέψουμε σε έναν σοβαρό λόγο, σε ένα σοβαρό άλμα υπερβολής που θα μας πείσει για τις προθέσεις εξ αρχής αυτού του ανθρώπου. Ο σκηνοθέτης πλάθει έναν σκοτεινό χαρακτήρα, ο οποίος δεν έχει καμία ανάγκη να είναι σκοτεινός.

Έτσι, λοιπόν, ο σκηνοθέτης επιλέγει να μας μπερδεύει πάλι με τους χρόνους αφήγησής του, παρά να μας παρουσιάσει δύο χαρακτήρες που έχουν όλα τα φόντα και τα χαρακτηριστικά να είναι εξαιρετικά βαθιοί και σύνθετοι, αλλά ποτέ δεν γίνονται έτσι.
Η αποκάλυψη που γίνεται στο τέλος για τον χαρακτήρα του Μπέιλ είναι εντελώς για τα πανηγύρια: εκεί που ο σκηνοθέτης απαιτεί από τον θεατή να κάνει την υπέρβαση και να δεχτεί ως αληθινή την μηχανή που κατασκεύασε ο Τέσλα για τον Τζάκμαν, αυτή που διπλασιάζει αντικείμενα κι ανθρώπους, στο τέλος μας ξενερώνει με μια τόσο απλή εξήγηση για τον Μπέιλ, η οποία χαλάει όλο το μυστήριο της ταινίας. Το χειρότερο, όμως, δεν είναι η εξήγηση που δίνει. Είναι ότι ουδέποτε είχε αφήσει τον θεατή να μαντέψει την λύση του μυστηρίου. Σαν ένα κακογραμμένο βιβλίο της Αγκάθα Κρίστι: μας αναπτύσσει σε όλη την υπερ-δίωρη ταινία του μια υπόθεση, ένα πολύπλοκο μυστήριο, προκαλεί τον θεατή να μαντέψει ποιος είναι ο δολοφόνος, και στο τέλος σου παρουσιάζει ένα καινούριο γεγονός, για το οποίο ουδέποτε είχε αφήσει την οποιαδήποτε υπόνοια, και ξαφνικά σου παρουσιάζει μια λύση, την οποία δεν θα μπορούσες να είχες σκεφτεί ουδέποτε.
Η αλήθεια είναι ότι ίσως ήθελε ο σκηνοθέτης να κάνει ολόκληρη την ταινία του να φαίνεται σαν ένα ταχυδακτυλουργικό τρυκ: όπως ένας μάγος σου παρουσιάζει ένα πουλάκι σε ένα κλουβί, μετά εξαφανίζει ολόκληρο το κλουβί και τέλος σου παρουσιάζει το πουλάκι από την τσέπη του σακακιού του, έτσι και η ταινία σε παγιδεύει, οδηγώντας σε να μαντέψεις μια λύση, και στο τέλος, σαν ταχυδακτυλουργικό, σου παρουσιάζει την πραγματικότητα που δεν είχε σκεφτεί ποτέ σου. Πάντως, εγώ αν είχα πάει σε ταχυδακτυλουργικό σόου και έβλεπα ένα νούμερο να κρατάει κοντά δυόμιση ώρες –όπως η ταινία-, σίγουρα θα έφευγα στην μέση…

Ο Χιού Τζάκμαν είναι μετριότατος ως πεισματάρης μάγος με εμμονές, πιστεύω δε ότι ούτε που κατάλαβε τι γίνεται στην ταινία. Κι αυτό είναι ένα θετικό στοιχείο για εκείνον, σε αντίθεση με τον Κρίστιαν Μπέιλ, απαράδεκτο ως σκοτεινό κι εκδικητικό μάγο, ο οποίος πρέπει να κατάλαβε κάτι από τον ρόλο του, αλλά αυτό που κατάλαβε ήταν λάθος. Και οι δύο θα μπορούσαν να εντρυφήσουν πολύ πιο διεισδυτικά στους ρόλους και να παρουσιάσουν δυο τρομερούς και φοβερούς χαρακτήρες. Αντιθέτως, οι δυο πρωταγωνιστές παίρνουν πολύ ανάλαφρα τους ρόλους τους, όντας εγκλωβισμένοι στην ματαιότητα της αδιαμφισβήτητης ομορφιάς αμφοτέρων, και δεν ενδιαφέρονται για τους χαρακτήρες που ενσαρκώνουν, αλλά μόνο για την πολυπεριποιημένη κώμη τους και τους ομολογουμένως αψεγάδιαστους κοιλιακούς μύες τους. Ειδικά ο χαρακτήρας του Κρίστιαν Μπέιλ είχε φοβερά επίπεδα, τα οποία όμως παρέμειναν ανεξερεύνητα, χάρη στην προχειρότητα σκηνοθέτη και ηθοποιού. Η Σκάρλετ Γιόχανσον κρύα, παγερή κι αδιάφορη, μόνο γοητευτική δεν θα την χαρακτήριζε κάποιος, παρά τα πανέμορφα χείλη της. Ο Ντέιβιντ Μπάουι δεν είναι ηθοποιός και αυτό φάνηκε, αλλά κανείς δεν είχε απαιτήσεις από αυτόν. Πάντα καλός, ισορροπημένος και ώριμα δροσερός ο Μάικλ Κέιν αποδεικνύει ότι όταν ξέρεις να χειρίζεσαι το σανίδι, ξέρεις να χειρίζεσαι και το πανί.

Παρά τις όποιες λεπτομέρειες που δεν πείθουν και αφήνουν μια πικρία στον θεατή, η ταινία χαρακτηρίζεται ως πολύ καλή. Είναι χαρακτηριστικό παιδί του Κρίστοφερ Νόλαν, ο οποίος εστιάζει στην ποιοτικά εμπορική ψυχαγωγία του κοινού, παρουσιάζοντας ακριβές παραγωγές με ωριμότητα, ισορροπία, χωρίς να κάνει το κοινό να εστιάζει και να ταυτίζεται με κάποιον από τους χαρακτήρες, αλλά ψυχαγωγείται. Συνιστάται η παρακολούθησή της με μεγάλη παρέα και συζήτηση ενδιάμεσα, καθώς η διάρκειά της είναι αρκετά μεγάλη, αν και κυλάει εύκολα.

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Movie Reactor: FROZEN (2010)

FROZEN (2010)
Ή «ΤΙ ΠΕΦΤΕΙΣ, ΡΕ ΦΙΛΕ? ΣΚΕΨΟΥ ΠΡΩΤΑ…»

Μέσα σε έναν εξαιρετικά ζεστό Σεπτέμβρη όπως αυτός που διανύουμε, πρέπει ο καθένας να βρει τρόπο να δροσιστεί. Κι όταν όλα τα άλλα σου τελειώνουν, τότε αυτό που απομένει είναι μια δροσερή ταινία νωρίς το βράδυ της Δευτέρας. Δεν είναι μόνο ότι δροσίζεσαι κι ο ίδιος. Είναι που μπαίνεις σε έναν πλαστό κόσμο της φαντασίας ενός σκηνοθέτη ή ενός σεναριογράφου. Κι αυτός ο κόσμος σε κάνει να αποστασιοποιείσαι για λίγο από τα όποια άγχη τελοσπάντων έχουν καταφέρει να εμφιλοχωρήσουν στην αισιόδοξη ματιά με την οποία έχεις αποφασίσει να αντιμετωπίζεις τα πρώτα βήματα της ενήλικης ζωής σου. Πάντως, το τι εννοεί κανείς όταν λέει ότι μια ταινία είναι «δροσερή», αυτό είναι σίγουρα σχετικό. Συνήθως δροσερές θεωρούμε τις ταινίες τύπου «Πρόγευμα στου Τίφφανυς», οι οποίες δεν σε κάνουν να προβληματιστείς πάνω στις βαθιές προβληματικές της σύγχρονης κοινωνίας, απλώς έχουν στόχο να σε κάνουν να περάσεις όμορφα. Αυτές οι ταινίες συνήθως έχουν όμορφους πρωταγωνιστές, ευχάριστες –συνήθως αισθηματικές- υποθέσεις και γρήγορη αλλά γλυκοτσουτσουνίστικη σκηνοθεσία. Στην σημερινή περίπτωση επέλεξα να δω μια «δροσερή» ταινία, η οποία δεν συγκεντρώνει τίποτα από τα παραπάνω. Ήδη από τον τίτλο και από την αφίσα της στο imdb, άρχισα να ξεχνάω την τραγική υγρασία που μπαίνει από την ανοιχτή μου μπαλκονόπορτα. Και να ο λόγος:

Νεαροί φοιτητές αποφασίζουν να αποδράσουν για σουκού στα χιονισμένα βουνά της περιοχής τους και να εκτονώσουν τη ρουτίνα τους κάνοντας σκι. Οι δυο κολλητοί φίλοι, έμπειροι σκιέρ, αποφασίζουν να πάρουν μαζί τους την κοπέλα του ενός και να της μάθουν πώς να στέκεται στα πέδιλα χωρίς να τρώει η μούρη της χιόνι. Ανεβαίνουν λοιπόν στην πλαγιά του χιονοδρομικού με το τελεφερίκ, και ξεσκίζονται στο σκι και στις τούμπες. Στην κατάβαση της πλαγιάς με το τελεφερίκ, όμως, κι ενώ πια σουρουπώνει, οι φύλακες του χιονοδρομικού δεν βλέπουν τους τρεις φίλους που κατεβαίνουν, κλείνουν το ρεύμα, με αποτέλεσμα να ξεμείνουν οι τρεις τους στο κάθισμα του τελεφερίκ, ξεκρέμαστοι στον αέρα. Πανικοβάλλονται, αδυνατούν να πιστέψουν ότι τους συνέβη αυτό το πράγμα και ελπίζουν ότι αυτό που τους συμβαίνει είναι ένα λάθος και ότι οι φύλακες θα ξανανοίξουν το ρεύμα για να λειτουργήσει και πάλι το τελεφερίκ, όμως αυτό δεν γίνεται ποτέ. Και τότε, μέσα στην πηχτή νύχτα και το τσουχτερό κρύο, χωρίς κινητά τηλέφωνα και γεμάτοι πανικό και απελπισία, αρχίζουν και παίρνουν βιαστικές πλην όμως μοιραίες αποφάσεις, με σκοπό να κατέβουν. (SPOILERS:) Ο ένας αποφασίζει να πηδήξει από το κάθισμα του τελεφερίκ στο έδαφος. Όταν όμως το επιχειρεί, με το που πέφτει στο έδαφος σπάει και τα δυο του πόδια και μένει ακινητοποιημένος στην χιονισμένη πλαγιά, με τους δυο άλλους να τον κοιτάνε από ψηλά. Κι εκείνη τη στιγμή, ακούγεται το πρώτο ουρλιαχτό ενός λύκου…

Ο –άγνωστος σε μένα- σκηνοθέτης Adam Green, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο, καταπιάνεται και πάλι με το είδος του θρίλερ αγωνίας. Στην περίπτωση αυτή, όμως, δεν υπάρχει κάποιο παραμορφωμένο πλάσμα που κρύβεται σε καμπίνα βαθιά στην καρδιά του δάσους, ούτε κανένα στοιχειό νεκρής κοπελίτσας που διψάει για εκδίκηση. Εδώ η απειλή είναι η ίδια η φύση.
Την φύση, λοιπόν, χειρίζεται ο σκηνοθέτης για να μεταδώσει το αίσθημα της αγωνίας στον θεατή, και τα καταφέρνει αρκετά καλά, κυρίως για δυο λόγους:
Α) δημιουργεί ένα εξαιρετικά κλειστοφοβικό αίσθημα στον θεατή, παρά τα γεγονός ότι η δράση τοποθετείται σε μια βουνοπλαγιά, πάνω σε ένα κάθισμα τελεφερίκ, δηλαδή στον ανοιχτό αέρα. Ο θεατής νιώθει ότι οι ήρωες, εγκλωβισμένοι 100 μέτρα πάνω από την χιονισμένη πλαγιά, δεν μπορούν να πάνε πουθενά, δεν έχουν καμία έξοδο διαφυγής. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς κλειστοφοβικός για να καταλάβει την αιτία του πανικού που καταλαμβάνει τους ήρωες, ούτε την άβολη θέση που τοποθετεί τον θεατή.
Β) τοποθετώντας τους ήρωες σε ένα παντελώς άδειο χιονοδρομικό κέντρο, μέσα στην καρδιά της φύσης, εγκλωβισμένους, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τον τρόμο και το δέος που μπορεί να σου προκαλέσει η άγρια πλευρά της φύσης. Ακόμα κι ένα μεγάλο και φουντωτό δέντρο (το δέντρο είναι το σύμβολο της ζωής στην αστική κουλτούρα), φαντάζει τρομαχτικό μέσα στην μαύρη νύχτα του χιονισμένου τοπίου που έχει παγιδέψει ο σκηνοθέτης τους ήρωες του. Η μοναξιά του μεμονωμένου ανθρώπου μέσα στην απεραντοσύνη της φύσης είναι αυτό που ενεργοποιεί τον αρχετυπικό φόβο του ανθρώπου προς επιβίωση (ας μην ξεχνάμε ότι ο προϊστορικός άνθρωπος οργανώθηκε σε κοινωνίες, για να αντιμετωπίσει με άλλους ανθρώπους την απεραντοσύνη της φύσης). Κι αυτού του είδους τον φόβο καταφέρνει και τσιγκλάει ο σκηνοθέτης.

Πέρα από τα δυο αυτά στοιχεία που τα βρήκα αρκετά ενδιαφέροντα, η ταινία δεν ξεφεύγει από τα αμερικάνικα κλισέ, όπου ένας –μπορεί και περισσότεροι- θυσιάζεται για να ζήσουν οι υπόλοιποι, το μοτίβο ότι οι άνθρωποι σε ακραίες περιπτώσεις κινδύνου βγάζουν το πραγματικό τους πρόσωπο, ότι ο φόβος μπροστά στον κοινό κίνδυνο φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά κλπ κλπ κλπ… Πράγματα που τα έχουν πει σε μεγαλύτερο βάθος παλαιότεροι σκηνοθέτες.

Ομολογώ ότι ήταν πολύ ωραία σκηνή εκείνη του θανάτου, περίπου στην μέση της ταινίας (δεν μπορώ να πω περισσότερα, δεν θέλω να προδώσω κάτι από την πλοκή, αλλά είμαι σίγουρος ότι όταν την δείτε, θα καταλάβετε για ποια σκηνή μιλάω).

Τα πλάνα είναι αδιάφορα, το μοντάζ ικανοποιητικό, το σενάριο δεν έχει ιδιαίτερα κενά, αν και δεν είναι ομοιόμορφα δομημένο και η σκηνογραφία είναι εξαιρετική. Ευτυχώς τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ταινίας είναι αρκετά ικανοποιητικά, οπότε δεν έχει κανείς πρόβλημα να την παρακολουθήσει.

Ευτυχώς ο σκηνοθέτης επιλέγει να μην βάλει μουσική επένδυση στην ταινία, κάτι που θα την έκανε πολύ πιο φτηνιάρικη από ότι είναι τώρα. Δεν χρειάζεται μουσική για να κάνει πιο έντονες τις καταστάσεις που περιγράφει, αυτές είναι αρκετά έντονες από μόνες τους.

Οι ερμηνείες είναι ανύπαρκτες, έως και ερασιτεχνικές. Όμως, με δεδομένο ότι οι χαρακτήρες των ηρώων της ταινίας είναι αρκετά μονοδιάστατοι, δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά πράγματα οι ηθοποιοί ώστε να αναπτύξουν τον ήρωα που ενσάρκωνε ο καθένας.

Καλή. Μην περιμένετε να δείτε μια ταινία τρόμου με ξεκοιλιάσματα ή φαντάσματα και παραψυχολογία. Ό,τι σε φοβίζει εδώ, είναι υπαρκτό. Μια καλή επιλογή για σπίτι με μικρή παρέα, ποπ-κορν, αφράτο καναπέ και κουβέρτα στα πόδια.