Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Movie Reactor: INCEPTION (2010)

INCEPTION (2010)
Ή «DREAM A LITTLE DREAM OF ME»

Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή σου που σίγουρα πρέπει να κάνεις πίσω, να απαρνηθείς κάποια από τα πιστεύω σου και να προδώσεις κάποιες από τις πιο βαθιά ριζωμένες στο κρανίο σου απόψεις. Έτσι έκανα κι εγώ την Τετάρτη το βράδυ και δέχθηκα να πάω ξανά σινεμά. Κι αν κάποιος θεωρεί την αντίδρασή μου υπερβολική, το καλύτερο που θα έχει να κάνει είναι να μάθει ότι η τελευταία φορά που πήγα σε σινεμά ήταν εκτός Αθηνών, στην ακριτική Κομοτηνή, όπου με παρακάλια και με μια αλυσίδα γύρω από το λαιμό μου με είχε πείσει ξανθιά συνάδελφος να παρακολουθήσουμε το «Χάνιμπαλ – τα χρόνια της νιότης» -ή κάπως έτσι τελοσπάντων-, μια αιματοβαμμένη αηδία με νεαρό πρωταγωνιστή, στον οποίον είχε πει ο σκηνοθέτης του έργου: «παίζεις τον Χάνιμπαλ Λέκτορ. Νοίκιασε όλες τις ταινίες και παρακολούθα πολύ καλά τον Άντονυ Χόπκινς. Έτσι θέλω να παίξεις». Ευτυχώς σ’ εκείνη την ταινία έπαιζε και η σέξυ Γκονγκ Λι, και με γλύτωσε από το να σκάψω τα μάτια μου και να βγάλω έξω τους βολβούς…
Αυτή τη φορά όμως πρόδωσα διπλά τα πιστεύω μου: όχι μόνο πήγα σινεμά, αλλά σε μούλτιπλεξ…. Πολύ πειστικό, παρόλ’ αυτά ήταν το εξής επιχείρημα: «Την ταινία INCEPTION πρέπει να τη δεις στο σινεμά, δεν αξίζει αλλιώς…». Το παραπάνω επιχείρημα του συνθεατή μου δεν θα μπορούσε να είναι πιο σωστό και ακριβές. Και να γιατί:

Η επιστήμη έχει προχωρήσει τόσο, ώστε κάθε άνθρωπος με τη σωστή εκπαίδευση, μπορεί να ελέγξει τα όνειρά του. Ομάδα τυχοδιωκτών με επιστημονική κατάρτιση και πείρα προσπαθεί μέσω των ονείρων να εισέλθει στο υποσυνείδητο ανθρώπων, ώστε να τους ελέγξει. Η ομάδα αυτή, με αρχηγό τον Λέο, το καλό μας το παιδί (Leonardo di Caprio), προσλαμβάνεται από γιαπωνέζο κροίσο (Ken Watanabe) με την εντολή να εισχωρήσουν στο υποσυνείδητο πανίσχυρου κληρονόμου τεράστιας εταιρίας διαχείρισης πηγών ενέργειας (Cillian Murphy) με σκοπό να εμφυτέψουν μια ιδέα στο μυαλό του. Ο μπαμπάς του πανίσχυρου κληρονόμου (Tommy Lee Jones) είναι στα πρόθυρα δημιουργίας μονοπωλίου εκμετάλλευσης πηγών ενέργειας (θέλει μήπως δικηγόρο?....), όμως η δημιουργία του μονοπωλίου αυτού θα είναι καταστροφική για την παγκόσμια οικονομία. Επομένως, οι καλοί μας οι αμερικάνοι πρέπει να σώσουν την παγκόσμια οικονομία (γελάει κανείς?...). Πώς θα το κάνουν αυτό? Μα φυσικά, εισχωρώντας στο υποσυνείδητο του κληρονόμου και εμφυτεύοντάς του την ιδέα ότι είναι πολύ κακό να ασχοληθεί με την πανίσχυρη εταιρία που δημιούργησε ο μπαμπάς του και που του κληροδοτεί τώρα που πεθαίνει. Αν ασχοληθεί το παλλικάρι μας με την εταιρία αυτή, τότε θα σπιλώσει τα καθαρά του χεράκια με τον βούρκο της ανηθικότητας πάνω στον οποίο έχει βασιστεί η Τζάιαντ –εεε, συγγνώμη…- η εταιρία αυτή που ετοιμάζεται να κληρονομήσει… Το καλό μας το παιδί, ο Λέο ντι Κάπρι, αντιλαμβάνεται την δυσκολία της αποστολής, και γι΄ αυτό πηγαίνει στον καθηγητή πανεπιστημίου μπαμπά του (Michael Cane). Εκείνος του γνωρίζει λαμπρή φοιτήτρια (Ellen Page), η οποία μπορεί να δώσει νεανική πνοή στην ομάδα. Το καλό μας το παιδί παίρνει την λαμπρή φοιτήτρια και την εκπαιδεύει. Όμως – φευ! -, το καλό μας το παιδί στοιχειώνεται από την ανάμνηση της νεκρής γυναίκας του (Marion Cotillard), κάτι που φυσικά αποβαίνει μοιραίο για ένα από τα μέλη της ομάδας. Μέσα σε ένα χάσιμο στα όνειρα ΟΛΩΝ των πρωταγωνιστών, όπου ονειρεύονται ότι ονειρεύονται ότι ονειρεύονται ότι ονειρεύονται, το καλό μας το παιδί θυσιάζει τον εαυτό του για να σώσει τον γιαπωνέζο κροίσο και ζούνε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

Παρά την ίσως ελαφρώς ειρωνική περιγραφή μιας πολύ σύνθετης υπόθεσης, η ταινία ασχολείται με θέμα, το οποίο για πρώτη φορά απασχολεί σε επιστημονικό επίπεδο τον κινηματογραφικό φακό. Πρόκειται για τον έλεγχο του υποσυνειδήτου. Τα όνειρα που βλέπουμε ελέγχονται από το υποσυνείδητό μας. Χρησιμοποιώντας την υψηλή τεχνολογία που έχει στα χέρια της, η ομάδα του Λέο καταφέρνει και εισβάλει στα όνειρα ανθρώπων, όπου προσπαθεί να εντοπίσει μυστικά τα οποία δεν μπορεί να αποσπάσει από τον άνθρωπο αυτό όταν είναι ξύπνιος. Εντοπίζει λοιπόν ένα πεδίο, αυτό των ονείρων, όπου ο άνθρωπος είναι εξαιρετικά ευάλωτος, και από εκεί εκμαιεύει σημαντικές πληροφορίες. Φυσικά, η ομάδα αυτή δεν μπαίνει στα όνειρα του κάθε ενός τυχόντα. Επιλέγει λεφτάδες και γενικώς ανθρώπους που έχουν τεθεί σε πολιτικά και οικονομικά πόστα.
Ο γιαπωνέζος κροίσος Ken Watanabe τους προσλαμβάνει, διότι επιθυμεί να καταστρέψει μια πανίσχυρη εταιρία, η οποία πρόκειται να μεταβιβαστεί από τον πανέξυπνο ετοιμοθάνατο πατέρα στον άπειρο γιό (Cillian Murphy). Η ομάδα του Λέο θα προσπαθήσει να μπει στα όνειρα του Cillian Murphy, ώστε να τον κοροϊδέψει, να τον χειραγωγήσει, ώστε να προκαλέσει την σταδιακή καταστροφή της εταιρίας αυτής. Ο αρχηγός της ομάδας αυτής, όμως, το καλό μας το παιδί, ο Λέο, έχει τα τρωτά του σημεία. Στοιχειώνεται από την γυναίκα του (Marion Cotillard), η οποία έχει πεθάνει υπό μυστήριες συνθήκες. Η αδυναμία του αυτή θα υπονομεύσει το εγχείρημα της ομάδας πάνω στην πιο κρίσιμη στιγμή.

Η ταινία έχει ταυτότητα, και πάνω στην ταυτότητα αυτή γράφεται μία και μόνο λέξη: Blockbuster. Εμπορικούρα που σε κάνει να περνάς ωραία, σε διασκεδάζει, αλλά μέχρι εκεί.
Ίσως αξίζει να σταθεί κανείς σε δύο σημεία της υπόθεσης. Το πρώτο είναι η σχετικότητα της αλήθειας. Όντας καταβυθισμένη σε διαφορετικό ονειρικό επίπεδο, η ομάδα του Λέο και ο ίδιος αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα που τους παρουσιάζεται με μια σχετικότητα. Βλέπουν ένα γεγονός και σκέφτονται ή ακούν γι΄αυτό διαφορετικές ερμηνείες, που καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα η καθεμιά. Το γεγονός όμως παραμένει ένα. Στην περίπτωση αυτή ο σκηνοθέτης φαίνεται ότι έχει τη διάθεση να παίξει με τον θεατή. Τι είναι αλήθεια από αυτά που μας δείχνει και τι ψέμα? Σε ποια ονειρική κατάσταση είναι χαμένος ο κάθε πρωταγωνιστής, ποια η σταθερά του και πού κολλάει σε όλα αυτά η Marion Cotillard? Όλη αυτή η σχετικότητα εντέλει ξεκαθαρίζεται, όχι όμως με απόλυτη σαφήνεια. Ο ιστός της αράχνης που έχει παγιδέψει τον θεατή ο σκηνοθέτης διαλύεται σιγά σιγά, όμως πάνω στον θεατή απομένουν ίχνη από τον ιστό αυτό. Στο τέλος η σβούρα πέφτει ή όχι? (θα καταλάβετε μόλις δείτε την ταινία)
Το δεύτερο σημείο αφορά τον πρωταγωνιστή. Ο ήρωας του Λέο είναι ένας τυχοδιώκτης, ο οποίος προσπαθεί να επιστρέψει στα παιδιά του. Η γυναίκα του έχει κερδίσει ασφαλιστικά μέτρα εναντίον του, κάτι που τον εμποδίζει να έρθει σε επαφή με τα παιδιά του. Η καταβύθιση στην ονειρική κατάσταση λειτουργεί σε εκείνον ως ψυχιατρικός υπνωτισμός. Μέσα στα όνειρά του θα βρει τη γυναίκα του, θα την αντιμετωπίσει, θα έρθει αντιμέτωπος για πρώτη του φορά με την πραγματικότητα, θα την ομολογήσει στην μαθητευόμενη του, και τελικά θα αυτοτιμωρηθεί παραμένοντας εγκλωβισμένος μέσα στο επίπεδο της λήθης, έχοντας στόχο να σώσει τον συνεργάτη του. Η πορεία που ακολουθεί είναι η πορεία της σωτηρίας μέσα σε έναν ονειρικό κόσμο που έχει πλάσει στο υποσυνείδητό του ως καταφύγιο για τον ίδιο και για την νεκρή γυναίκα του. Είναι το όνειρο μέσα στο οποίο βρίσκει και επικοινωνεί με την γυναίκα του, ο μοναδικός δεσμός του με εκείνη, τον οποίον σταδιακά διαλύει, διότι άλλωστε αυτός ζει ενώ η γυναίκα του όχι. Η αποδέσμευσή του από τον ονειρικό αυτόν κόσμο και συνεπώς από την υποταγμένη ανάμνηση της νεκρής του γυναίκας, επιβραβεύεται τελικά όταν ξυπνάει απελευθερωμένος και πηγαίνει στα παιδιά του.

Ο 40χρονος Christopher Nolan, σκηνοθέτης σπουδαίων ταινιών, όπως τα Insomnia, Prestige, Batman begins, Dark Knight και φυσικά του Memento, ξέρει πώς να σκηνοθετεί. Και το αποδεικνύει ντύνοντας ένα σενάριο τίγκα στα απίστευτα αμερικάνικα κλισέ με ένα άρωμα μυστηρίου, ατμοσφαιρικού μεγαλείου, οπτικών εφέ και συγκινησιακής φόρτισης, κάνοντας τα κλισέ αυτά να μην ενοχλούν. Μπορεί βέβαια να μην ενοχλούν, όμως υπάρχουν.
Είναι πολύ ενοχλητικό, όμως, να βλέπεις ταλαντούχους ανθρώπους να δανείζονται στοιχεία – πυλώνες για την πλοκή της ταινίας από άλλους σκηνοθέτες. Και γι΄αυτό πιστεύω ότι οι δύο άνθρωποι που θα είναι εξαιρετικά περίφανοι βλέποντας την ταινία αυτή θα είναι οι αδερφοί Γουατσόφσκι, σκηνοθέτες της τριλογίας Matrix.
Η χρήση των οπτικών εφέ είναι συνετή και ανατριχιαστική, δηλαδή με δυο λόγια ώριμη. Σκηνή ανθολογίας θα πρέπει να θεωρηθεί το λεγόμενο «σάντουιτς» που επιχείρησε η Ellen Page, όταν μέσα σε όνειρο κατάφερε και σήκωσε πολυσύχναστο δρόμο και τον ένωσε με τον δρόμο που βρισκόταν η ίδια και ο Λέο. Επίσης, αλησμόνητη σκηνή της μάχης ενός εκ των μελών της ομάδας μέσα σε ξενοδοχείο, όπου η χορογραφία της πάλης έχει γίνει σαν να βρίσκονται σε θάλαμο αποσυμπίεσης.
Το μοντάζ είναι εξαιρετικό (φαίνεται έμαθε από το πάθημά του στο Dark Knight ο σκηνοθέτης), κάνοντας την υπόθεση να κυλάει αβίαστα, χωρίς να προξενεί στον θεατή απορίες τύπου «πώς φτάσαμε εδώ? για ποιο πράγμα μιλάνε? πού πάνε τώρα αυτοί?».
Η μουσική ήταν εντελώς άστοχη. Προσπαθούσε να παράγει συναισθήματα άγχους, συγκίνησης, σασπένς και απελευθέρωσης σε σημεία που δεν χρειάζονταν καν. Άλλος ένας λόγος για να θεωρηθεί η ταινία αυτή blockbuster, αφού αξιοποιεί εύκολα τεχνάσματα για να προκαλέσει έντονα συναισθήματα, αποκαλύπτοντας την έλλειψη ενός σεναρίου που θα την κάνει κορυφαία.

Σχετικά με τις ερμηνείες επικρατεί μεγάλη απογοήτευση. Ο Λέο είναι εντελώς αδύναμος να κορυφώσει την ερμηνεία του σε σκηνές που απαιτούν ιδιαίτερα αυξημένο ένστικτο ερμηνείας, παραμένει όμως αρκετά αξιοπρεπής κατά τη διάρκεια της ταινίας, κυρίως χάρη στην όμορφη φωνή του και σε μια πολύ πετυχημένη απλότητα στην ερμηνεία του, την οποία φαίνεται ότι έχει καταφέρει με πολλή δουλειά και πρόβες. Τα μέλη της ομάδας του Λέο δεν κάνουν ενοχλητικές ερμηνευτικές φανφάρες, κρατώντας τον μέσο όρο των ερμηνευτικών δυνατοτήτων της ταινίας σε μέτριο επίπεδο. Η Marion Cotillard, βραβευμένη με Όσκαρ για την ερμηνεία της ως Εντίθ Πιάφ στο La vie en rose, είναι πραγματικά απαίσια, σε σημείο να απορεί κανείς. Όντως έχει φινέτσα και αέρα, όμως φάνηκε να της λείπουν βασικές ερμηνευτικές δεξιότητες, περισσότερο αφού είχε τα χέρια της σαν κουλά κατεβασμένα κάτω, καθώς και μια εκφορά λόγου που παρέπεμπε σε παράσταση δημοτικού σχολείου. Απογοήτευση και από τον Ken Watanabe (Letters from Iwo Jima), γενικώς πολύ καλό ιαπωνοαμερικανό ηθοποιό, ο οποίος έπαιζε σαν παλαιστής του WWE. Συμπαθής η Ellen Page (X-Men, Juno) με αέρα νεότητας και ταυτόχρονα ώριμης ερμηνείας, απέδειξε ότι έχει πολύ μέλλον στο πανί. Michael Cane και Tommy Lee Jones περισσότερο δώσανε κύρος στην ταινία με τα ονόματά τους παρά έπαιξαν. Άλλωστε ο καθένας είχε από δύο σκηνές σε μια ταινία δυόμιση ωρών. Η αποκάλυψη ήρθε από τον νεαρό Cillian Murphy (The wind that shakes the burley). Σοβαρός, μετρημένος, ώριμος και με φρεσκάδα, έβγαλε σκληρότητα εκεί που έπρεπε, συγκίνηση όταν και όσο έπρεπε και γενικώς αξιοποίησε κάθε ερμηνευτικό μέσο που κατείχε για να πλάσει έναν ήρωα αντιπαθή και αλαζόνα στην αρχή, μετανοημένο και ωριμότερο στο τέλος.

Το απόλυτο Blockbuster της περιόδου αυτής, αξίζει να το δει κανείς στο σινεμά, όπου θα εκτιμήσει την δράση, τα εφέ, την μουσική, κι γενικώς την σωστή ποσότητα αδρεναλίνης που προκαλούν τα ερεθίσματα της ταινίας αυτής στον οργανισμό. Μην περιμένετε να βγείτε από την αίθουσα γνωρίζοντας μια άποψη επί των κορυφαίων κοινωνικο-πολιτικο-θεολογικο-φιλοσοφικών θεμάτων της εποχής μας, πάντως θα βγείτε γεμάτοι και σε καμία περίπτωση δεν θα πείτε «τι πατάτα ήταν αυτή Θεέ μου…».