Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

MovieReactor: My son, my son, what have ye done? (2009)

ΥΙΕ ΜΟΥ, ΥΙΕ ΜΟΥ, ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ? (2009)
Ή Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ – Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ

Ένα περασμένο απόβραδο, αποφασισμένος να μην βγω έξω για ανάλωση -όπως γίνεται πολλές φορές- σε αέναες συζητήσεις ή κουτσομπολιό πάνω από ένα ποτήρι κρασί ή βότκα, είπα να δω μια ταινιούλα να ψυχαγωγηθώ πρόσκαιρα με μια ταινία, λίγες ημέρες πριν στρατευτώ. Επέλεξα μια ταινία με πολύ ιντριγκαδόρικο τίτλο: «Υιέ μου, υιέ μου, τι έκανες?» του Γερμανού σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτσογκ, σε παραγωγή κι επιμέλεια του γνωστού τρελού Ντέιβιντ Λυντς (Οδός Μαλχόλαντ, Ο άνθρωπος ελέφαντας κλπ). Πού να ήξερα τι με περίμενε…

Στην πόλη του Σαν Ντιέγκο της Αμερικής, ο φέρελπις κολλεγιόπαις Μπράντ (Michael Shannon), άνθρωπος με ιδιαίτερες ανησυχίες και ενασχολήσεις (θεατρική ομάδα, μπάσκετ κλπ) παθαίνει ντουβρουτζά και σκοτώνει την μητέρα του με ένα ξίφος και κρατά σε ένα σπίτι κάποιους ανθρώπους ομήρους. Η αστυνομία (Willem Dafoe) περικυκλώνει το σπίτι και ειδοποιεί δύο γνωστούς του Μπραντ, την αρραβωνιαστικιά του (Chloe Sevigny) και τον σκηνοθέτη της θεατρικής ομάδας του, με στόχο να συμβάλλουν στο να καλμάρει ο Μπραντ και να αφήσει τους ομήρους που κρατάει μέσα στο σπίτι. Κατά τη διάρκεια της ομηρείας αυτής, η αρραβωνιαστικιά και ο σκηνοθέτης εξιστορούν περιστατικά από την ζωή του Μπραντ, προσπαθώντας να δείξουν ότι πράγματι δεν ήταν στα καλά του τελευταία. Μαθαίνουμε ότι με τη θεατρική του ομάδα ανέβαζε τον «Ορέστη», ο οποίος σκοτώνει την μητέρα του για να εκδικηθεί, παρατηρούμε την συμπεριφορά της μητέρας του απέναντί του και την σχέση που είχαν οι δυο ήρωες. Βλέπουμε την εισβολή στην σχέση αυτή της αρραβωνιαστικιάς του, η οποία εκδηλώνει βαθιά αγάπη και υπομονή για τον Μπραντ, παρά την κλιμακούμενα περίεργη συμπεριφορά που ξεκινάει να έχει εκείνος. Το φινάλε, όχι τόσο απροσδόκητο, όσο μετριοπαθώς σουρεαλιστικό, ολοκληρώνει μια ταινία προσωπογραφίας ενός τρελού ανθρώπου.

Ο Βέρνερ Χέρτσογκ, πολύπειρος σκηνοθέτης, με κορυφαίες ταινίες στις αποσκευές του (Βόυτσεκ, Το αίνιγμα του Κάσπαρ Χάουζερ, Αγκίρε η μάστιγα του Θεού, Νοσφεράτου – το φάντασμα της νύχτας, Φιτσκαράλντο κλπ), διατηρεί την φήμη ενός από τους πιο αιρετικούς σκηνοθέτες παγκοσμίως, καταφέρνοντας να έχει μερικές από τις πιο αντιφατικές από πανάξιους κριτικούς κινηματογράφου. Θεωρείται ως ο παρανοϊκότερος των παρανοϊκών, όχι λόγω της σπλατεριάς ή της σεξουαλικής προστυχιάς στις ταινίες του, αλλά εξαιτίας των περίεργων σεναρίων και της απεικόνισής τους, οπότε και δημιουργεί μια αρρωστημένη ατμόσφαιρα χάους, βρωμιάς και σκοταδιού, παρασύροντας όμως αβίαστα στον θεατή, και δημιουργώντας του την πεποίθηση ότι πραγματικά κάτι σημαντικό θέλει να του πει. Η βαθιά ποίηση στην οποία βουτά τις ταινίες του, οι τρομερές εικόνες που βασίζονται σε θαμπά χρώματα, τρομαχτική απεικόνιση της φύσης και σε μια σκούρα –σχεδόν βρώμικη- αισθητική της ανθρώπινης φιγούρας, καθώς και τα παρανοϊκά σενάρια με τα οποία ασχολείται, δημιουργούν μια συλλογή ταινιών ξεχωριστή και μοναδική στην ιστορία της παγκόσμιας κινηματογραφικής δημιουργίας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει σκηνές ανθολογίας όπως η σφαγή της γυναίκας από τον Βόυτσεκ στο λιβάδι, η φιγούρα του θλιμμένου βαμπίρ Νοσφεράτου κατά την ανατολή του ηλίου, ο καταρράκτης του Αγκίρε, ή το ξύπνημα του Κάσπαρ Χάουζερ γυμνού στην πλατεία της Νυρεμβέργης.

Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια σκηνή ανθολογίας σε αυτήν την ταινία, ίσως η σκηνή με την φάρμα στρουθοκαμήλων. Πάντως, κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλλει ότι η ταινία αυτή φέρει την προσωπική σφραγίδα του δημιουργού της, κάτι σαν σφραγίδα γνησιότητας. Βλέποντας την ταινία, δεν θα μπορούσες να θεωρήσεις ότι την έχει σκηνοθετήσει κανείς άλλος πέραν από τον Βέρνερ Χέρτσογκ. Σκοτεινές εικόνες, απειλητικά τοπία -βουνά και ρέματα-, μια τρελή φυσιογνωμία στο κέντρο της υπόθεσης και οι πολύπαθοι δευτερεύοντες ήρωες που γυρίζουν γύρω από την τρελή προσωπικότητα, ανίσχυροι να αντιδράσουν μπρος στο μένος της (ή μήπως στην μοναδικότητά της…?)

Διότι, άλλωστε, τι είναι η παράνοια? Μια «πάθηση» -όπως την έχουμε ονομάσει εμείς, η πλειοψηφία των λογικών ανθρώπων της οικουμένης-, η οποία εκδηλώνεται από τον πάσχοντα ως μια συμπεριφορά που απάδει προς τους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς που εμείς οι ίδιοι έχουμε θέσει. Δηλαδή, παράνοια είναι η συμπεριφορά που αντίκειται στους κανόνες του «φυσιολογικού». Και πόσο απέχει η παράνοια από την μεγαλοφυΐα? Τελικά ο Ευριπίδης ή ο Αισχύλος ήταν παράφρονες ή μεγαλοφυΐες?

Ο πρωταγωνιστής δολοφονεί την μητέρα του, όπως ο Ορέστης. Την τραγωδία αυτή του Ευριπίδη ή την τριλογία του Αισχύλου (δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ) ανεβάζει ο πρωταγωνιστής με την θεατρική ομάδα που συμμετέχει. Προφανώς υπάρχει σύνδεση μεταξύ των δύο περιστατικών. Μια απλοϊκή λογική ακολουθία θα ήταν η εξής: ο ήρωας είναι τρελός – στο θέατρο παίζει ότι δολοφονεί την Κλυταιμνήστρα (μητέρα του) – στην πραγματική ζωή δολοφονεί την πραγματική του μητέρα. Θα πρέπει όμως να υπάρχει και πιο εσωτερική λογική μέσα στην ταινία αυτή. Μια λογική που ίσως επηρεάζεται όχι μόνο από την τραγωδία του Ευριπίδη ή του Αισχύλου, αλλά και από μια άλλη τραγωδία, τον Οιδίποδα. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα που υφέρπει στην σχέση με την μητέρα του, τον στοιχειώνει. Ο φόνος είναι ένας τρόπος απεγκλωβισμού από αυτό.

Ο πρωταγωνιστής καθ’ όλη την διάρκεια των flash-back παρουσιάζεται να ακροβατεί ανάμεσα στην λογική και την τρέλα, την λογική και το παράλογο. Ως αθλητής του rafting είχε πάει με φίλους να διασχίσει ένα φουρτουνιασμένο ρέμα. Είδε όμως ότι το ρέμα ήταν πολύ δύσκολο, και πρότεινε να έρθουν κάποια άλλη στιγμή να το διασχίσουν. Οι φίλοι του δεν τον άκουσαν, προσπάθησαν να το διασχίσουν και πνίγηκαν. Η λογική του πρωταγωνιστή του υπαγόρευσε να μην κάνει rafting σε τόσο φουρτουνιασμένα νερά. Από την άλλη, επηρεάστηκε τόσο πολύ από την τραγωδία που έπαιζε στο θέατρο, που την μετέφερε στην πραγματική του ζωή, σκοτώνοντας την μητέρα του. Κάτι τέτοιο μόνον ένας τρελός θα το έκανε.

Η λογική και η τρέλα ενώνονται στην σκηνή όπου παίρνοντας μια μπάλα του μπάσκετ, την τοποθετεί ανάμεσα στα κλαδιά ενός ξεραμένου δέντρου. Έτσι, δημιουργεί ένα έργο τέχνης, μια κληρονομιά, την δική του κληρονομιά. Στην τελευταία σκηνή, ένα παιδάκι πάει και παίρνει την μπάλα του μπάσκετ από το ξεραμένο δέντρο για να πάει να παίξει με τα υπόλοιπα παιδιά. Πιθανώς αυτός να είναι ο ρόλος της τέχνης: να αξιοποιούμε τα διδάγματά της και να τα μετουσιώνουμε σε πράξεις της καθημερινής μας ζωής.

Πολλοί κριτικοί γράψανε ότι η ταινία αυτή δεν έχει έναν κεντρικό στόχο, δεν επικεντρώνεται κάπου, παρά παραθέτει σκηνές από την ζωή ενός ανθρώπου ατάκτως, χωρίς να προσπαθεί να δείξει κάτι μέσω των σκηνών αυτών. Αναρωτιέμαι, όμως, εγώ το εξής: αυτό δεν είναι η ζωή? Ατάκτως ερριμμένες εικόνες της ζωής, οι οποίες συνθέτουν όλες μαζί μια μοναδική προσωπικότητα, αυτήν του πρωταγωνιστή, και δεν αποτελούν προσπάθεια να δικαιολογήσουν την πράξη του να δολοφονήσει την μητέρα του, παρά μόνο η πράξη του αυτή εντάσσεται κι αυτή ως μια σκηνή στην αλληλουχία των σκηνών που συνθέτουν μια προσωπικότητα. Μια προσωπικότητα ανίσχυρη, πανέξυπνη, παρανοϊκή, τρομαχτική, αλλά πραγματικά απολύτως καθημερινή.

Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, και αυτό αποτελεί την μεγαλύτερη απόδειξη για το πόσο τρομαχτική είναι η φύση του ανθρώπου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μπορεί να είναι τρομαχτική, αλλά είναι και καθημερινή. Η τρομαχτική υπόσταση της ανθρώπινης φύσης εκφράζεται καθημερινά και ποικιλοτρόπως, δεν είναι ανάγκη ένας άνθρωπος να δολοφονήσει την μητέρα του για να αποκαλύψει την τρομαχτική του φύση.

Θεωρώ ότι, όταν σε μια ταινία τίθεται η αφορμή για σκέψη σχετικά με όλα αυτά τα ζητήματα, δεν μπορεί η ταινία αυτή να θεωρηθεί κακιά. Μπορώ να καταλάβω κάποιον που βρίσκει αστοχίες στην σκηνοθετική οπτική του πράγματος, αλλά όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι αυτά που με κάνουν να αγαπώ πολύ τις ταινίες αυτού του παρανοϊκού σκηνοθέτη.

Οι ερμηνείες είναι μέτριες, η φωτογραφία συγκλονιστική, η μουσική ταιριαστή, ο ρυθμός της ταινίας είναι σχετικά αργός αλλά καταφέρνει να εντάξει τον θεατή στο νοσηρό κλίμα που επιθυμεί. Γενικώς είναι ένα απαιτητικό θέαμα, αλλά αξίζει την προσπάθεια να το δει κάποιος. Δώστε μια ευκαιρία σε ένα σινεμά περίεργο, νοσηρό, δύσκολο, αλλά τόσο μεστό και τόσο επικεντρωμένο στον αληθινό και ουσιαστικό στόχο της τέχνης.