Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Movie reactor: MARY & MAX (2009)

Μαίρη και Μαξ (2009)
ή Ο ΘΕΟΣ ΜΑΣ ΕΔΩΣΕ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ. ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΑΣ.

Η καλύτερη ταινία που έχω δει φέτος έρχεται από την Αυστραλία και εντάσσεται στην κατηγορία των καρτούν. Κι αν κάποιος βιάζεται να πει ότι έχω τάσεις παλλινδρόμησης ή φυγής προς την παιδική ηλικία, μάλλον θα πρέπει να δει αυτήν την ταινία, η οποία μόνο σε παιδιά δεν απευθύνεται. Ο σκηνοθέτης, συγγραφέας και δημιουργός Άνταμ Έλιοτ, βραβευμένος με Όσκαρ για το σύντομο καρτούν του «Χάρβυ Κρούμπετ», επιστρατεύει την τέχνη του πυλού, για να μας δώσει ένα εκπληκτικό παραμύθι, στο οποίο η απλότητα που ακουμπά την αφέλεια, η ειλικρίνια και το συναίσθημα σε παίρνουν από το χέρι και σε οδηγούν σε κοινωνικές αλήθειες, τις οποίες φυσικά γνώριζες, αλλά τις βλέπεις μπροστά σου να ανοίγονται σαν βιβλίο. Ένα βιβλίο με συγκλονιστική αφήγηση, ώριμη οπτική και λιτή πλην όμως πλούσια σε νοήματα ιστορία.

Η Μαίρη είναι μια οχτάχρονη κοπελίτσα, η οποία ζει σε ένα χωριό της Αυστραλίας με τον μπαμπά και την μαμά της. Το ζοφερό περιβάλλον που έχει δημιουργήσει γι΄αυτήν η μαμά της, η οποία ξεχνά την έλλειψη σεξουαλικής εκτόνωσης και τις αλλαγές που φέρνει πάνω της το γήρας σε ένα μπουκάλι ηδύποτο τσέρρυ, καθώς και ο άβουλος μπαμπάς της κλεισμένος στην αποθήκη του σπιτιού ταρριχεύοντας νεκρά πουλιά, δημιουργούν σωρρευτικά στην μικρή την διάθεση να απομακρυνθεί από τους γονείς της. Μια μέρα, στο ταχυδρομείο, όπου η μαμά της επιδιδόταν στην συνήθειά της να «δανείζεται» παράνομα φακέλους αλληλογραφίας, ο υπεύθυνος για τις πωλήσεις τσάκωσε την μαμά να χώνει στην ποδιά της ένα πακέτο με φακέλους και την κυνήγησε. Η Μαίρη, που ήταν μαζί της, φοβήθηκε και πάνω στην ταραχή της έσκισε ένα μέρος του τηλεφωνικού καταλόγου που αφορούσε κατοίκους της Νέας Υόρκης.

Στο σπίτι πια, και αφού μάνα και κόρη κατάφεραν να ξεφύγουν από τον υπάλληλο του ταχυδρομείου, η μικρή Μαίρη, γεμάτη απορίες για το πώς γίνονται τα παιδιά, αποφασίζει να γράψει ένα γράμμα σε έναν άγνωστο κύριο, του οποίου το όνομα και διεύθυνση βρίσκει στο κομμάτι της σελίδας του τηλ καταλόγου που είχε σκίσει. Στέλνει λοιπόν το γράμμα που έγραψε.

Στην Νέα Υόρκη το γράμμα παραλαμβάνει ο κύριος Μαξ, υπέρβαρος 45άρης, αποτυχημένος από τις 6 δουλειές που έχει κατά καιρούς κάνει, και με εμφανή προβλήματα επικοινωνίας με τους ανθρώπους γύρω του, με παντελή έλλειψη φίλων, ερωτικών συντρόφων και ανθρώπων που θα νοιαζόντουσαν αν μύριζε το νεκρό του πτώμα μετά από σύψη δυο βδομάδων. Το διαβάζει, κι αμέσως αποφασίζει να απαντήσει.

Μέσω αλληλογραφίας μεταξύ Νέας Υόρκης και Αυστραλίας γεννιέται μια φιλική σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων φαινομενικά τόσο διαφορετικών κι όμως πρακτικά τόσο ίδιων. Ο κύριος Μαξ βρίσκει έναν εξομολόγο στο πρόσωπο της Μαίρη, στην οποία αρχίζει και αναλύει όλες τις μύχιες σκέψεις που έχει κάνει μέχρι τώρα στη ζωή του. Συνειδητοποιεί εκεί ο θεατής ότι έχει μπροστά του έναν άνθρωπο ο οποίος υποφέρει από σύνδρομο Άσπεργκεν, έχει τρομερά συναισθηματικά κενά και δεν έχει αποτελέσει ουδέποτε κέντρο προσοχής κάποιου συνανθρώπου, ουτέ καν ως παιδί. Τα κενά αυτά τον οδηγούν να απωθήσει οποιαδήποτε βιώματα, που η κοινωνία τον έχει πείσει ότι δεν μπορεί να τα βιώσει, περιθωριοποιώντας τον και ουσιαστικά αποβάλλοντάς τον. Έρωτας, φιλία, αμοιβαιότητα, συμμετοχή, κοινωνικοποίηση, είναι έννοιες που γνωρίζει ως λέξεις, θεωρεί όμως ο ίδιος για τον εαυτό του ότι είναι ανίκανος να τις βιώσει. Έτσι, επιβιώνει σε ένα διαμερισματάκι, απομωνωμένος από οποιοδήποτε στάδιο κοινωνικότητας, πέραν αυτού που του προσφέρει η εκάστοτε μοναχική –κατ’ επιλογήν- εργασία του. Μόνη του συντροφιά μια χούφτα πλαστικά κουκλάκια, ένα ψάρι σε γυάλα και τα σάντουιτς με σοκολάτα. Το γράμμα που λαμβάνει του παρέχει ένα μέσο επικοινωνίας, μια διέξοδο προς την κοινωνία. Συνειδητοποιούμε ότι εάν αυτός ο άνθρωπος διέθεται αυτή την διέξοδο από πιο μικρή ηλικία, ουδέποτε θα κατέληγε στην τωρινή κατάστασή του.

Αντίστοιχα, η Μαίρη αποκτά ένα απενοχοποιημένο δοχείο προς κατάθεση όλων των παιδικών και αφελών ερωτημάτων που έχει για τη ζωή, και ουσιαστικά μια διέξοδο από την καταπιεσμένη παιδική ηλικία και το νοσηρό περιβάλλον που μεγαλώνει και αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Ουσιαστικά, η μικρή Μαίρη αντιστοιχεί στην παιδική ηλικία του Μαξ. Οι συνθήκες στις οποίες μεγαλώνει η Μαίρη είναι ακριβώς οι συνθήκες που οδήγησαν τον Μαξ να καταντήσει στην τωρινή κατάστασή του. Γι΄αυτό σε ένα από τα τελευταία γράμματα που στέλνει ο Μαξ λέει στην Μαίρη «Είμαι αυτό που δεν θα ήθελα ποτέ να γίνω». Προσπαθώντας τοις πράγμασι να την προφυλάξει, επιδιώκει ενδόμυχα και εν αγνοία του να της κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου.

Οι δύο αυτοί χαρακτήρες αλληλοσυμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. Είναι ο ένας το αποκούμπι του άλλου, ώστε να αντέξουνε τις προσλαμβάνουσες που δέχονται από το κοινωνικό τους περιβάλλον. Συνειδητοποιώντας ο ένας ότι υπάρχει και κάποιος άλλος κάπου εκεί έξω, ο οποίος τραβάει τα ίδια με αυτόν, τους οπλίζει με θάρρος ώστε να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της κοινωνίας, πλην όμως τους θέτει σε μία περίεργη σχέση εξάρτησης εξ αποστάσεως. Κανείς από τους δύο δεν μπορεί να διαρρήξει αυτά τα δεσμά της κοινωνίας και να κάνει την επανάστασή του, αν δεν τραβήξει και τον άλλον προς τα πάνω μαζί του. Γι΄αυτό, όταν η Μαίρη γίνεται μεγάλη και λαμπρή επιστήμονας και αποκτά χρήματα, αλλά κυρίως την αποδοχή της κοινωνίας, ο Μαξ νευριάζει και σπάει τη γραφομηχανή με την οποία συντάσσει τα γράμματά του προς την Μαίρη. Εκείνη ανιλαμβάνεται το «σφάλμα» της, προσπαθεί να ζητήσει συγχώρεση, κλείνεται εκ νέου στον εαυτό της, επιστρέφει στο ασφαλές καβούκι της, που τώρα πια είναι η συζυγική οικία με άντρα της το όμορφο γειτονόπουλο των παιδικών της χρόνων, και προσπαθεί να αυτοκτονήσει.

Δεν θα μπορούσε να έχει τέτοιο φινάλε όμως η ταινία, διότι η Μαίρη, όπως και ο Μαξ, δεν έκαναν κάτι κακό για να αξίζουν τον βίαιο ή τον ηθελημένο θάνατο. Απλώς, το σπερματοζωάριο του μπαμπά τους βρέθηκε την λάθος ώρα στο λάθος μέρος. Έτσι, κυριολεκτιά με τη θηλειά περασμένη στο λαιμό, ανοίγει την πόρτα για να δει ότι έχει λάβει και πάλι ένα πακέτο με το ταχυδρομείο από τον Μαξ. Παρατημένη πλέον από τον μορφονιό Έλληνα σύζυγό της, ο οποίος ερωτεύτηκε τον δικό του φίλο δι' αλληλογραφίας από την Νέα Ζηλανδία, και το νεογέννητο παιδί της στην πλάτη, ξεκινάει για την Νέα Υόρκη. Κι όταν πια φτάνει, βρίσκει τον Μαξ γαλήνια νεκρό από φυσικά αίτια πάνω στον καναπέ του.

Το συμβολικό αυτό φινάλε δείχνει πιθανώς ότι για τον Μαξ πλέον δεν υπήρχε σωτηρία. Εκείνος δεν μπορούσε πλέον να σπάσει τα δεσμά που του έχει φορέσει η κοινωνία, από τα γεννοφάσκια του μέχρι την μέση ηλικία που έφτασε. Για την Μαίρη όμως είναι διαφορετικά τα πράγματα. Μπορεί να απέτυχε στον γάμο της, να μην χειρίστηκε σωστά την περιουσία της, να μην είχε καλή σχέση ούτε ανατροφή απο τους γονείς της, τώρα όμως έχει το δικό της παιδί, δηλαδή μια νέα ευκαιρία να απεγκλωβιστεί από τα δεσμά της κοινωνίας, διοχετεύοντας στο παιδί αυτό την αγάπη που εκείνη δεν πήρε ποτέ από τους δικούς της.

Όλα τα παραπάνω σκεφτείτε τα ντυμένα με εξαιρετικές παράλληλες ιστορίες των δύο πρωταγωνιστικών ηρώων, με έναν αφηγητή που με τη ζεστή φωνή του μας καθοδηγεί καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, και με ελάχιστους διαλόγους. Φίλιπ Σέυμουρ Χόφμαν και Τόνι Κολέτ ντύνουν με τις καταπληκτικές φωνές τους τους δύο πρωταγωνιστές.

Συγκλονιστικό χάιλαϊτ η μουσική της ταινίας, η οποία παραφράζει διάσημα τραγούδια μεσοπολέμου, αποσπάσματα από Πουτσίνι και την τέλεια πόλκα της γραφομηχανής του Λερόυ Άντερσον, το οποίο βρήκα και ακούω γράφοντας τις τελευταίες αυτές γραμμές.

Μην την χάσετε με τίποτα. Σπάνια βλέπει κανείς ταινίες των οποίων η απλότητα είναι τόσο κοφτερή που κόβει σαν διαμάντι

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Ένα ωραίο Σαββατόβραδο για θέατρο: "Angels in America" του Tony Kushner


Μια βδομάδα πριν από τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές, τέσσερις θεατρόφιλοι ξεκινήσαμε για τις ειδικά διαμορφωμένες θεατρικές αίθουσες στις παλιές αποθήκες της οδού Πειραιώς. Μετά από μια μικρή αναμονή στο Μετρό Πλακεντίας και αφού οδηγήσαμε την μισή Αθήνα, φτάσαμε στο πάρκινγκ του πολυχώρου, δίπλα από της Σχολή Καλών Τεχνών. Αφού μπήκαμε και πήραμε τα εισιτήριά μας από το ταμείο -ελέω πλαστικού χρήματος τα είχα προπληρώσει-, μας ειδοποιήσαν από τα μεγάφωνα ότι η παράσταση άρχιζε σε πέντε -ο θεός να τα κάνει- λεπτά.
Μπήκαμε να βρούμε τις θέσεις μας και εντυπωσιαστήκαμε από την φοβερή δουλειά που έχουν κάνει να διαμορφώσουν αυτούς τους χώρους σε εστίες καλλιτεχνικής προβολής. Αμφιθεατρική στοίχιση των θέσεων, καλαίσθητα μαύρα παραβάν να καλύπτουν τις αναπόφευκτες ατέλειες του παλιού βιομηχανικού χώρου, μεγάλη και βαθιά σκηνή κλπκλπ.
Είχαμε προετοιμαστεί ότι θα είναι ένα μεγάλο σε διάρκεια θεατρικό, είχα ακούσει εκ των προτέρων ότι διαρκέι περίπου τρεις ώρες! Θεώρησα υπερβολική την δήλωση αυτή, παρόλ' αυτά, και αποφάσισα να την αγνήσω, παρασύροντας και τους υπόλοιπους της παρέας... Συνολική διάρκεια του έργου: 190'! Ελαφρυντικό το ότι είναι πολύ ενδιαφέρον σαν κείμενο και κυλάει στρωτά και ωραία.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ

Στην Αμερική στα τέλη των 80's, ο Πράιορ Γουόλτερ, νεαρός ομοφυλόφιλος, εστέτ καλοαναθρεμμένο τυπάκι, μαθαίνει ότι έχει AIDS. Βρίσκει λοιπόν στιγμή την κηδεία της γιαγιάς του Εβραίου εραστή του, Λιούις, για να του ανακοινώσει την ασθένιά του. Ο Λιούις συντετριμμένος του ανακοινώνει ότι είναι πολύ αδύναμος για να τον βοηθήσει και να τον στηρίξει, και τον εγκαταλείπει μυξοκλαίγοντας. Από την άλλη, ο Τζόε Πητ, νεαρός μορμόνος, συντηρητικός και αναθρεμμένος με όλες τις εβαϊκές αρχές μιας παλαιών και θρησκοληπτικών αρχών οικογένειας, καταπιέζει την ομοφυλοφιλική του σεξουαλική ταυτότητα, εγκλωβισμένος σε έναν άσπιλο γάμο με την Χάρπερ, συναισθηματικά διαταραγμένη τύπισσα, με αλλοιωμένη από τα Βάλιουμ συνείδηση, η οποία ονειρεύεται με τα μάτια ανοιχτά και δέχεται επισκέψεις αγγέλων. Τέλος, δυναμικός πλην όμως διευθαρμένος δικηγόρος, ο Εβραίος Ρόυ Κον προσπαθεί να κρύψει τις ομοφυλοφιλικές του κατακτήσεις από ευρύ κοινό, με φόβο την καταστροφή της καριέρας του. Έχοντας ήδη εισχωρήσει στο βαθιά του γκέυ-λόμπυ, ο Ρόυ Κον κινεί τα νήματα από τις καριέρες ανθρώπων με ένα απλό τηλεφώνημά του, όμως ανα καλύπτει κι αυτός ότι έχει AIDS και ολοκληρώνει τις τελευταίες μέρες τις ζωής του σε ράντσο νοσοκομείου με νοσοκόμα μια πρώην Drag-Queen.

ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Όσο κι αν φάινεται από την υπόθεση ότι στο κέντρο του έργου τίθεται η ομοφυλοφιλία και η αποδοχή της από την κοινωνία, το πραγματικό κέντρο βάρους του έργου πέφτει στην επικοινωνία μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Τα δύο ζευγάρια έχουν προφανή προβλήματα ανταλλαγής συναισθημάτων και απόψεων, βασισμένα στις αδυναμίες της προσωπικότητάς τους, οι οποίος υποθάλπονται και καλλιεργούνται από την ίδια την κοινωνία.

Δεν πρόκειται όμως μόνο για εμπόδια στην επικοινωνία με τους άλλους. Οι ήρωες του έργου μαστίζονται από προβλήματα στην επικοινωνία με τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο δικηγόρος Τζόε Πητ προσπαθεί να πνίξει τον γκέυ σεξουαλικό προσανατολισμό του, επειδή θεωρεί μεν ότι δεν θα είναι αποδεκτό από την κοινωνία, αλλά και επειδή δεν συνάδει προς τα θεολογικά πιστεύω του. Η Χάρπερ Πητ καταπίνει φούχτες βάλιουμ, λόγω του ψύχους της σεξουαλικής της ζωής με τον Τζόε, κάτι για το οποίο κατηγορεί ανοιχτά τον εαυτό της. Έτσι καταφεύγει στην μονομερή επικοινωνία με αγγέλους μέσα στα ουτοπικά οράματά της. Από την άλλη, είναι εμφανές ότι ο δειλός Λιούις δεν συμπαραστέκεται στον προσβεβλημένο από AIDS Πράιορ διότι ο ίδιος ο Λιούις είναι αδύναμος ως άνθρωπος γενικώς, κι έχει εισέλθει στην σχέση με τον Πράιορ όχι λόγω έρωτα ή έλξης, αλλά για να αντλήσει δύναμη όντας σε σχέση με εκείνον. Η μετακύληση του βάρους επιχειρηματολογίας του στο ότι δήθεν δεν αντέχει να βλέπει τον Πάιορ να λυώνει από την ασθένεια, είναι κουραφέξαλα!

Ο Τόνυ Κούσνερ δημιουργεί ένα σύμπαν από γεγονότα και σκέψεις, οι οποίες περικλύουν όλη την κοινωνική πραγματικότητα των 80's: Ομοφυλοφιλία, AIDS, υφέρπουσα θρησκοληψία, πολιτικές ραδιουργίες, θάνατος, έρωτας, Τσέρνομπιλ, φτώχεια, κομμουνισμός, Ρόναλντ Ρήγκαν, τρύπα του όζοντος κλπκλπ.... Καταφέρνει και δεν τα κάνει αχταρμά, πολλώ δε μάλλον καταφέρνει να τοποθετήσει τον θεατή στο κέντρο της εποχής εκείνης, ο οποίος πλέον νομίζει ότι μυρίζει την δεκαετία αυτή. Η διείσδυσή του σε κάποια από αυτά τα θέματα, βέβαια, είναι λίγο επιφανειακή ή και διδακτική, όπως πχ ότι στο τέλος οι κακοί Εβραίοι πεθαίνουν και οι καλοί δημοκρατικοί αμερικανοί παίρνουν το λάβαρο της προόδου στα χέρια τους κλπ. Πάντως,σε κάθε περίπτωση, το κείμενο κυλάει εξαιρετικά ευχάριστα και σε κρατάει ξύπνιο παρά την έκτασή του!

ΠΟΛΥ ΛΙΓΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Η σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη ήταν εξαιρετική. Απέδωσε το κείμενο σε σχεδόν όλη του την έκταση με εικόνες και τεχνάσματα πολύ ευφυή. Το σκηνικό με τις παλιοσαβούρες κολλημένες σαν κολάζ στο πίσω μέρος του σκηνικού θύμιζαν το απερχόμενο παλιό πολιτικο-κοινωνικό σκηνικό που εμπόδιζε την αποδοχή της διαφορετικότητας σε κάθε επίπεδο. Μπρεχτικού τύπου -όπως πολύ σωστά παρατήρησε φίλος συνθεατής- τοποθέτηση των ηθοποιών σε καρέκλες το πίσω σκοτεινό μέρος της σκηνής ως μέρος του σκηνικού, όταν δεν έπαιζαν. Και, τέλος, εξαιρετική η χρήση των μικροφώνων! Στο κέντρο της σκηνής υπήρχαν τοποθετημένα έξι-εφτά μικρόφωνα με τα στηρίγματά τους, στα οποια μιλούσαν οι ηθοποιοί, γι να ακούγονται και όχι μόνο. Η υποχρέωση των ηθοποιών να παραμένουν μέσα στην απόσταση εμβέλειας του μικροφώνου, η οποια τους υποχρέωνε να μην μπορούν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον, ήταν δηλωτική της αδυναμίας όχ μόνο εξωτερικής αλλά και εσωτερικής επαφής των ηρώων. Ο Τζόε δεν μπορούσε να πλησιάσει την Χάρπερ, επειδή ο ηθοποιός έπρεπε να μιλάει στο μικρόφωνο. Αυτό υπογράμμιζε όμως και την αδυναμία εσωτερικής επαφής κι επικοινωνίας των ηρώων αυτών.

Για μια ακόμα φορά συγκλονιστικός ο Χρήστος Λούλης στον ρόλο του Πράιορ Γουόλτερ. Με εξαιρετική κινησιολογία και φοβερή πλαστικότητα στην εκφορά λόγου και στις κινήσεις του, απέδοσε εξαιρετικά τον χτυπημένο από AIDS ομοφυλόφιλο, μεγαλουργώντας στην σκηνή της αιμορραγίας. Φινέτσα, αντρίλα, αυτοπεποίθηση, έλλειψη οποιασδήποτε κλάψας για την μαύρη του μοίρα, και πόνος που καλυπτόταν με οξύ χιούμορ, ο Λούλης παρέα με τον σκηνοθέτη Νίκο Μαστοράκη, ήταν ο καλύτερος λόγος για να παρακολουθήσει κανείς την παράσταση αυτή. Αποκάλυψη η Ζέτα Δούκα ως Χάρπερ Πητ, με αρμονικά δραματικό υφος, συναισθηματικα αλωμένη και νοητικά λειψή, με οριακή κοριτσίστικη αφέλεια και ισορροπία στις σκηνές αλοφροσύνης. Καλά θα κάνει να κοιτάξει την καριέρα της αυτό το κορίτσι, γιατί έδειξε ότι αν θέλει μπορεί. Εύστοχος, σοβαρός και με πηγαά αίσθηση του μέτρου, ο Δημήτρης Λιγνάδης ήταν εξαιρεικός ως πανίσχυρος δικηγόρος Ρόυ Κον. Έφερε έναν ρόλο, που έχει στοιχειώσει ο Αλ Πατσίνο, εντελώς στα μέτρα του, και μεγαλούργησε. Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος και Θανάσης Ευθυμιάδης πέρασαν και δεν ακούμπησαν, χωρίς να κάνουν ενοχλητικά άσχημες ερμηνείες.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Εξαιρετική παράσταση, αρκετά μεγάλη σε διάρκεια, αρκετά πυκνή σε νοήματα, αλλά άξιζε πραγματικά τον κόπο. Όσοι ήσαστε τυχεροί την είδατε. Του χρόνου πάλι...

Καλή αρχή!

Καλή αρχή...! Αν και δεν ξέρω ακριβώς για ποιον λόγο δημιούργησα αυτό το μπλογκ. Ποια πηγαία ανάγκη με οδήγησε να μοιράζομαι δημόσια τις σκέψεις μου... Σίγουρα πάντως το θέμα αξίζει να ερευνηθεί.
Γιατί κάποιος να θέλει να δημοσιοποιούνται οι σκέψεις του? Είναι άραγε το ίντερνετ ο σωστός -ας πούμε- τρόπος να εκφράζεις θέσεις ή απόψεις? Αξίζει άραγε να διαβάζει κανείς τις απόψεις κάποιου, χωρίς την δυνατότητα αμεσης αντίδρασης σε αυτές, είτε θετικής ή αρνητικής?
Αυτό που έχω να ελπίσω πάντως, είναι ότι αυτός ο χώρος δεν θα αφιερωθεί στην ανταλλαγή δηκτικών σχολίων, αλλά σε μια προσπάθεια ανταλλαγής καλλιτεχνικών, επιστημονικών, πολιτικών, αθλητικών και γενικών σκέψεων πάνω στις προσλαμβάνουσες στις οποίες μοιραία βρισκόμαστε καθημερινά εκτεθειμένοι. Και ευτυχώς που είμαστε εκτεθειμένοι, διότι δοαφορετικά δεν θα είμασταν πολίτες.
Είμασι αρχάριος στην διαχείρηση blog, οπότε αν υπάρχει κάποιος εμπειρότερος από εμένα στην διαδικασία αυτή, παρακαλώ για την βοήθειά του.
Επικοινωνείτε με σχόλια κάτω από τις αναρτήσεις, μέσω mail στο christostsiftsis@gmail.com ή με εσωτερική αλληλογραφία στο facebook.

Καλή αρχή!