Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

MovieReactor: The black swan (2010)

THE BLACK SWAN (2010)
Ή Η ΛΟΡΑ ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ

Ένα γλυκό χειμωνιάτικο βράδυ, με ένα ποτήρι κρασί στο κομοδίνο μου και ένα άδειο τασάκι, αποφάσισα να δω μια ταινία, η οποία έπρεπε οπωσδήποτε να είναι σπουδαία, σαν μια αποτοξίνωση από τις αηδίες που έχουν πλημμυρίσει το μυαλό μου τις τελευταίες μέρες. Είπα λοιπόν να επιλέξω από την δεξαμενή των φαβορί για τα φετινά Όσκαρ, και μάλιστα ένα δημιούργημα ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη που με έχει απογοητεύσει ελάχιστες φορές. Δίκαιη επιλογή το “The black swan” του Ντάρεν Αρονόφσκυ.

Νεαρή φέρελπις χορεύτρια του κλασσικού μπαλέτου (Νάταλυ Πόρτμαν), άβγαλτη στη ζωή και με ελάχιστες εμπειρίες, εργάζεται πολύ σκληρά για να τελειοποιήσει την τεχνική της στον χορό. Η μητέρα της (Μπάρμπαρα Χέρσεϋ) την υποστηρίζει, παρέχοντάς της τα πάντα ώστε εκείνη να μπορεί να ασχοληθεί ανενόχλητη με τον χορό. Το ανέβασμα του έργου «Η Λίμνη των Κύκνων» θα έρθει σαν μια ευκαιρία για εκείνη να αποδείξει τι αξίζει στη σκηνή, αφού ο χορογράφος του έργου (Βενσάν Κασέλ) την επιλέγει να παίξει τον διπλό ρόλο του Λευκού και του Μαύρου Κύκνου. Η προσέγγιση του Λευκού Κύκνου είναι εύκολη, όμως ο ρόλος του Μαύρου Κύκνου είναι εμποτισμένος με τα στοιχεία εκείνα που έρχονται σε ανοιχτή κόντρα με την ιδιοσυγκρασία της κοπέλας. Ξεκινά, λοιπόν, μια προσπάθεια καταβύθισης στο εγώ της, προσπαθώντας να εντοπίσει όποια σκοτεινά στοιχεία διαθέτει. Η καταβύθιση όμως αυτή την οδηγεί στην παράνοια και τελικά στην απελευθέρωσή της προς τον πραγματικό κόσμο.

Ο Ντάρεν Αρονόφσκυ, όπως συχνά λέω για τέτοιους σκηνοθέτες, ξέρει πώς να κάνει σινεμά. Κι αυτό το δείχνει και στην τελευταία του δημιουργία. Επιλέγει και πάλι να δείξει την ταλαιπώρια ενός ανθρώπου, ο οποίος κατατρύχεται από τις υποχρεώσεις του και από ένα προσωπικό στοίχημα, ήτοι την υπέρβαση των δυνατοτήτων του. Η προβληματική αυτή ακολουθεί τα έργα του γενικώς και περικλείει δημιουργικά το σύνολο του έργου του (Πι, Ο παλαιστής, Ρέκβιεμ για ένα όνειρο). Το τελευταία του έργο έχει στο κέντρο του μια μπαλαρίνα που καλείται να ερμηνεύσει έναν διπλό ρόλο, την προσωποποίηση του καλού και του κακού ταυτόχρονα στην ίδια παράσταση.

Για να γίνει πιο σαφής ο διττός ρόλος που προσφέρεται στην νεαρή χορεύτρια να ερμηνεύσει, ας εξηγήσω την ιστορία της Λίμνης των Κύκνων. Πρίγκιπας ερωτεύεται πανέμορφη κοπέλα, η οποία έχει την κατάρα κάθε μέρα να μεταμορφώνεται σε λευκό κύκνο και κάθε νύχτα να γίνεται άνθρωπος. Την κατάρα αυτή την έχουν και οι αδερφές της, κύκνοι στην λίμνη ενός κακού μάγου. Όταν μετά από καιρό ο πρίγκιπας ερωτάται ποια θέλει να παντρευτεί, εμφανίζεται μαύρος κύκνος που μεταμορφώνεται σε κοπέλα που μοιάζει πάρα πολύ με τον λευκό κύκνο που είχε ερωτευτεί ο πρίγκιπας. Αμέσως και χωρίς να καταλάβει ότι η μαγεμένη κοπέλα δεν είναι η ίδια με εκείνη που είχε γνωρίσει τότε στην λίμνη, λέει ότι θέλει να παντρευτεί αυτήν. Όταν ο λευκός κύκνος μαθαίνει ότι ο έρωτάς της παντρεύεται την μαύρο κύκνο, αυτοκτονεί τραγουδώντας το ομορφότερο τραγούδι της.

Απλό παραμυθάκι βγαλμένο από την κεντρο-ευρωπαϊκή μυθολογική παράδοση, με πολύ εύκολους συμβολισμούς. Ο λευκός κύκνος συμβολίζει την αγνότητα, την αφέλεια, την ευθύτητα και την εύθραυστη φυσιογνωμία, ενώ ο μαύρος κύκνος το ψεύδος, την απάτη, την υστεροβουλία, την κακία και την αποπλάνηση. Η νεαρή χορεύτρια του έργου καλείται σε μία παράσταση να ενσαρκώσει και τους δυο ρόλους, όπως συνήθως γίνεται όταν ανεβαίνει το μπαλέτο αυτό σε θεατρική σκηνή. Κι εκεί αρχίζουν τα προβλήματα για την νεαρή.

Η μητέρα της χορεύτριας έχει δημιουργήσει ένα αποστειρωμένο, υπερπροστατευτικό περιβάλλον γύρω από την κόρη της, αποτρέποντάς την από οποιαδήποτε γήινη απόλαυση. Θεωρεί ότι η κόρη της έχει ταλέντο, το οποίο θα αναδείξει μόνο με στερήσεις, σωστή διατροφή και πολύωρη επίπονη άσκηση. Φαίνεται σαν η νεαρή να ζει σε μια γυάλα, προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσει τις δυνατότητες επαφής με τον έξω κόσμο. Το σπίτι της τρέπεται σε ένα γυάλινο καταφύγιο για εκείνη, ακριβώς όπως το σπίτι της Λόρα στον «Γυάλινο Κόσμο» του Τενεσύ Ουίλιαμς (τρομερό θεατρικό – όποιος δεν το έχει διαβάσει, ας το διαβάσει!). Η υπερπροστασία της μητέρας, όμως, δεν οδηγεί στην προστασία του παιδιού. Οδηγεί με νομοτελειακή ακρίβεια στην τάση του παιδιού να επαναστατήσει. Κι αυτό κάνει και η νεαρή χορεύτρια, με έναν πολύ ιδιάζοντα τρόπο όμως…

Ο χορογράφος Βενσάν Κασέλ, κατά τη διάρκεια των προβών, καταλαβαίνει ότι αυτό το κορίτσι είναι τόσο εύθραυστο, αγνό κι αφελές όσο και ο λευκός κύκνος. Όμως, δεν μπορεί να βγάλει το πάθος, την ίντριγκα και την λαγνεία που απαιτείται για τον ρόλο του μαύρου κύκνου. Την προτρέπει να απελευθερωθεί από τους ενδοιασμούς, τα ταμπού και τα στεγανά της. Η προτροπή αυτή είναι μια παραπάνω σπρωξιά για την χορεύτρια. Το θέμα, όμως, είναι ότι την σπρώχνει προς το λάθος σημείο.

Η μικρή αρχίζει και τα χάνει. Συνειδητοποιεί ότι για να βγάλει εις πέρας τον ρόλο της, πρέπει να απελευθερωθεί από όλη την μέχρι τώρα ζωή της. Βλέπει ότι χορεύτρια –δηλ καλλιτέχνης- δεν γίνεσαι μόνο με την τεχνική, αλλά χρειάζεται και πάθος. Το πάθος, όμως, το έχει απορρίψει από την ζωή της, το έχει θυσιάσει για να έχει χρόνο να δουλέψει την τεχνική. Το αδιέξοδο αυτό στο οποίο βρίσκεται, δεν γνωρίζει πώς να το διαχειριστεί. Αρχίζει λοιπόν και έχει παραισθήσεις, που οφείλονται στην ένταση του άγχους που την διαπερνά, αλλά και στην απορία μήπως η μέχρι τώρα ζωή της ήταν μάταιη.

Το σπάσιμο του αυγού έρχεται όταν μπαίνει σε κλαμπάκι, παίρνει xtasy, σκυλοπηδιέται με όποιον βρει μπροστά της και καταλήγει στο σπίτι της, επιδιδόμενη σε υπερηδονικές στιγμές αυνανισμού. Η συμπεριφορά της από τότε αλλάζει. Από τη στιγμή εκείνη είναι μόνη της ενάντια στον κόσμο. Αρχίζει και διεκδικεί τα κεκτημένα της, βάζει στην θέση τους όσους την πείραζαν και γελούσαν μαζί της και βρίσκει τον χαρακτήρα να δώσει μια αξιομνημόνευτη ερμηνεία.

Την ημέρα της παράστασης οι παραισθήσεις εξακολουθούν να την κυνηγούν. Βλέπει παντού ανταγωνίστριες, αντιμετωπίζει την μοναξιά της κορυφής, συνειδητοποιεί ότι προσεγγίζει το ρόλο του μαύρου κύκνου περισσότερο από ότι θα ήθελε, και εν τέλει ολοκληρώνεται δίνοντας μια συγκλονιστική ερμηνεία με μοιραίο κόστος. Το τέλος δείχνει την τελική μέθεξη, την τελική ένωση του καλλιτέχνη με τον ρόλο που υποδύεται, και την μοιραία ακολουθία των δυο ιστοριών, αυτή του λευκού κύκνου και αυτή της νεαρής χορεύτριας (μόλις το δείτε, θα καταλάβετε τι εννοώ).

Πολύ μεστό σενάριο, ένα από τα καλύτερα σεναριακά επιτεύγματα που έχω δει εδώ και πολλά χρόνια. Με περιφερειακές ιστορίες που συνδέονται με την βασική, ρόλους που ξεπηδούν από το πουθενά και διαμορφώνουν καταστάσεις, μια άρτια μελέτη της ξαφνικής κοινωνικοποίησης μιας κοπέλας που παραπέμπει στην βία με την οποία έρχεται ένα μωρό στον κόσμο και ως μια ελεγεία στην καλλιτεχνική φύση του ανθρώπου και την μέθη που επιφέρει η ένωση του καλλιτέχνη με το δημιούργημά του, το σενάριο μυρίζει επάξια καραμπινάτο Όσκαρ.

Δυστυχώς, δεν ισχύει το ίδιο για την σκηνοθεσία. Ο Αρονόφκυ είχε στα χέρια του ένα τρομερό σενάριο, το οποίο τον ξεπέρασε. Σκηνοθετικά χρησιμοποίησε συμβολισμούς που ήταν εντελώς προφανείς, δεν ιντρίγκαρε καθόλου την σκέψη, παρουσίασε επίπεδα μια πολυεπίπεδη ιστορία, χωρίς να φωτίσει αυτά που ξεχώριζαν. Ουσιαστικά, φάνηκε σαν να μην είχε καταλάβει ακριβώς το έργο που ήθελε να σκηνοθετήσει. Φάνηκε σαν να μην είχε όραμα για την ταινία. Ο άνθρωπος είχε στα χέρια του ένα εξαιρετικά βαθύ σενάριο επιπέδου Τενεσύ Ουίλιαμς, και αυτό που κατάφερε να μας παρουσιάσει ήταν ένα ψυχόδραμα τρόμου, με τα στοιχεία του τρόμου και το κλίμα του θρίλερ να αναδεικνύονται, θάβοντας τις τρομερά βαθιές σεναριακές αρετές. Χρησιμοποιεί τεχνάσματα επιπέδου «Βλέπω το θάνατό σου» για να προκαλέσει τρόμο, ή μάλλον –καλύτερα- ταραχή, σβήνει τα φώτα σε αίθουσες –μπας και βγει ο μπαμπούλας από το σκοτάδι?...- και γενικώς βάζει εύκολα, εύκολα, εύκολα και εμπορικά μέσα, χάνοντας την μαγεία του σεναρίου κάπου μεταξύ ουρλιαχτού και αίματος που στάζει από το ταβάνι… Περίμενα πολλά παραπάνω από έναν τέτοιο πανάξιο σκηνοθέτη.

Για τους παραπάνω λόγους, η ταινία από αριστούργημα πέφτει στο επίπεδο της πολύ καλής (3-4 αστέρια). Αυτό που τεχνικά μπορώ να αναγνωρίσω ως πολύ θετικό είναι η χρήση της μουσικής του Τσαϊκόφσκυ, συνθέτη του έργου «η Λίμνη των Κύκνων». Ο συνδυασμός κλασσικής μουσικής με τις εντάσεις που δημιουργούνται ειδικά στο φινάλε είναι μαγευτικός.

Πολύ καλό μοντάζ, απαράδεκτη η original μουσική, γενικώς ικανοποιητικά χρώματα, όπως και οι φακοί και τα τεχνικά μέσα, καλό το μακιγιάζ και τα κουστούμια, βοηθούσαν στο να πιάσει ο θεατής την ατμόσφαιρα του πάλκου αλλά και του ιδρώτα που χύνουν οι χορευτές στις πρόβες και στην παράσταση.

Στις ερμηνείες έχουμε μια βασική γυναικεία και δυο δεύτερες.
Η Νάταλι Πόρτμαν είναι πολύ καλή ως νεαρή χορεύτρια. Με τις περιορισμένες δυνατότητες που έχει ως ηθοποιός, κατάφερε να αποδώσει πολύ καλά το 65-70% του ρόλου. Φάνηκε ως μια ηθοποιός που έχει πάει σε δραματική σχολή, έχει μάθει πέντε-έξι τεχνικές, και ήρθε να τις εφαρμόσει στον ρόλο της σημερινής ταινίας. Ξέρει πώς να κλαίει μπροστά στην κάμερα, όπως έκανε στην αρχή του έργου, ξέρει να δείχνει αγχωμένη, όπως έκανε στη μέση του έργου, και ξέρει να δείχνει χαιρέκακη, όπως έκανε στο τέλος του έργου. Σε καμία περίπτωση και για κανέναν λόγο δεν απογείωσε τον ρόλο στα ύψη που του άρμοζαν. Εκεί που έπρεπε να τρέμει από συναισθηματική έξαρση, εκείνη παρέμενε σιωπηλή και έκλεγε. Εκεί που την φίλησε ο χορογράφος, που θα έπρεπε να είναι αλαφιασμένη καθώς έβλεπε τον ηθικοπλαστικό της κόσμο να δέχεται το πρώτο του χτύπημα, εκείνη παρέμενε σιωπηλή κι έκλεγε. Εκεί που έπρεπε να αφήσει τον εσωτερικό της κόσμο να ξεχειλίσει από το αδιέξοδο που αντιμετώπιζε, εκείνη παρέμενε σιωπηλή κι έκλεγε. Βαρέθηκα να βλέπω αυτήν την κοπέλα να είναι σιωπηλή και να κλαίει… Πρέπει να καταλάβουμε ότι όταν κάποιος είναι ευαίσθητος κι εύθραυστος, δεν κλαίει όλη την ώρα!... Πάντως, για μια ηθοποιό επιπέδου Νάταλι Πόρτμαν, έπαιξε πολύ καλά. Σίγουρα θα λάβει υποψηφιότητα για Όσκαρ, διότι η ταινία πρέπει κάπως να πουλήσει. Να μου πεις, όμως, εδώ έχει πάρει όσκαρ η Σάντρα Μπούλοκ… Δουλευόμαστε τώρα…? Δεν σταματώ να σκέφτομαι, όμως, τι ρολάρα θα ήταν αυτή, αν έπαιζε στην ταινία –π.χ.- η Χίλαρυ Σουάνκ…
Η Μπάρμπαρα Χέρσεϋ ερμήνευσε την μητέρα της Πόρτμαν. Καλοστεκούμενη, νευρική, υστερική εκεί που έπρεπε, δυναμική, πολύ ισορροπημένη, έκανε μια πλήρη ερμηνεία σε έναν μικρό αλλά σημαντικό ρόλο.
Ο Βενσάν Κασέλ, πάντα αξιοπρεπής στα πλαίσια του γλυκανάλατου γαλλικού σινεμά, φέρνει μια ευρωπαϊκή ξινίλα που ταιριάζει γάντι στον ρόλο του. Με μια αδιόρατη καλλιτεχνική γοητεία, είναι αυτό που πρέπει για τον ρόλο του άντρα που δίνει την πρώτη ώθηση στην μούσα του προς την απελευθέρωση.

Γενικά μια πολύ καλή ταινία. Δυστυχώς για μένα, περίμενα πολλά παραπάνω. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι ένα πολύ καλό ψυχόδραμα τρόμου. Προτείνεται με μεγάλη παρέα, ποπκόρν, και βότκα (ρώσικη, προς τιμήν του Τσαϊκόφσκυ). Δείτε την!

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

MovieReactor: The kids are all right (2010)

THE KIDS ARE ALL RIGHT (2010)
Ή ΤΑ ΡΑΜΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ

Μια συννεφιασμένη Δευτέρα, που δεν ήμουν γραφείο λόγω στρατιωτικών υποχρεώσεων, κι ενώ απολάμβανα τις πρώτες ημέρες της άδειάς μου, αποφάσισα να δω μια καινούρια ταινία, η οποία –όπως είχα ακούσει- θα παίξει πολύ στα επερχόμενα Όσκαρ. Γνώριζα ότι επρόκειτο για την ιστορία μιας οικογένειας με δύο λεσβίες μαμάδες και τα δυο παιδιά τους και μπορώ να πω ότι αυτό το στόρυ φόβιζε τα όποια κατάλοιπα των αρχετυπικών ταμπού φώλιαζαν στην ιδιοσυγκρασία μου. Ευτυχώς ο φόβος αυτός δεν με απέτρεψε από το να δω την ταινία αυτή.

Δύο ομοφυλόφιλες γυναίκες (Ανέτ Μπένινγκ, Τζούλιαν Μουρ), παντρεμένες, αποφάσισαν πριν από χρόνια να πάρουν σπέρμα από κλινική και να γονιμοποιηθούν, ώστε να βιώσουν την διαδικασία της γέννησης και της μητρότητας. Από την γονιμοποίηση αυτή προέκυψαν δύο παιδιά, ένα κορίτσι (Μία Βασίκοφσκα), ήδη 18 χρονών, κι ένα αγόρι, τώρα πια στα 15 του. Έχοντας ακούσει για τον τρόπο που συνελήφθησαν, τα παιδιά αποφασίζουν να μάθουν ποιος είναι ο βιολογικός τους πατέρας (Μαρκ Ρούφαλο), και το καταφέρνουν. Κανονίζουν μια συνάντηση μαζί του, τον γνωρίζουν, ξεπερνούν την αρχική αμηχανία κι αρχίζουν να τον καλούν με τον τρόπο τους να λάβει μέρος στη ζωή τους. Οι δυο μαμάδες δεν γνωρίζουν αν όλο αυτό θα εξελιχθεί σε καλό ή κακό, όμως δεν μπορούν να προβλέψουν τι τρικυμία θα φέρει η συνεργασία της μιας μαμάς με εκείνον.

Η πρωτοεμφανιζόμενη στον κινηματογράφο σκηνοθέτης Λίζα Χολοντένκο μας παρουσιάζει ένα κοινωνικό δράμα που εστιάζει σε μια κρίση που περνάει ένα ζευγάρι. Με την αισθητική του τρόπου κινηματογράφησής της καταφέρνει να αποβάλλει από τον θεατή οποιαδήποτε δεύτερη σκέψη περί προκλητικού λεσβιακού έργου που στοχεύει σε άκρατες φεμινιστικές κορώνες. Αντιμετωπίζει την συζυγική συνύπαρξη των δυο μαμάδων ως κάτι το απολύτως φυσιολογικό, χτίζοντας πάνω σε αυτή την βάση όλες τις συναισθηματικές και ηθικές συγκρούσεις που πρόκειται να ακολουθήσουν. Από την αρχή η ταινία σου λέει: «μιλάω για δυο παντρεμένους ανθρώπους, είτε αντρόγυνο, είτε δυο άντρες, είτε δυο γυναίκες – δεν με νοιάζει. Με νοιάζουν οι δυο παντρεμένοι άνθρωποι, ανεξαρτήτως φύλου». Έτσι, καταφέρνει να κερδίσει και τους πιο συντηρητικούς του κοινού.

Η ταινία δομείται πάνω σε ζευγάρια αντιθέσεων. Η πρώτη αντίθεση είναι το ότι το παντρεμένο ζευγάρι είναι υγιές. Οι περισσότερες κοινωνικές ταινίες που στρέφουν την προβληματική τους γύρω από ένα παντρεμένο ζευγάρι, το παρουσιάζουν σεξουαλικά άνυδρο, νευρικό και άρρωστο. Στην ταινία αυτή, όμως, το παντρεμένο ζευγάρι είναι ενεργότατο σεξουαλικά, με ηρεμία, κατανόηση, σεβασμό της μιας προς την άλλην, και μια βαθιά αγάπη που δένει τις δυο γυναίκες. Η ηρεμία αυτή ίσως επιτυγχάνεται λόγω της κατάτι «συντηρητικής» διανομής ρόλων εντός του ζευγαριού. Η Άνετ Μπένινγκ έχει τον αντρικό ρόλο: είναι αυτή που δουλεύει, φέρνει τα χρήματα στο σπίτι, δεν ασχολείται πολύ με τις δουλειές του σπιτιού, έχει αναλάβει τον ρόλο του αρχηγού-προστάτη της οικογένειας. Η Τζούλιαν Μουρ, από την άλλη, έχει περισσότερο τον γυναικείο ρόλο: η επιλογή της εργασίας της βασίζεται μόνο στο αν της αρέσει το επάγγελμα αυτό κι όχι στο αν αποφέρει χρήματα στο σπίτι, κάνει μπουγάδα, μαγειρεύει…

Κι ενώ όλα κυλάνε ήρεμα για το ζευγάρι και τα παιδιά τους, ξάφνου στη ζωή τους εισβάλει ο δωρητής σπέρματος για τα παιδιά. Ο Μαρκ Ρούφαλο είναι ένας αμόρφωτος, ημι-αποτυχημένος χαρλεάς, με μια σειρά από αποτυχημένες αποφάσεις στη ζωή του, μια σπερμογκόμενα κολλημένη πάνω του σαν παρασιτικός οργανισμός, πολύ κακό κούρεμα και δυο 60δόλαρα στην τσέπη ως αμοιβή για τα δυο κεσεδάκια σπέρμα που είχε δωρίσει για την πλάκα κάποτε στα νιάτα του. Όταν τον βρίσκουν τα δυο «παιδιά του», αυτός ενθουσιάζεται. Όχι επειδή έχει δυο τόσο όμορφα και καλοαναθρεμμένα παιδιά, αλλά επειδή ένιωσε ότι, έστω και κατά τύχη, έχει κάτι στη ζωή του που αξίζει να νοιαστεί γι’ αυτό. Παρά την ελλιπή του μόρφωση, αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει μεν λόγο στην περαιτέρω ανατροφή των παιδιών του, όμως γουστάρει πραγματικά να τα βλέπει. Αυτά τα δυο παιδιά είναι γι’ αυτόν σαν ένα βότσαλο στη λίμνη, που ταράζει τα βαλτωμένα της νερά. Νιώθει ζωντανός, χρήσιμος, νιώθει κάτι σαν πατέρας.

Η παλιά του φύση όμως δεν τον έχει εγκαταλείψει, και εκμεταλλεύεται μια στιγμή αδυναμίας της Τζουλιάν Μουρ, ικανοποιώντας της κάποια ξεχασμένα βίτσια στο κρεβάτι. Φυσικά, η Άνετ Μπένινγκ δεν αργεί να μάθει για την απιστία. Είναι τότε που η κρίση γίνεται τρικυμία μέσα στην ήρεμη οικογένεια. Ο ένας κατηγορεί τον άλλον, σαν μια απέλπιδα προσπάθεια να απεμπολήσει τις οποιεσδήποτε ευθύνες του για την κατάσταση αυτή. Είναι η στιγμή που το έργο παίρνει μια πιο δραματική καμπή. Το ζευγάρι αρχίζει κι αποξενώνεται, μικροτσακωμοί κι εντάσεις ξεπηδούν πια από παντού και με την παραμικρή αφορμή, ώσπου τελικά τα παιδιά είναι αυτά που θα αποτελέσουν την τελική κόλλα για να κολλήσει το σπασμένο γυαλί αυτής της σχέσης. Ο ξένος εισβολέας απομονώνεται, περιορίζεται στον ρόλο ενός ανθρώπου που απλά του κάνουν τη χάρη να τον ενημερώνουν για την εξέλιξη των παιδιών, και το ζευγάρι προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του.
Λένε, δε, ότι μια βαθιά κρίση σε ένα ζευγάρι είναι σαν τα ράμματα: μπορεί η πληγή να επουλωθεί, αλλά πάντα υπάρχουν τα σημάδια της. Ε, λοιπόν, ναι! Μια βαθιά κρίση σε ένα ζευγάρι είναι όντως σαν τα ράμματα: άπαξ και κρατήσεις τις δυο άκρες της πληγής κολλημένες, τότε η πληγή επουλώνεται και σταματάει να πονά.

Παρά το ιδιαίτερο χιούμορ της ταινίας, ο χαρακτηρισμός της ως «κοινωνική σάτιρα» μου φαίνεται εκτός τόπου και χρόνου. Σε καμιά περίπτωση δεν θέλησε να σατιρίσει οποιοδήποτε στοιχείο και οποιοδήποτε σχήμα επεξεργάζεται η ταινία. Είναι μια χρονική περίοδος στη ζωή ενός ιδιαίτερου ζευγαριού, δυο ομοφυλόφιλων γυναικών, και η ζωή των δυο παιδιών τους. Τίποτε παραπάνω.

Πέρνα, όμως, από τη σκηνοθεσία, αξίζει κανείς να σταθεί στο πιο δυνατό σημείο της ταινίας: στις ερμηνείες.
Δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από την Τζούλιαν Μουρ, που με ευαισθησία, ωριμότητα, απλότητα, στρογγυλάδα και διακριτικότητα διαχειρίστηκε έναν πολύ γλυκό ρόλο, δείχνοντάς μας πόσο εύκολο είναι να ολισθήσει κανείς σε σφάλματα, να αναλάβει τις ευθύνες του και να υποστεί τις συνέπειες. Δεν χρειάζεται για όλα αυτά να είναι κάποιος δυναμικός για να αντιμετωπίσει ό,τι αντιμετωπίζει εκείνη. Μας δείχνει λοιπόν, πώς μια μέση γυναίκα είναι ικανή να αντιμετωπίσει την κατάσταση που η ίδια δημιουργεί: ότι δηλ άφησε ένα τρίτο άτομο να μπει στην σχέση με το ταίρι της. Η τέχνη της είναι ακριβής, ολοκληρωμένη και ζωντανή.
Η σπουδαία ερμηνεία της ταινίας έρχεται από την Άνετ Μπένινγκ. Λιγότερο εκφραστική από την Μουρ, πιο εσωτερική, δεν σε κάνει να μπαίνεις στο ρόλο που παίζει. Σε κάνει να πιστεύεις ότι εκείνη είναι η ίδια ο ρόλος που παίζει. Το ψιλόλιγνο αεράτο στυλ που βλέπεις παύει να είναι της Μπένινγκ και γίνεται το στυλ του ρόλου. Τα δάκρυα που βλέπεις δεν είναι της Μπένινγκ, αλλά του ρόλου. Η αγκαλιά που δίνει στην κόρη της δεν είναι της Μπένινγκ, αλλά του ρόλου. Η Μπένινγκ ζει και αναπνέει όπως ο ρόλος, γίνεται ένα με αυτόν και αποδίδει την ανδρόμορφη ομοφυλόφιλη σύζυγο με τρόπο θαυμάσιο, αέρινο, απλό και μοντέρνο. Άνετα μεταξύ των πέντε υποψηφιοτήτων για το Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου, να δούμε αν θα το πάρει κιόλας.
Μεγάλη αποκάλυψη για μένα αποτελεί η ερμηνεία του Μαρκ Ρούφαλο. Ενώ τον είχαμε συνηθίσει να παίζει τον δεύτερο γκόμενο σε ταινίες επιπέδου Σάντρα Μπούλοκ και Τζένιφερ Άνιστον, στην ταινία αυτή κάνει μια εξαιρετικά ισορροπημένη ερμηνεία ενός ανθρώπου που ξεκολλάει από την λήθη της οκνηρίας και της αμορφωσιάς και επικεντρώνεται στην προσπάθειά του να συμμετέχει στη ζωή των ουρανοκατέβατων «παιδιών» του. Κλασσική νοτιοαμερικάνικη προφορά και νοοτροπία από έναν ηθοποιό που καταφέρνει και μόνο με το βλέμμα του και τον κόμπο που φαίνεται να του ανεβαίνει ως τον λαιμό να μας λέει όσα άλλοι λένε με υπερβολή και χορευτικές κινήσεις. Τον έχουμε συνηθίσει να γοητεύει με πουκάμισο και κουστούμι γυναίκες-πρότυπα της αστικής τάξης, όμως εδώ τσαλαπατάει το όμορφο προσωπάκι του, κάνοντας μια ερμηνεία που δεν θα παραξενευτώ αν προταθεί για Όσκαρ β΄ ανδρικού ρόλου.
Η τέταρτη μεγάλη ερμηνεία έρχεται από την Μία Βασίκοφσκα. Την έχουμε δει να τσαλαπατάει τον συναισθηματικό κόσμο στο ντιβάνι του ψυχολόγου Γκάμπριελ Μπερν στο In Treatment και να αναζητάει λαγούς με πετραχήλια ως Αλίκη στην Alice in Wonderland του Τιμ Μπάρτον. Δεν θα ήταν δυνατόν, λοιπόν, ηθοποιός που έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινία του Τιμ Μπάρτον να μην παίζει καλά. Στην ταινία δίνει μια αξιοθαύμαστη ερμηνεία μιας κοπέλας, η οποία, μαζί με την αποκάλυψη ολόκληρου του κόσμου μπροστά στα 18 της χρόνια, ανακαλύπτει ξαφνικά ποιος είναι ο «μπαμπάς» της. Ισορροπεί καταπληκτικά ανάμεσα στην νευρική ιδιοσυγκρασία μιας κοπέλας στην ύστερη εφηβεία και την αυτοσυγκράτηση ως μεγαλύτερη αδερφή στην οικογένεια. Ειδικά η τελευταία σκηνή, όπου οι μαμάδες και ο αδερφός της την αφήνουν μόνη της στο κολέγιο που πέρασε, και η σύσπαση των μυών του προσώπου της, είναι όλα τα λεφτά.

The kids are all right, μια όμορφη κοινωνική κομεντί, με πρωτότυπη υπόθεση, ζωντανή ματιά, εκπληκτικές ερμηνείες και αναζωογονητικό φινάλε. Προτείνεται για μια γλυκιά χειμωνιάτικη βραδιά σε καναπέ με μικρή παρέα, κρασί και λαχανικά στο τζάκι. Δείτε την!