Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

MovieReactor: Poltergeist (1982)

POLTERGEIST (1982)
Ή ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ

Χαμένος κάπου στις απόκρημνες βουνοκορφές της Πίνδου, αποφάσισα μια βροχερή μέρα να σκοτώσω τον ελεύθερο (ή όχι) χρόνο μου βλέποντας ένα κλασσικό αμερικάνικο θρίλερ. Σκέφτηκα, φυσικά το Poltergeist ή αλλιώς «Το πνεύμα του κακού», ταινία του 1982, όταν ο βρεφικός κινηματογραφικά Σπήλμπεργκ υπέγραφε την παραγωγή μιας ταινίας που έχει σαφώς χάσει το τρομακτικό της άρωμα με το πέρασμα των χρόνων, παραμένει όμως στιβαρή παρακαταθήκη εφευρετικότητας για ακόμη μια γενιά σκηνοθετών τρόμου:

Γλυκανάλατη μεσοαστική αμερικάνικη οικογένεια ζει σε όμορφο σπίτι σε γλυκανάλατη γειτονιά μιας γλυκανάλατης επαρχιακής πόλης κάπου στην γλυκανάλατη αμερική. Τόση Μπάρμπυ όμως δεν αντέχεται, οπότε το πάλλευκο, κατάξανθο και ζουμπουρλούδικο εξάχρονο κοριτσάκι της οικογένειας, δέχεται την επίσκεψη πνευμάτων από απόκοσμη διάσταση μέσω της τηλεόρασης (καταγγελία του σκηνοθέτη για τα μίντια; - δεν νομίζω…), τα οποία πνεύματα κατσικώνονται μέσα στο σπίτι και δεν λένε να φύγουν. Όσο διασκεδαστικό είναι στην αρχή για την οικογένεια να βλέπει τις καρέκλες τις κουζίνας να κάνουν αεροπλανικά από μόνες τους, τόσο τρομακτική γίνεται η κατάσταση όταν τα πνεύματα απαγάγουν το πάλλευκο, κατάξανθο και ζουμπουρλούδικο κοριτσάκι. Η αγωνιούσα μήτηρ καλεί επειγόντως μέντιουμ και ψυχοερευνητές για να καταλάβει τι συμβαίνει στο σπίτι και να βρει την κόρη της, όταν τελικά ο πατέρας μαθαίνει από τον πολεοδόμο της πόλης ότι η γειτονιά αυτή έχει ανεγερθεί πάνω σε παλιό νεκροταφείο (μπρρρρ…..). Στο σπίτι, όμως, τα πνεύματα αρχίζουν να μουγκρίζουν επικίνδυνα, γίνονται όλο και πιο απειλητικά και τελικά αρχίζουν κι εμφανίζονται στα μέλη της οικογένειας, σπέρνοντας τον πανικό…

Ομολογώ ότι τον σκηνοθέτη της ταινίας, Τόμπυ Χούπερ, δεν τον ήξερα. Ρίχνοντας, όμως, βλέφαρο στην φιλμογραφία του, είδα ότι είναι γνώστης του τρόμου, αφού στις ταινίες του συμπεριλαμβάνονται τίτλοι όπως το κλασικό «Texas chainsaw massacre», η σειρά ταινιών «Poltergeist», το «Τούνελ του τρόμου» και η τηλεταινία «Salem’s lot» από το βιβλίο του Στήβεν Κινγκ. Δεν απορώ, λοιπόν, που η σημερινή ταινία είχε όλα τα στοιχεία εκείνα που θα έκαναν έναν νεαρό θεατή του 1982 να τα κάνει πάνω του.
Στο επίκεντρο της ταινίας του θέτει μια μεσοαστική οικογένεια. Δυο γονείς που υπεραγαπούν τα παιδιά του, βασικά ζουν γι’ αυτά, και τρία παιδιά, σύμφωνα με τις επιταγές της πουριτανικής αμερικάνικης κοινωνίας των ’80, μια μεγάλη κόρη και δυο μικρά αδέρφια, αγόρι και κορίτσι. Οι πρωταγωνιστικοί ήρωες είναι ποτισμένοι με κάθε τι αντιπροσωπευτικό της συντηρητικής αμερικάνικης κοινωνίας: η μεγάλη κοπέλα πηγαίνει σχολείο και θέλει να είναι popular, η μητέρα φροντίζει τα μικρά παιδιά, ο μπαμπάς προσφέρει τα προς το ζην, το σπίτι είναι τεράστιο, αν και από ξύλο κόντρα-πλακέ, κηπουρική, χοροί σχολείου, βραδινό όλη η οικογένεια μαζί, κι άλλες τέτοιες κομφορμιστικές αρλούμπες που σε κάνουν να χάνεις τον έλεγχο του οισοφάγου σου… Βέβαια, μπορώ να δικαιολογήσω τον σκηνοθέτη που επιλέγει να συνταχθεί με το ρεύμα της πουριτανικής αυτής κοινωνίας, καθώς – πολύ απλά – δεν τον νοιάζει να κάνει οποιαδήποτε κοινωνική καταγγελία. Απλώς θέλει να τρομάξει κοσμάκη με την ταινία του. Απλά τα πράματα – τελεία και παύλα.
Τα πνεύματα αρχίζουν κι επικοινωνούν με το κοριτσάκι, το μικρότερο μέλος της οικογένειας. Προφανώς λόγω αγνότητας και έλλειψης σύνθετης σκέψης, που πηγάζουν από το νεαρότατο της ηλικίας, η μικρή κοπελίτσα μπορεί και αντιλαμβάνεται τις εξωκοσμικές φράσεις που της τσαμπουνάνε τα πνεύματα από τον άλλο κόσμο. Πάντως, είναι γνωστό το τέχνασμα αυτό σε θρίλερ, ότι δηλαδή τα μικρά παιδάκια καταλαβαίνουν την ύπαρξη πνευμάτων ή γενικώς την παραφυσική δραστηριότητα. Το τέχνασμα αυτό εμφανίζεται για πρώτη φορά τόσο έντονα στο Poltergeist, και αυτή είναι η πρώτη πρωτοπορία της ταινίας.
Η παραφυσική δραστηριότητα μέσα στο σπίτι πλέον δεν μπορεί να αγνοηθεί από τους γονείς της οικογένειας, οι οποίοι αρχικά απολαμβάνουν αυτό το παράξενο γεγονός, γελώντας με τα αεροπλανικά που κάνουν οι καρέκλες στην κουζίνα. Κάπου εδώ αρχίζει να αναρωτιέται ο θεατής: «βρε, λες τελικά τα πνεύματα αυτά να είναι καλά?». Ναι, καλά…
Σε μια αναταραχή, το κοριτσάκι απαγάγεται από τα πνεύματα, κι από κει και πέρα ξεκινά το δράμα της οικογένειας, και μαζί ένα παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Η οικογένεια, με την βοήθεια ομάδας ψυχοερευνητών αλλά και ενός πανίσχυρου μέντιουμ, αρχίζει να μελετά την συμπεριφορά των πνευμάτων, να καταγράφει τα παράξενα που συμβαίνουν στο σπίτι και να προσπαθεί να κατανοήσει τι θέλουν τα πνεύματα από αυτούς και πώς θα πάρουν πίσω την κόρη τους. Αρχίζουν λοιπόν να προκαλούν τα πνεύματα. Προσπαθούν να τα κάνουν να εμφανιστούν μπροστά τους, για να αρχίσουν να κατανοούν την κατάσταση αλλά και τι θα κάνουν, με κίνδυνο να σκοτωθούν.
Μετά από πολλές επαφές, το μέντιουμ καταφέρνει να ανοίξει μια πύλη στην άλλη διάσταση και η μάνα μπαίνει μέσα και παίρνει το κοριτσάκι. Η σκηνή όπου γίνεται όλο αυτό είναι γελοία, καθώς το μέντιουμ χρησιμοποιεί κάτι μπαλάκια του γκολφ για να ανοίξει την πύλη της άλλης διάστασης. Μπορώ να καταλάβω το αδιέξοδο του σκηνοθέτη να βρει έναν τρόπο να δείξει πώς μπορεί να ανοίξει αυτή η ριμάδα η πύλη, όμως ο τρόπος που επιλέγει να το δείξει προκαλεί τουλάχιστον γέλια.
Το μυστήριο τελειώνει, όταν ο μπαμπάς μαθαίνει την αλήθεια για την γειτονιά όπου βρίσκεται το σπίτι του: παλιά υπήρχε νεκροταφείο, το οποίο μεταφέρθηκε, όχι όμως και τα πτώματα που βρίσκονταν θαμμένα στη γη. Να ένα ακόμα τέχνασμα που συναντάμε τόσο έντονο στην ταινία: ο μύθος της ασέβειας στους νεκρούς, και το χτίσιμο σπιτιού πάνω σε παλιό νεκροταφείο.
Η δε τελευταία σεκάνς, όπου στο ξενοδοχείο πια ο μπαμπάς βγάζει έξω από το δωμάτιο την τηλεόραση, είναι όλα τα λεφτά!

Πραγματικά, στην ταινία αυτή δεν βρίσκω να υπάρχει κάποιο σχόλιο που μπορεί να κάνει κάποιος αναλυτής σχετικά με κοινωνικό-φιλοσοφικές προεκτάσεις: είναι μια ταινία που δημιουργήθηκε για να τρομάξει τον θεατή του 1982. Ο σύγχρονος θεατής πρέπει να ξέρει ότι δεν θα τρομάξει, απλώς θα κάτσει στην άκρη της καρέκλας του σε κάποιες σκηνές, σε κάποιες θα αηδιάσει και σε κάποιες άλλες θα ξαφνιαστεί.

Αξέχαστες δύο σκηνές: η πρώτη με το ανσάμπλ των καρεκλών πάνω στο τραπέζι της κουζίνας σε σχήμα ανάποδου τριγώνου καθώς και η σκηνή του διαδρόμου, σκηνή ανθολογίας, όπου βλέπουμε έναν σκοτεινό διάδρομο, την πλάτη της μάνας και στο βάθος μια πόρτα με λάμψη να φαίνεται από κάτω. Κι όπως βλέπουμε τον διάδρομο, αυτός φαίνεται σαν να μακραίνει από μόνος του, σαν να απομακρύνεται η πόρτα που βρίσκεται στο βάθος του. Κλασσικό τεχνικό εφέ, πασίγνωστο από την χρήση του και σε άλλες ταινίες.

Η χρήση της μουσικής είναι απλά εξαιρετική. Στην αρχή της ταινίας, όπου όλα δείχνουν φυσιολογικά και καθημερινά για την οικογένεια, δεν υπάρχει μουσική, ακούγεται μια παγερή σιωπή ως υπόβαθρο, σαν να σου κλείνει το μάτι ο σκηνοθέτης και να σου λέει: «Τα βλέπεις όλα φυσιολογικά, αλλά για πόσο ακόμα?»…. Και μετά, όσο προχωράει η ταινία, χρησιμοποιείται ελάχιστα, αλλά σε κρίσιμα σημεία, εντείνοντας στην αγωνία, χωρίς όμως να σε τρομάζει ή να ξαφνιάζει.

Οι ερμηνείες είναι μέτριες, αλλά καθόλου ενοχλητικές. Κανένας ηθοποιός δεν αξίζει τίποτα παραπάνω από ένα απλό «πολύ καλά». Υπάρχει όμως μια αξιοπρόσεχτη ερμηνεία που έρχεται προς το τέλος της ταινίας και ξεχωρίζει: η λιλιπούτεια Ζέλντα Ρουμπινστάιν ως μπασμένο πλην παλίσχυρο μέντιουμ, που τελικά δίνει την λύση για το στοίχειωμα, είναι εξαιρετική, κυρίως χάρη στις απόκοσμες φωνητικές της χορδές και στο ημίτυφλο βλέμμα της.

Ταινία του 1982 για θεατές του 1982, το Poltergeist πλέον δεν τρομάζει, αποτελεί όμως ένα μουσείο από τεχνικές και ευρήματα που χρησιμοποιήθηκαν σε πολλές μεταγενέστερες ταινίες τρόμου (είδα κάπου και δάνεια που έχει κάνει το Supernatural), επομένως αξίζει να την δει κανείς, γνωρίζοντας ότι πρόκειται να δει ένα παλαιολιθικό θρίλερ, να βιώσει τρόμο από την εποχή του σιδήρου. Δείτε την με μεγάλη παρέα, κρασί και ποπκόρν.