Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

MovieReactor: Hunger (2008)

HUNGER (2008)
Ή Ο ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΣ ΓΚΑΝΤΙ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ

Ένα από τα κατάλοιπα που μου κληρονόμησε η θητεία μου στα ελληνικά στρατά είναι το πρωινό ξύπνημα. Ποτέ μου δεν είχα δυσκολία σ’ αυτό, από τότε μάλιστα που ξυπνούσα πρωί πρωί μικρό παιδί για να δω παιδικά στην τηλεόραση το πρωί του Σαββατοκύριακου, αλλά τώρα πια το όλο θέμα καταντάει γελοίο, ειδικά όταν ξυπνάει κανείς στις 6.30 το πρωί. Για να πνίξω τον πόνο του πρωινού ξυπνήματος, είπα να δω μια ταινία για τον πόνο κάποιου άλλου ανθρώπου. Και πέτυχα διάνα.

Σε βρετανική φυλακή για τρομοκράτες στην Βόρεια Ιρλανδία, καταφθάνει νεαρός κρατούμενος. Ξεγυμνώνεται από τους φύλακες και πετιέται σε μπουντρούμι, που το μοιράζεται αδιαμαρτύρητα με συγκρατούμενο και συν-επαναστάτη. Από το σημείο αυτό, ο νεαρός και οι υπόλοιποι κρατούμενοι της φυλακής θα περάσουν τα πάνδεινα από τους βρετανούς φύλακες, όπως φάλαγγες, σοδομισμούς με διάφορα αντικείμενα, εξευτελισμούς κλπ κλπ. Από την κατάσταση αυτή ξεπηδούν διάφορες φωνές αντίδρασης, με βασικότερη εκείνη του Μπόμπυ Σαντς (Μάικλ Φασμπέντερ), ο οποίος ομολογεί όταν τον επισκέπτεται φίλος και επαναστάτης ιερέας (Λίαμ Κάνινγκχαμ) ότι ξεκινάει απεργία πείνας (Hunger). Το σώμα του αρχίζει και αδυνατίζει, τα ζωτικά του όργανα υπολειτουργούν, μέχρι το οριστικό τέλος της απεργίας πείνας.

Ο Στηβ ΜακΚουίν (καμία σχέση με τον διάσημο ηθοποιό της δεκαετίας ’70) κάνει ντεμπούτο στη σκηνοθεσία με μια ταινία επαναστατική και καταγγελτική. Δεν φείδεται ωμότητας, σκληρότητας, ρεαλιστικότητας, με αποτέλεσμα να σου σφίγγει το στομάχι και να στραγγαλίζει τις αισθήσεις σου, παίρνοντας λίγο από τον αέρα που αναπνέεις. Δημιουργεί έτσι μια ταινία μετέωρη μεταξύ της καλλιτεχνικής αφήγησης και του ντοκιμαντέρ. Όμως, αν και αρκετά σφιχτοδεμένη, η ταινία καταφέρνει άραγε να κυλήσει αβίαστα για τον θεατή, ή μήπως η αφήγηση κολλάει κατά την μετάβαση του ενός γεγονότος στο άλλο?

Το φιλμ ξεκινάει ιδανικά. Ένας βρετανός φύλακας της φυλακής ξυπνάει από τον ύπνο του, τρώει το πρωινό του, πίνει τον καφέ του, φοράει τα ρούχα του αι πηγαίνει στη δουλειά του. Πριν μπει στο αμάξι του, στρέφει το κεφάλι του πλάι προς τον δρόμο, και βλέπει τα κλασσικά βρετανικά σπιτάκια το ένα δίπλα στο άλλο, όλα τόσο απογοητευτικά όμοια μεταξύ τους. Προφανές σχόλιο του σκηνοθέτη για την μαζοποίηση της σκέψης των φυλάκων από τις εθνικιστικές φανφάρες όπου είναι εκτεθειμένοι.
Ο φύλακας φεύγει και φτάνει στην φυλακή. Στη συνέχεια βουλώνει τον νιπτήρα, τον γεμίζει με νερό και βυθίζει τα χέρια του μέσα. Στις κλειδώσεις των δακτύλων τα χέρια του είναι πληγιασμένα, προφανώς από τις μπουνιές που μόλις έριξε σε κάποιον κρατούμενο. Η δροσιά του νερού ανακουφίζει τις πληγές, ανακούφιση που διαγράφεται στο πρόσωπό του. Είναι σαν να ανακουφίζεται από την ταλαιπωρία που τραβάει στην δουλειά του, και είναι προφανές το ειρωνικό σχόλιο του σκηνοθέτη «δουλειά κι αυτή…». Η ανακούφιση αυτή επαναλαμβάνεται αρκετές φορές μέσα στην ημέρα. Η αρχή αυτή είναι εξαιρετική και προδιαθέτει τον θεατή ότι πρόκειται να δει ταινία εμποτισμένη με το φοβερό κράμα ρεαλισμού – ποίησης.
Η συνέχεια, όμως, δεν είναι διόλου ποιητική. Νεαρός φρεσκοσυλληφθείς αρνείται να φορέσει τα ρούχα της φυλακής, απαιτώντας να φοράει τα δικά του. Άλλωστε, στα μάτια του οι πράξεις του δεν ήταν τρομοκρατικές αλλά επαναστατικές, με γνώμονα την ελευθερία της πατρίδας του. Οι φύλακες, λοιπόν, τον ξεγυμνώνουν - σημάδι εξευτελισμού – και του δίνουν απλά μια πετσέτα, ώστε να κρατάει σκεπασμένα τα γεννητικά του όργανα. Πετιέται ο νεαρός στο μπουντρούμι, όπου γνωρίζει τον συγκάτοικό του, κι αυτός ιρλανδός επαναστάτης, ο οποίος έχει καλύψει τους τοίχους του κελιού με κόπρανα – γραφική ύλη για καλλιτεχνική δημιουργία πάνω στους τοίχους.
Οι κρατούμενοι σύρονται βίαια για να κουρευτούν και να πλυθούν, και τους παρέχονται πολιτικά ρούχα 2ο χέρι να φορέσουν. Όταν αυτοί αρνούνται να τα φορέσουν, καλούνται οι ειδικές δυνάμεις της βρετανικής αστυνομίας οπλισμένοι με γκλομπ και ασπίδες, παρατάσσονται κατά μήκος των δυο τοίχων του στενού διαδρόμου της φυλακής και αρχίζουν και ξυλοκοπούν άγρια τους τρόφιμους με τα γκλομπ. Ενώ οι ειδικοδυναμίτες βαράνε ανελέητα έναν κρατούμενο, ένας ειδικοδυναμίτης έχει βγει από την παράταξη, έχει ακουμπήσει σε διπλανό τοίχο και έχει πλαντάξει στο κλάμα, αηδιασμένος από την δουλειά που τον έχουν βάλει να κάνει. Αυτούς που βαράνε τους βλέπουμε αριστερά στην οθόνη, τον νεαρό που κλαίει δεξιά στην οθόνη, σε ένα δυνατό κοντράστ, το οποίο όμως φαίνεται τόσο πολύ φτιαχτό για να προκαλέσει συγκίνηση.
Ο φύλακας, με τον οποίον ξεκίνησε η ταινία, φεύγει από την φυλακή κι επισκέπτεται την κατατονική μάνα του στο ίδρυμα που την έχει κλείσει. Ένας ιρλανδός επαναστάτης έρχεται από πίσω του και τον πυροβολεί στον αυχένα. Ο φύλακας πεθαίνει ακαριαία καταματωμένος πάνω στην ποδιά της μητέρας του, η οποία αδυνατεί να αντιδράσει λόγω της αρρώστιας της. Στη σκηνή αυτή ο σκηνοθέτης προσπαθεί να συμβιβάσει τα δυο άκρα, παραδεχόμενος ότι και οι βρετανοί στρατιώτες στο βάθος είναι άνθρωποι, με συναισθηματικές ανάγκες, με λάθη, με τρωτά σημεία. Έτσι, ο ιρλανδός επαναστάτης μπαίνει στη θέση του «κακού» και ο βρετανός φύλακας σε εκείνη του «θύματος», αποδεικνύοντας ότι σε έναν πόλεμο υπάρχουν πάντα απώλειες και στις δύο πλευρές, και οι απώλειες αυτές είναι άνθρωποι. Δεν θα ήθελα να σχολιάσω παραπάνω την σκηνή αυτή, αν και κάτι μου ξινίζει, να πω την αλήθεια…
Ο πρωταγωνιστής της ταινίας μας παρουσιάζεται περίπου στην μέση της αφήγησης, σε συνάντηση με φίλο επαναστάτη ιερωμένο μέσα στη φυλακή. Ένα ιδεολογικό μπραντεφέρ βλέπουμε, όπου ο Σαντς πιστεύει στην ελευθερία μέσω πράξεων ακτιβισμού και ο ιερωμένος στην ελευθερία μέσω πολιτικού λόγου και διπλωματίας. Εκεί, ο Σαντς ανακοινώνει στον ιερωμένο ότι ξεκινάει απεργία πείνας. Μάταια ο παπάς προσπαθεί να τον μεταπείσει. Σε ένα μακρόσυρτο 16λεπτο μονόπλανο, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να δώσει ιδεολογικό έρεισμα στην απεργία πείνας του ιρλανδού επαναστάτη, δίνοντάς του χώρο να εκφράσει τις απόψεις του περί δυναμικής αντίδρασης στην κατοχή της Βορείου Ιρλανδίας από τους Άγγλους. Θεωρώ κινηματογραφικό ατόπημα, όταν σε μια ταινία με φοβερή έλλειψη διαλόγων, που σε νοιάζει η ωμή απεικόνιση της κατάστασης των επαναστατών μέσα σε κρατική φυλακή με μόνο σου όπλο τις εικόνες, ξαφνικά κάπου στη μέση της ταινίας να πετάς μια σκηνή με ακατάσχετη λογοδιάρροια. Όταν, όμως, γνωρίζεις δυο πράγματα για την ιστορία της Βορείου Ιρλανδίας και τον άνισο αγώνα επαναστατών και πολιτικών για το αυτονόητο, την ελευθερία από την κατοχή των ξένων στη χώρα σου, τότε συγκινείσαι ακούγοντας το πάθος και των δυο επαναστατών για ελευθερία.
Η απεργία πείνας ξεκινάει, και σύντομα βλέπουμε τον Σαντς, εναλλακτικό Γκάντι της Ιρλανδίας, να έχει απομείνει ένα τσουβάλι κόκκαλα με δέρμα τριγύρω τους, με πληγές σε όλο του το κορμί, με ζωτικά όργανα που υπολειτουργούνε, με ένα σώμα που αρχίζει να λιώνει. Φαγητό τοποθετείται καθημερινά στο κελί του Σαντς στο νοσοκομείο της φυλακής, το οποίο επιστρέφεται ανέγγιχτο το επόμενο πρωί. Όταν ο Μπόμπυ Σαντς πετιέται από τους φύλακες στην μπανιέρα για μπάνιο, βλέπει στα χέρια του γιγαντόσωμου άγγλου φύλακα που τον φυλάει ένα τατουάζ με την ένδειξη «UDA», τα αρχικά του οργανωμένου ιρλανδικού επαναστατικού αγώνα: η απεργία πείνας έχει λειτουργήσει, πολλοί από τους άγγλους πολίτες –και δη δεσμοφύλακες- έχουν κατανοήσει τα δίκια των ιρλανδών και είναι πλέον υπέρ του αγώνα τους εναντίον του βρετανικού ιμπεριαλισμού.
Οι γονείς του Σαντς μεταφέρονται και διαμένουν ως επισκέπτες στη φυλακή που αργοσβήνει ο γιός τους, για να είναι μαζί του τις τελευταίες ημέρες. Και με την μητέρα του παρούσα, ένα κάποιο πρωινό, ο Σαντς σβήνει, μετά από 66 ημέρες απεργίας πείνας, έχοντας κάνει διάσημο παγκοσμίως το ζήτημα της κατοχής της Βορείου Ιρλανδίας.

Αποκαλύπτω το τέλος της ταινίας, επειδή αφενός είναι ένα ιστορικό γεγονός, κι αφετέρου πραγματικά δεν είναι αυτή η αγωνία που έχει κανείς βλέποντάς την.

Η σκηνοθεσία του Στηβ ΜακΚουίν είναι ταλαντούχα αλλά πρωτολειακή. Έχει πολλές αδυναμίες, υποπίπτει σε σημαντικά λάθη που κάνουν την αφήγηση να μην ρέει, κάνουν τον θεατή να καταλάβει ότι ο σκηνοθέτης της ταινίας αυτής είναι άπειρος, αλλά πολλά υποσχόμενος. Η ταινία βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ των Καννών με την Χρυσή Κάμερα πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, με BAFTA πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, και με πολλά άλλα βραβεία από κινηματογραφικά φεστιβάλ, είναι όμως μια άνιση ταινία, η οποία πραγματεύεται ένα θέμα πολύ δυνατό και συγκινητικό από μόνο του, και καταφέρνει με τα όσα προβλήματα αφήγησης να μεταδώσει έναν επαναστατικό καημό στον θεατή, μια γλυκόπικρη αηδία για τον ιμπεριαλισμό των κυβερνόντων τον κόσμο, πέραν από τον σε πηχτές δόσεις αποτροπιασμό για τις σκηνές ωμότητας και βίας, οι οποίες δύσκολα σου φεύγουν από το μυαλό.

Η ταινία απεμπόλησε την οποιαδήποτε ποιητικότητα, και περιορίστηκε σε ωμές σκηνές άκρατου ρεαλισμού, περιορίζοντας την αφήγηση σε μια αποστασιοποιημένη και ντοκιμαντερίστικη συρραφή των γεγονότων που την αποτελούν. Ο σκηνοθέτης σαφώς παίρνει θέση υπέρ της επανάστασης των Βορειοϊρλανδών, δεν παίρνει θέση όμως στην πρακτική της απεργία πείνας ως μέσω πίεσης. Δεν μας λέει την άποψή του. Είναι τελικά η απεργία πείνας ένα κοινωνικό μέσο ακτιβιστικής αντίδρασης, ή μήπως είναι μια αργόσυρτη συνεχής απειλή προς αυτοκτονία? Δεν ξέρω αν θα ήταν καλό να πάρει θέση στο ζήτημα, ξέρω όμως ότι θέλει να δημιουργήσει το ερώτημα αυτό στον θεατή, χωρίς να αναιρεί τίποτα από το ανδραγάθημα του Μπόμπυ Σαντς.

Η μουσική είναι ανύπαρκτη, βοηθώντας έτσι στην ένταση του ρεαλισμού των σκηνών που δείχνει. Δεν θέλει τίποτα τεχνητό, όπως μουσική και εφέ. Ο σκηνοθέτης θέλει όλα τα μέσα του να περιορίζονται στην ωμή αφήγηση σκληρών γεγονότων, και όλη η δύναμη της ταινίας να βγαίνει από αυτά.

Ο Μάικλ Φασμπέντερ, ακόμα κι αν αποφάσιζε να αποσυρθεί σήμερα από την υποκριτική τέχνη, θα έμενε στην ιστορία ως Μπόμπυ Σαντς. Μια από τις καλύτερες ερμηνείες του 2008, τόσο απλή κι εσωτερική που δένει άνετα και άκοπα στο σύνολο της ταινίας.
Ο έμπειρος Λίαμ Κάννινγκχαμ είναι καταπληκτικός ως Πατέρας Μόραν, στην μοναδική σκηνή που παρουσιάζεται, όπου επί ένα εικοσάλεπτο μονοπωλεί με τον δυναμικό διάλογό του με τον Μπόμπυ Σαντς.

Δυναμική, ωμή, σκληρή, αλλά και αργή και μεστή, το Hunger του Στηβ ΜακΚουίν θα μείνει στην ιστορία χάρη στο συγκινητικό ιστορικό γεγονός που περιγράφει, την εξαιρετική ερμηνεία του πρωταγωνιστή Μάικλ Φασμπέντερ, αλλά όχι χάρη στους σκηνοθετικούς χειρισμούς του δημιουργού της. Δείτε την για να ανακαλύψετε ότι δεν είναι μόνο η Ελλάδα –ευτυχώς- που έχει μεγάλους ήρωες.

Ο 20Ος ΑΙΩΝΑΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Τα πάθη των Ιρλανδών του εικοστού αιώνα και η πορεία τους για την ελευθερία από τους Άγγλους κατακτητές ξεκινούν από το 1916 με το διάσημο “Eastern Rising”, τον εγκλωβισμό μιας μερίδας Ιρλανδών επαναστατών στο τεράστιο κτήριο του ταχυδρομείου του Δουβλίνου, την καταστροφή του κτηρίου και την δολοφονία πολλών ιρλανδών επαναστατών, την οποία ακολούθησαν συλλήψεις και βασανιστήρια που δεν χωράνε σε ανθρώπου νου. Ανάμεσα στους συλληφθέντες και δυο πασίγνωστα ιστορικά πρόσωπα: ο Έαμον ντε Βαλέρα και ο Μάικλ Κόλινς.

Στην ταινία «Μάικλ Κολινς, ο επαναστάτης» ο κορυφαίος ιρλανδός σκηνοθέτης Νηλ Τζόρνταν ακολουθεί την ζωή του σπουδαίου επαναστάτη και πολιτικού, ο οποίος μετά την απελευθέρωσή του για τα συμβάντα του Easter Rising, οργανώνει αντάρτικο και επαναστατική οργάνωση εναντίον των βρετανών. Στον αντίποδα της επαναστατικής οργάνωσης, ο άλλος επαναστάτης, Έαμον ντε Βαλέρα, πρεσβεύει την επανάσταση μέσω του δημοκρατικού πολιτικού λόγου.
Ο IRA, ο επαναστατικό στρατός των Ιρλανδών, δολοφονεί 14 μέλη των μυστικών υπηρεσιών της Αγγλίας μια Κυριακή πρωί. Τα αντίποινα είναι άμεσα, όταν ο βρετανικός στρατός ανοίγει πυρ σε κατάμεστο στάδιο στο Κορκ της Ιρλανδίας κατά τη διάρκεια αγώνα.
Μετά από άπρακτες διπλωματικές αποστολές, τελικά η βρετανική κυβέρνηση καλεί την ιρλανδική αντιπροσωπεία στο Λονδίνο, για να εγκρίνουν την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας ως ελεύθερη χώρα εντός της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Η συμφωνία υπογράφηκε από τον εκπρόσωπο της Ιρλανδίας Μάικλ Κόλινς, ο ντε Βαλέρα όμως διαφώνησε, θέλοντας μια Ιρλανδία ελεύθερη, και ξεκίνησε αντάρτικο με τον IRA εναντίον Άγγλων και «αγγλόφιλων» Ιρλανδών, όπως θεωρούσε και τον Μάικλ Κόλινς. Ο τελευταίος γυρίζει στο Κορκ και ζητά συνάντηση με τον ντε Βαλέρα, λέγοντας «Ήταν πάντα ο αρχηγός μου. Θα πήγαινα και στην κόλαση αν μου το ζητούσε. Και μάλιστα, μπορεί και να έχω πάει ήδη». Εθνικιστές ιρλανδοί, χωρίς την έγκριση του ντε Βαλέρα, λένε στον Μάικλ Κολινς να πάει σε ένα πανδοχείο, όπου του στήνουν ενέδρα και τον σκοτώνουν.
Η σπουδαία αυτή ταινία κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1996 και το καστ της αποτελείται από τους Λίαμ Νίσον, Τζούλια Ρόμπερτς και Άλαν Ρίκμαν.

Η Πράξη της Ιρλανδικής Κυβέρνησης του 1920 έδωσε ελευθερία στην Νότια Ιρλανδία, δημιούργησε όμως το κράτος της Βόρειας Ιρλανδίας ως ξεχωριστό μέρος του νησιού, υπό την διακυβέρνηση του παλατιού.

Ο αγώνας των Ιρλανδών όμως μόλις είχε αρχίσει. Στην ταινία «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι» του Ιρλανδού Κεν Λόουτς, δυο αδέρφια κατατάσσονται στον IRA και συμμετέχουν στον ανταρτοπόλεμο των Ιρλανδών εναντίον των Άγγλων κατακτητών. Μετά το 1920, ο Ιρλανδικός Επαναστατικός Στρατός μάχεται για να αποτινάξει τον διακριτικό έλεγχο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας από την Ιρλανδία, αλλά και για την απελευθέρωση των αδερφών τους στην Βόρεια Ιρλανδία από την Αγγλική κατοχή. Μετά την παραχώρηση αυτονομίας στην Νότια Ιρλανδία το 1920, ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Ιρλανδών σκιαγραφείται από την επιλογή των δυο αδερφών: ο ένας δέχεται την Πράξη του 1920 σαν ένα πρώτο βήμα για την απελευθέρωση ολόκληρης της Ιρλανδίας (τακτικός στρατός). Ο άλλος απορρίπτει την Πράξη του 1920, θεωρώντας ότι με αυτήν παγιώνεται η διχοτόμηση της Ιρλανδίας σε Νότια και Βόρεια, θεωρεί ολόκληρη την Ιρλανδία ακόμα υπό αγγλική κατοχή και παλεύει για την ελευθέρωση ολόκληρης της Ιρλανδίας (επαναστατικός στρατός). Τα πάθη των Ιρλανδών που σφάζονται μεταξύ τους σκιαγράφονται με τρομερά χρώματα και η μάστιγα του εμφυλίου μεταξύ των ετών 1922-1923 ολοκληρώνεται με τον αποδεκατισμό των επαναστατών και την επικράτηση των δυνάμεων της Ιρλανδικής κυβέρνησης και του τακτικού στρατού.
Η ταινία αυτή θεωρείται η καλύτερη ταινία σχετικά με την ιστορία της Ιρλανδίας του 20ου αιώνα, τιμήθηκε με τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών και ανέδειξε το άστρο του ηθοποιού Σίλιαν Μέρφι.

Ο Επαναστατικός Στρατός των Ιρλανδών δεν σταμάτησε την δράση του. Ο IRA στρατολογούσε στις παράνομες τάξεις του νεαρούς εθνικιστές με σκοπό την δολιοφθορά και τον ανταρτοπόλεμο εναντίον των Άγγλων της Βορείου Ιρλανδίας, σε μια εκτεταμένη περίοδο από τα τέλη των ’60 έως και το 1998, μια περίοδος που ονομάστηκε “The Troubles”. Κορύφωση των εξεγέρσεων και εχθροπραξιών στην Βόρειο Ιρλανδία ήταν η 30η Ιανουαρίου 1972, ημέρα γνωστή ως «Bloody Sunday». 26 νεαροί ειρηνικοί ακτιβιστές του Ιρλανδικού Επαναστατικού Αγώνα, ενώ διαδήλωναν στου δρόμους του Ντέρυ, πυροβολήθηκαν εν ψυχρό από Άγγλους αστυνομικούς.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν εντάχθηκαν στην προσπάθεια της Αγγλικής Κυβέρνησης να διασπάσει το επαναστατικό κίνημα των Ιρλανδών. Οι Ιρλανδοί επαναστάτες φυλακίζονταν μετά από δίκες – παρωδίες και περνούσαν τα πάνδεινα μέσα στα σωφρονιστικά ιδρύματα των Άγγλων. Οι Ιρλανδοί αντιδρούσαν ειρηνικά, με απεργίες πείνας εντός των φυλακών –πρώτο θύμα των απεργιών πείνας ήταν ο Μπόμπυ Σαντς της σημερινής ταινίας – και με ανταρτοπόλεμο και βομβιστικές επιθέσεις αυτονομιστών στους δρόμους.

Μια τέτοια βομβιστική επίθεση περιγράφει η ταινία του έτερου κορυφαίου Ιρλανδού σκηνοθέτη Τζιμ Σέρινταν «Εις το όνομα του πατρός». Νεαρός επαναστάτης συλλαμβάνεται τάχα επειδή έβαλε βόμβα σε παμπ που συχνάζανε άγγλοι αστυνομικοί, ανακρίνεται βίαια, υποχρεώνεται να ομολογήσει μια πράξη που δεν έκανε, φυλακίζεται και τραβάει τα πάνδεινα στην φυλακή Παρκ Ρουαγάλ.
Η ταινία κέρδισε την Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 1993 και ανέδειξε τον κορυφαίο λονδρέζο ακτιβιστή - ηθοποιό Ντάνιελ Ντέυ-Λιούις.

Τρεις ταινίες που αναδεικνύουν την αγωνία και τις προσπάθειες ενός λαού για ανεξαρτησία, τα δεινά των μικρών καθημερινών αφανών ηρώων ενός πολέμου που κρατάει ακόμα και σήμερα, το 2011, και εμπνέει την υπομονή, την μεθοδικότητα και την ομοψυχία των καταπιεσμένων ενάντια στους καταπιεστές.