Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

MovieReactor: MONEYBALL (2011)

MONEYBALL (2011)
Ή ΚΛΙΣΈ ΜΕ ΤΟ ΓΑΝΤΙ (ΤΟΥ ΜΠΕΫΖΜΠΟΛ)

Δεν λέω, κοντεύουν τα Χριστούγεννα και αυτό προκαλεί μια παρορμητική ή και καταπιεσμένη κατάθλιψη στον μέσο έλληνα. Οι αιτίες λίγες και απόλυτα συγκεκριμένες, και η τελευταία απόδειξη της ύπαρξής τους, όταν παίρνεις στα χέρια σου την απόδειξη του ΑΤΜ έξω από την τράπεζα, όπου υποκύπτεις στην μαύρη καντίφλα και απογοήτευση από το επίδομα Χριστουγέννων, ή αλλιώς πουρ μπουάρ Χριστουγέννων. Κι αυτό, αν έχεις δουλειά. Ένας ωραίος τρόπος να κουκουλώσεις για κανα δίωρο αυτές τις έγνοιες είναι η παρακολούθηση μιας ταινιούλας. Κι από αυτές ουκ ολίγες, ειδικά τώρα που ελισσόμαστε στις στροφές του αγώνα για να βγούμε στην τελική ευθεία για τα χρυσά βραβεία της Αμερικάνικης Ακαδημίας Τεχνών. Όμως, η σημερινή ταινία δεν είχε όρους φόρμουλας 1. Είχε όρους μπέυζμπολ.

Αποτυχημένος παίχτης, φέρελπις προπονητής (Μπραντ Πιτ) μιας ομάδας μπέυζμπολ, προσπαθεί με συγκαταβατική διάθεση να συνεννοηθεί με την ομάδα των ηλικιωμένων σκάουτερς για τους παίχτες που θα προσπαθήσουν να φέρουν στην ομάδα την μετεγγραφική περίοδο. Μέχρι που η ασυνεννοησία και το χαμηλό μπάτζετ της ομάδας τον οδηγεί στην απόφαση να προσλάβει ένα φρικιό με τους υπολογιστές και τα στατιστικά, έναν νεαρό χοντρούλη διδακτορικό οικονομολόγο, ο οποίος του προτείνει παίχτες θαμμένους στα αζήτητα και φυσικά φτηνούς. Στις προπονήσεις προετοιμασίας πριν από την έναρξη της σεζόν, οι παίχτες αυτοί φαίνονται οκνηροί. Στα πρώτα ματς της σεζόν χάνουν με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού, και η πίεση που ασκείται στον προπονητή και τον στρουμπουλό βοηθό του είναι μεγάλη και τους επηρεάζει και στην προσωπική τους ζωή. Όταν, όμως, μπαίνει στο κόλπο το ναρκωμένο αθλητικό κριτήριο του Μπραντ, η ομάδα ανακάμπτει και σπάει τα ρεκόρ το ένα μετά το άλλο. Άραγε θα του κρατήσει το σερί μέχρι και τον τελικό?

Ο φέρελπις σκηνοθέτης Μπένετ Μίλλερ υπογράφει μια ταινία λυρική, ώριμη αλλά με έλλειψη κεντρικού περιεχομένου, όπως θα δούμε παρακάτω.

Μετά από την πιο πρόσφατη ήττα της ομάδας του, ο προπονητής και αφεντικό του αθλητικού τμήματος της ομάδας Μπράντ Πητ συναντιέται με το οικονονμικό αφεντικό της ομάδας και του ζητάει μεγαλύτερο μπάτζετ, αφού άλλωστε πρέπει να αντικαταστήσει τρεις πολύ σημαντικούς παίχτες που φεύγουν από την ομάδα. Το μπος του λέει όχι με πολύ εύσχημο τρόπο κι εκείνος απευθύνεται στην ομάδα σκάουτινγκ για να δούνε όλοι μαζί ποιους παίχτες θα αγοράσουν για την νέα σεζόν με αυτό το μειωμένο μπάτζετ που έχουν.
Όταν ο Πητ αρχίζει και χτυπάει τις πόρτες των μάνατζερ άλλων ομάδων για να αγοράσει παίχτες, συναντά έναν νεαρό απόφοιτο του Γέυλ, ο οποίος επεξεργάζεται τα στατιστικά στοιχεία παιχτών και εντοπίζει νεαρά ταλέντα ή αξιολογεί με ένα δικό του σύστημα στην αξία παιχτών, οπότε ανακαλύπτει τους υποτιμημένους ταλαντούχους παίχτες και τους προτείνει στον προπονητή μιας ομάδας. Αυτές τις υπηρεσίες τις επιθυμεί ο Πητ και τον προσλαμβάνει ως το δεξί του χέρι.

Οι γεροντότεροι γυμναστές και σκάουτερς της ομάδας του Πητ δεν δέχονται ευχάριστα την πρόσληψη του καινούριου βοηθού του, δεν θέλουν να λάβουν μέρος στην προσπάθεια εκσυγχρονισμού του τρόπου που αντιλαμβάνονται το παιχνίδι εκείνοι που το δημιουργούν. Βλέποντας τον στρουμπουλό και αδέξιο βοηθό να τριγυρίζει με τον Πητ παντού μέσα στο γυμναστήριο του σταδίου και να ασχολείται με θέματα στα οποία εκείνοι έχουν αφιερώσει τη ζωή τους, νιώθουν παραμελημένοι, ευνουχισμένοι και άχρηστοι. Εκπρόσωπός τους σεναριακά ο ηλικιωμένος γυμναστής Φίλιπ Σέυμουρ Χόφμαν, θλιβερή ανάμνηση μιας τρομερής ερμηνείας ως Τρούμαν Καπότε στην ομώνυμη ταινία, ο οποίος χρησιμοποιείται για δέκα λεπτά και για τρεις ατάκες.

Στη συνέχεις μαθαίνουμε για την οικογενειακή κατάσταση του Πητ. Χωρισμένος με την Ρόμπιν Ράιτ (πεντάλεπτη συμμετοχή στην ταινία) και με μια δωδεκάχρονη κόρη να τον αγαπάει και να τον ειδωλοποιεί, ο Πητ αισθάνεται πολύ καλύτερα όταν βρίσκεται με την πρώην οικογένειά του παρά με τους συνεργάτες και τους παίχτες του στο γήπεδο. Εκεί θέλει να μείνει, εκεί θέλει να γεράσει, εκεί θέλει να δει τον αγώνα της ομάδας του από την απόσταση που του προσφέρει απλόχερα η τηλεόραση. Σε αυτό συμβάλλει η καλή στάση που έχει απέναντί του η πρώην γυναίκα του και ο νυν σύζυγός της.

Όμως ο Πητ θα συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του πλέον είναι στο γήπεδο. Όταν η ομάδα δεν φέρνει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα στην αρχή της σεζόν, οι Κασσάνδρες επιβεβαιώνονται, το προπονητικό τημ γυρνάει και γελάει με τον προπονητή και τον τσουπωτό βοηθό του και η προσωπική ζωή του Πητ επηρεάζεται από το άγχος της αποτυχίας. Εκεί, η κόρη του αναρωτιέται αν ο μπαμπάς της θα κρατήσει τη δουλειά του ή θα απολυθεί και θα χρειαστεί να μετακομίσει για να βρει δουλειά αλλού. Εκείνος την καθησυχάζει κι εκείνη του τραγουδά ένα τραγούδι για να τον εμψυχώσει.

Παρά τα καθησυχαστικά ψέματα του μπαμπά, η καρέκλα του όντως αρχίζει να τρίζει. Το περίεργο στυλ προπόνησης που εφαρμόζει ο Πητ συμπεριλαμβάνει και την πλήρη απουσία του από τον πάγκο κατά τη διάρκεια του αγώνα. Όσο οι παίχτες του παίζουν μπέυζμπολ στον αγωνιστικό χώρο, εκείνος είτε είναι στο γυμναστήριο του γηπέδου και γυμνάζεται, είτε τρώει σνακ και ακούει μουσική, είτε είναι σε βόλτα με την κόρη του. Η απουσία του, όμως, οδηγεί σε περαιτέρω αποτυχίες και σε μια διαρκή γκρίνια των γυμναστών και της διοίκησης. Υπό το βάρος αυτού του άγχους ο Πητ αρχίζει να δρα. Ξεκουνιέται από την επινοημένη ασφάλεια που του παρέχουν τα στατιστικά στοιχεία και οι αναλύσεις του χοντρούλη βοηθού, και αποφασίζει να βάλει το αθλητικό του δαιμόνιο σε δράση. Στην καλύτερη σκηνή του έργου, ο Πητ και ο βοηθός του βρίσκονται σκυμμένοι πάνω από ένα τηλέφωνο και σε ανοιχτή συνομιλία προσπαθούν να ανταλλάξουν παίχτες με τους μάνατζερ άλλων ομάδων. Τελικά τα καταφέρνουν.

Ξεκινά να συμμετέχει ενεργά στην ομάδα κατά τη διάρκεια των αγώνων, και να προσφέρει ηθική υποστήριξη στους παίχτες του, είτε αυτό σημαίνει βρίσιμο μετά την ήττα είτε επαίνους μετά από νίκη. Οι νίκες ξεκινούν να διαδέχονται η μία την άλλη, σπάζοντας τελικά το ρεκόρ και σημειώνοντας 20 συνεχόμενες νίκες. Η ομάδα αναπτερώνεται και φτάνει σιγά σιγά μέχρι τον τελικό των δυτικών πολιτειών. Πριν από τον μεγάλο αγώνα οι ετοιμασίες είναι πυρετώδεις, οι ψυχολογικές ατάκες για το ηθικό των παιχτών δίνουν και παίρνουν και ο Μπραντ Πητ ετοιμάζεται για πανηγυρισμό, ο οποίος όμως ποτέ δεν έρχεται αφού η ομάδα χάνει.

Τελικά, όμως, παρά την ήττα της ομάδας, ο προπονητής και ο βοηθός του απέδειξαν την ορθότητα του συστήματος που εφαρμόσανε στην ομάδα. Ως επιβράβευση, έρχεται μια παχυλότατη πρόταση από μια μεγάλη ομάδα της Βοστώνης προς τον Πητ, την οποία εκείνος, ως γνήσιος αμερικάνος λεβέντης και καραμπουζουκλής που κοιτάει μόνο την ηθική του αθλήματος και έχει γραμμένα τα λεφτά και ενδιαφέρεται μόνο για το μέρος που φωλιάζει η καρδιά του και το μέρος που θεωρεί σπίτι του κλπκλπκλπκλπκλπκλπ, αρνείται!

Κι εκεί είναι που το σενάριο της ταινίας έδωσε μια και έχυσε την καρδάρα με το γάλα της ποιοτικής επιτυχίας που προσπαθούσε κάπως να γεμίσει. Είναι εκεί που βασιλεύει το αμερικάνικο κλισέ, ενθρονίζεται το αμερικάνικο τετριμμένο ιδεώδες και ανεβαίνει κάτι στον οισοφάγο μου. Ήμουν σίγουρος ότι μια ταινία που έχει κεντρικό θέμα ένα άθλημα στην Αμερική δεν θα μπορούσε να αποφύγει τα απεχθή κλισέ τύπου: μια ομάδα που πάει χάλια και μετά βελτιώνεται και τους παίρνει όλους σκούπα, ένας τελευταίος κρίσιμος αγώνας που όλοι αγωνιούν να τον δουν, μια απόφαση ενός σταρ που θυσιάζει τα χρήματα για να μείνει στην ομάδα της καρδιάς του. Απλώς εκνευρίζομαι όταν επιβεβαιώνομαι.
Ο Μπένετ Μίλλερ θέλησε να σκηνοθετήσει με τέτοιον τρόπο ώστε να τον πούνε «ο νέος Κλιντ Ίστγουντ». Αντέγραψε με μεγάλη αδηφαγία τεχνικές και τρόπους ανάπτυξης του υλικού του από τον σπουδαίο δάσκαλο, χρησιμοποίησε αργά αλλά μεστά πλάνα, μουσική με μια κιθάρα και μια φωνή, μινιμαλιστικό ύφος, σχετικά σκοτεινό φακό στην κάμερα και δυο ηθοποιούς που μπορούσαν να ελέγξουν την δραματουργική εξέλιξη των ρόλων τους. Το κακό είναι ότι όλα τα παραπάνω ο σκηνοθέτης τα αξιοποίησε σαν μαθητευόμενος, όχι σαν δημιουργός. Έπεσε σε κάθε μια από τις παγίδες που του βγήκαν στον δρόμο του, έστησε τόσο κοινότυπα έναν χώρο που τοποθέτησε την εξέλιξη της ιστορίας του, απέτυχε παταγωδώς στην προσπάθεια να δείξει τους δυο πρωταγωνιστές να αλληλεπιδρούν, δεν έδωσε κανένα ιστορικό στοιχείο από την αληθινή ιστορία που είχε στα χέρια του, και μας προσέφερε μια ταινία που απευθύνεται αποκλειστικά σε αμερικάνικο κοινό.
Σε αυτό που αξίζει να σταθώ είναι η αλληλεπίδραση των δυο πρωταγωνιστών. Ενώ το βιβλίο που βασίστηκε η ταινία περιγράφει την σχέση των δυο ηρώων με πολύ ζωηρά χρώματα, η ταινία παραλείπει επιδεικτικά να δείξει την φιλική τους σχέση, κάτι που θα είχε και το μεγαλύτερο ηθογραφικό ενδιαφέρον. Όταν παίρνεις δυο τύπους με εντελώς άσχετα αντικείμενα εργασίας και τους τοποθετείς σε ένα κοινό εργασιακό περιβάλλον, αυτό που περιμένεις είναι να δεις πώς θα εξελιχθεί η χημεία τους. Στην ταινία η χημεία αυτή απουσίαζε εντυπωσιακά, όχι επειδή οι ηθοποιοί δεν μπορούσαν να την αναδείξουν, αλλά επειδή ο σκηνοθέτης δεν έριξε ένα κάποιο βάρος εκεί. Μοιραία, οι χαρακτήρες περιορίστηκαν στην μονοδιάστατη αλληλεπίδραση με όλους τους άλλους ήρωες της ταινίας, καθιστώντας τους ήρωές τους κολοβούς, κάτι που μπορεί να τους στοιχίσει και το όσκαρ.

Αυτό όμως που ο σκηνοθέτης παιδιάστικα προσπάθησε να κάνει και του ψιλο-βγήκε είναι η καταγγελία ότι το μπέυζμπολ και γενικά τα αθλήματα έχουν γίνει απρόσωπες Α.Ε., και τριγυρίζουν γύρω από το χρηματικό κέρδος. Στην αρχή της ταινίας βλέπουμε σκηνές από έναν πραγματικό αγώνα και μόλις σκοτεινιάζει η σκηνή και μαυρίζει η οθόνη, παρουσιάζονται αριθμοί από δύο τεράστια ποσά σε δολάρια –το ένα πολύ μεγαλύτερο από το άλλο - και μπαίνει ανάμεσά τους το σηματάκι “vs”. Τότε πάνω από τους αριθμούς των ποσών μπαίνουν τα ονόματα δύο ομάδων μπέυζμπολ. Με αυτό το όμορφο πλάνο ο σκηνοθέτης προσπάθησε να δείξει ότι, ενώ όλοι νομίζουμε ότι βλέπουμε ένα ματς μεταξύ δυο αθλητικών ομάδων, ουσιαστικά βλέπουμε ένα ματς μεταξύ δυο οικονομικών κολοσσών που έχουν εκτονώσει την οικονομική τους έπαρση αγοράζοντας πανάκριβους παίχτες, ως σημείο οικονομικής –ή και κατά Φρόυντ σεξουαλικής – επιβολής του ενός στον άλλον.

Σε γενικές γραμμές η ταινία παίρνει τον εαυτό της πολύ σοβαρά. Οι δραματικές σκηνές της είναι υπερβολικά φορτισμένες και οι χαρακτήρες αντιδρούν πολύ βαριά σε καταστάσεις που – στην τελική – αφορούν απλά και μόνο ένα άθλημα. Και αυτό συντείνει και υποστηρίζει την άποψή μου ότι είναι αδιάφορη η ταινία αυτή για κοινό εκτός Αμερικής. Όταν ο ευρωπαίος μαστίζεται από την αγωνία της απόλυσης και ο έλληνας είναι ήδη άνεργος, δεν μπορεί να μου παρουσιάζει ο αμερικανός ότι είναι στεναχωρημένος και βαρύς κι ασήκωτος και αναταράσσεται ψυχολογικά όταν οι παίχτες του δεν παίζουν καλά στο γήπεδο ή να τον δείχνει να απορρίπτει προσφορά πολλών εκατομμυρίων επειδή συναισθηματικά είναι ταγμένος στην προηγούμενη ομάδα του. Έτσι, η ταινία αυτή, μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο που προβάλλεται, ουσιαστικά αυτοαναιρείται.

Ο Μπραντ Πητ είναι εντυπωσιακός. Έχει την ώριμη αύρα ενός πρώην ζεν πρεμιέ, και κάποια από τα ερμηνευτικά μέσα παλαιών κορυφαίων, τα οποία και αξιοποιεί . Ο χαρακτήρας που δημιουργεί είναι πολυεπίπεδος, με συναισθηματικά ανεβοκατεβάσματα, ωραία εκφορά λόγου και ώριμο βλέμμα. Σίγουρη υποψηφιότητα για τα όσκαρ που έρχονται, να δούμε αν θα μπορέσει να το αποσπάσει.
Ο ευτραφής κωμικός Τζόνα Χιλλ είναι πάρα πολύ καλός ως νεαρός βοηθός του Πητ, άσχετος με το μπέυζμπολ, αλλά χρήσιμος με την αξιολόγηση στατιστικών στοιχείων. Με λεπτές κωμικές προεκτάσεις και ύφος ξαφνιασμένο και κωμικά απορημένο , ο Χιλλ χτίζει έναν ήρωα που είναι προφανώς έξω από τα νερά του, με επιθυμία για αναγνώριση από τους τριγύρω του.
Παρά τους δυο διάσημους δευτεραγωνιστές ηθοποιούς που συμπεριλαμβάνει η παραγωγή στο δυναμικό της, αυτοί κάνουν ένα ολιγόλεπτο πέρασμα χωρίς να είναι δυνατή η αξιολόγησή τους ερμηνευτικά.

Μια ταινία συμπαθής, ευχάριστη, ζωντανή, η οποία φαντάζει σαν έργο μαθητευόμενου σκηνοθέτη, με πολλά στοιχεία δανεισμένα από άλλους δημιουργούς, χωρίς ένα δικό της στυλ, με πολλά κλισέ, δυο πολύ δυνατές ερμηνείες και ένα κοινωνικό σχόλιο αρκετά εμφανές, δεν ξέρω αν αξίζει κανείς να την δει οπουδήποτε αλλού παρά στο σπίτι του, με μικρή παρέα, πίτσα, κουβέρτα στα πόδια και κρασί.