Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Movie Reactor: ONCE (2006)

ONCE (2006)
ή ΛΙΓΟ ΑΛΑΤΙ ΠΑΡΑΚΑΛΩ…

Σύγχρονο ευρωπαϊκό σινεμά σήμερα, με μια ταινία από την Ιρλανδία, δαφνοστεφανωμένη με το Όσκαρ τραγουδιού και με ιδιαίτερα υψηλές βαθμολογίες σε διάφορες κινηματογραφικές ιστοσελίδες.

Νεαρός ιρλανδός, απασχολούμενος στην επιχείρηση του μπαμπά του, ζώνεται τα απογεύματα την κιθάρα του και τριγυρίζει στην Γκράφτον Στρητ του Δουβλίνου παίζοντας τα τραγούδια του για τους περαστικούς. Περαστική από μπροστά του ένα απόγευμα, μια φτωχή δουλευταρού Τσέχα εντυπωσιάζεται από τη γλυκύτητα των τραγουδιών του, του πιάνει την κουβέντα και του αποκαλύπτει ότι είναι και η ίδια μουσικός κι ότι δουλεύει σε κατάστημα που πουλάει πιάνα και άλλα μουσικά όργανα. Οι δυο τους πάνε στο μαγαζί αυτό, παίζουν και τραγουδούν μαζί το χιτ του νεαρού και προσπαθούν πλατωνικά να υποστηρίξουν ο ένας τον άλλον. Ηχογραφούν με συνεργάτες μουσικούς ένα ντέμο, εξιστορούν ο ένας στον άλλον σε τίτλους τη ζωή τους, επικοινωνούν ψυχικά, πνευματικά αλλά ποτέ σωματικά, λόγω των υποχρεώσεων της κοπελίτσας και τελικά ο καθένας κυνηγά το όνειρό του με διαφορετικούς τρόπους και χωριστά.

Συμπαθής λόου μπάτζετ παραγωγή, που χρησιμοποιεί με ωραίο τρόπο τα όμορφα αστικά τοπία του Δουβλίνου. Συννεφιά, με έναν δειλό ήλιο να ψευτο-ξεπροβάλλει μια δυο φορές, πάρα – πάρα πολλή μουσική και δυο τρεις ωραίες σκηνές, όπου η σιωπή είναι πολύ πιο ομιλητική από τις λέξεις. Όμορφη ιστοριούλα για έναν πλατωνικό έρωτα, ή περισσότερο για δυο άτομα που συναντήθηκαν τυχαία, άντλησαν δύναμη ο ένας από τον άλλον, και μετά μοιραία αποχαιρετίστηκαν.

Ποτέ δεν μαθαίνουμε τα ονόματά τους. Μάλλον επειδή ο σκηνοθέτης επιλέγει να μας δείξει ότι αυτή η ιστοριούλα είναι πανανθρώπινη, και ότι απλά αυτοί οι δύο χαρακτήρες είναι απλά ένα όχημα για να μας δείξουν μια έκφανση των ανθρώπινων σχέσεων. Δεν θέλει να μας κάνει να δεθούμε με τους ήρωες δίνοντάς μας τα ονόματά τους. Θέλει να δεθούμε με τις καταστάσεις όπου βρίσκονται οι δυο ήρωες αυτοί.

Ο νεαρός είναι ένα καταπιεσμένο μουσικό ταλέντο, αναγκάζεται να δουλέψει σε μια δουλειά που δεν του προσφέρει παρά μόνο τα προς το ζην, και τα απογεύματα εκτονώνει τα καταπιεσμένα πάθη του παίζοντας μόνος του σαν ζητιάνος στο πεζοδρόμιο της Γράφτον Στρητ. Η καλλιτεχνική φύση του δεν αντέχει να υποτάσσεται στους κανόνες του εμπορίου που καθορίζουν την οικογενειακή επιχείρηση που δουλεύει, παρόλ’ αυτά δουλεύει αδιαμαρτύρητα δίπλα στον πατέρα του, προσπαθώντας πάντα να φοράει ένα όμορφο χαμόγελο για να μην τον κακοκαρδίζει αλλά και για να μην είναι αχάριστος, αφού τουλάχιστον με τη δουλειά αυτή βρίσκει ένα κομμάτι ψωμί κι ένα ζεστό πιάτο φαί στο σπίτι.

Αντίστοιχα η νεαρή τσέχα είναι μια οικονομική μετανάστρια από την πατρίδα της. Έχει αφήσει την ζωή της εκεί και έχει πάει στο Δουβλίνο σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής για εκείνην και για όσους οφείλει να συντηρεί. Ήδη από την ιδιότητά της ως μετανάστρια καταλαβαίνουμε ότι κι εκείνη είναι καταπιεσμένη, φοράει όμως κι εκείνη με χαρά ένα όμορφο χαμόγελο, δεν θέλει να είναι αχάριστη με τη ζωή της, καθώς αμείβεται καλά για μια τίμια δουλειά που κάνει και μπορεί έτσι να φέρει ένα κομμάτι ψωμί και ένα ζεστό πιάτο φαί στο σπίτι της.

Συναντιούνται τυχαία. Καλλιεργεί ο ένας στον άλλον μια ιδιότυπη έλξη. Ποτέ δεν εκφράζουν συναισθήματα, παρά μόνο μια φορά. Στα τσέχικα. Τώρα που το σκέφτομαι, όμως, ίσως ποτέ να μην είχαν ανάγκη και ο ένας και ο άλλος για ερωτικό σύντροφο. Ίσως απλά να είχαν ανάγκη να ακουμπήσουν για λίγο ο ένας στον άλλον, όπως ακουμπά ο τζόγκερ σε ένα παγκάκι για να πάρει δυνάμεις. Σαν δυο πύργοι που πέφτουν προς το πλάι, ακουμπά η κορυφή του ενός στην κορυφή του άλλου κι έτσι γλυτώνουν την πτώση. Έτσι βρίσκουν την δύναμη να προχωρήσουν ο καθένας στα καθήκοντα και σε ό,τι έχει καθορίσει ως προτεραιότητα στη ζωή του. Η πλατωνική αυτή σχέση που αναπτύσσουν είναι πιο ειλικρινής από μια τυχόν ερωτική σχέση που θα μπορούσαν να συνάψουν, διότι καταφέρνει να τους εξελίξει ως ανθρώπους, να τους βοηθήσει πρακτικά στην καθημερινότητα της ζωής τους, χωρίς τις όποιες παράλογες δεσμεύσεις –τροχοπέδη κάποιες φορές για την εξέλιξη του ατόμου- φέρει μια ερωτική σχέση.

Πέρα απ’ αυτά, όμως, βλέπει κανείς δυο ανθρώπους να επικοινωνούν. Επικοινωνούν με τα βλέμματα, με τα λόγια, με τις χειρονομίες, με μια απλή βόλτα με μοτοσακό. Αυτοί οι δύο άνθρωποι είναι πλασμένοι για να επικοινωνούν μεταξύ τους, χωρίς ιδιαίτερες λεξιλογικές αναλύσεις. Είναι άνθρωποι με κοινά ενδιαφέροντα, με κοινούς φόβους, με κοινές αιτίες «καταπίεσης», με την ίδια αποδοχή από την κοινωνία στην οποία ζουν. Ο ένας έχει βρει τον άνθρωπό του, το δοχείο εκείνο, όπου θα ρίξει τα άγχη του και θα λάβει υποστήριξη, χωρίς να χρειάζεται πολύωρη ανάλυση τύπου ντιβανο-ψυχανάλυση. Το δώρο του νεαρού προς την κοπελίτσα στο τέλος της ταινίας είναι σύμβολο ευγνωμοσύνης, αλλά και ανάμνησης της αιτίας για την οποία βρέθηκαν και επικοινώνησαν αυτοί οι δυο άνθρωποι μεταξύ τους.

Όλο αυτό το πλήρες και έξυπνο σενάριο ντύνεται ερασιτεχνικά από την κινηματογράφηση του Τζον Κάρνεϋ, άγνωστου σε μένα σκηνοθέτη, ο οποίος αξιοποιεί αρκετά όμορφα τα αστικά τοπία του Δουβλίνου, όμως δεν καταφέρνει να είναι συνεπής με το κινηματογραφικό στυλ που επιλέγει. Κάμερα στον ώμο, ενώ η ιστορία δεν χρειάζεται τέτοιου είδους κινηματογράφηση, εντελώς διαστρεβλωμένη οπτική της σύγχρονης κινηματογραφικής ελευθερίας, σκηνές που χρειαζόταν να ξαναγυριστούν, αδέξιο μοντάζ και ένα συνεχές κόπυ-πέιστ από μουσικά κομμάτια, λες και θέλει να διαφημίσει την μπάντα που τα συνέθεσε.

Οι υποκριτικές ερμηνείες είναι κακές, αλλά όχι ενοχλητικές. Απλώς καταλαβαίνουμε γιατί οι πρωταγωνιστές είναι μουσικοί και όχι ηθοποιοί.

Ενοχλητική, όμως, είναι η μουσική: άνευρη, ανούσια, ανάλατη, επιτηδευμένα θλιμμένη, σε στυλ «γιατί να γεννηθώ φτωχός, θε μου» ή «γιατί δεν με θέλει πια, μπουχου…».

Συνοψίζοντας, η ταινία αυτή είναι μια συμπαθητική επιλογή για μεσημέρι σαββάτου, όχι όμως για βράδυ. Το πλήρες σενάριο παγιδεύεται σε τεχνικές, μουσικές και ερμηνείες που χρειάζονται μια γερή πρέζα αλάτι για να νοστιμίσουν.