THE GHOST WRITER (2010)
Ή ΒΡΕΧΕΙ ΚΑΥΤΕΣ ΠΑΤΑΤΕΣ
Χαμένος στα βουνά της Πίνδου, με ορίζοντα την ξερή χειμωνιάτικη φύση της βουνοπλαγιάς και περικυκλωμένος από βαριά συννεφιά, αποφάσισα να δω μια ταινία με παρόμοιο σκηνικό. Φυσικά, ήξερα ότι τέτοιος καιρός και κλίμα βρίσκεται μόνο σε αγγλική ταινία. Με την έγκυρη υπογραφή του Ρόμαν Πολάνσκι ως δημιουργού, ήξερα ότι η ταινία που διάλεξα δεν θα με απογοήτευε. Όπως κι έγινε. «Ο αόρατος συγγραφέας»:
Φρεσκοπετυχημένος νέος συγγραφέας (Γιούαν Μακ Γκρέγκορ) αναλαμβάνει να γράψει την βιογραφία του βρετανού πρώην πρωθυπουργού (Πηρς Μπρόσναν). Μαζεύει τα μπογαλάκια του, πηγαίνει στην υπερσύγχρονη σιδηρόφραχτη έπαυλη του βαθύπλουτου πολιτικού και ξεκινάει να συγκεντρώνει αναμνήσεις από την ζωή του. Η έρευνά του, όμως, συνοδευόμενη από μια συνεχή καταρρακτώδη βρετανική βροχή, τον οδηγεί μπροστά σε ερωτηματικά, τα οποία η νοσηρή του περιέργεια δεν μπορεί να αφήσει αναπάντητα. Ξεκινά να ψάχνει απαντήσεις καλά θαμμένες και καταλήγει να βρεθεί στην δίνη μιας πλεκτάνης, όπου ανακατεύονται σπουδαία προσώπατα και διεθνείς οργανισμοί. Όταν όμως ακουμπά την αλήθεια, κάποιοι αρχίζουν κι ενοχλούνται. Και δεν είναι καθόλου ειρηνικοί…
Η υπογραφή του κορυφαίου πολωνού σκηνοθέτη Πολάνσκι είναι αρκετή εγγύηση για να περιμένεις μια τουλάχιστον καλή ταινία. Η συγκεκριμένη ταινία, όμως, ξεπερνά τον απλό χαρακτηρισμό «καλή», οδηγώντας μας στην ιστορία ενός απλού και φιλήσυχου ανθρώπου, ο οποίος σιχαίνεται τις μεγάλες συγκινήσεις και θέλει την ήσυχη και απλή ζωή που έχει επιλέξει, παρακινείται όμως από την σπουδαία ευκαιρία που του δίνεται και συμφωνεί να γίνει η πένα των σκέψεων ενός διάσημου πολιτικού. Είναι χαρακτηριστική η απροθυμία του ήρωά μας να αναλάβει αυτό το εγχείρημα, φαίνεται σαν να προβλέπει τα δεινά που πρόκειται να περάσει, τελικά όμως πείθεται, σηκώνει τα μανίκια, μετακομίζει στην πολυτελή έπαυλη του πρώην πρωθυπουργού και ξεκινά το γράψιμο.
Η έπαυλη του πολιτικού βρίσκεται σε ένα θέρετρο απομακρυσμένο από το πολύβουο Λονδίνο, δίπλα στην ακροθαλασσιά, να την χτυπάει το κύμα. Φτιαγμένη σε σύγχρονο στυλ, γεμάτη μπαλκονόπορτες και τζάμια, αλλά με πυκνή, αλμυρή θαλασσινή συννεφιά, η έπαυλη αποτελεί καταθλιπτικό καταφύγιο για τον πολιτικό, ένα τεράστιο high tech κλουβί για έναν άνθρωπο που κρύβει πολλά και σημαντικά μυστικά.
Ο συγγραφέας προσπαθεί να προσαρμοστεί στο καινούριο του περιβάλλον και αντλεί έμπνευση αγναντεύοντας την σκούρα και συννεφιασμένη θάλασσα από το δωμάτιό του, προσπαθώντας να οργανώσει τις πληροφορίες που αντλεί από τις καθημερινές συζητήσεις που έχει με τον πρώην πρωθυπουργό. Ξεκινάει με συγκρατημένο ενθουσιασμό, όμως καταλήγει σχεδόν σε κατάθλιψη, όταν βλέπει ότι αυτά που γράφει και ο τρόπος που γράφει δεν αρέσουν στον πελάτη του.
Όταν ξαφνικά, στην προσπάθειά του να αναδείξει το ανθρώπινο πρόσωπο ενός πρωθυπουργού χτυπημένου από τα μίντια, βλέπει ότι υπάρχουν φίλοι στενοί, αλλά πανίσχυροι, βλέπει σχέσεις κι επικοινωνίες που δεν είναι σύννομες. Ξεκινάει με αγωνία μια προσωπική έρευνα για το παρελθόν του πρώην πρωθυπουργού, και καταλήγει σε χαμένα πρόσωπα, απομακρυσμένες επαύλεις, ερειπωμένα μοτέλ, σέξυ γυναίκες και πληρωμένους δολοφόνους. Καθώς προχωράει στην ξεδίπλωση του μυστηρίου, αρχίζει να φοβάται για την ζωή του – και όχι άδικα. Τελικά, λύνει το μυστήριο, ανακαλύπτει καλά κρυμμένα μυστικά, τα οποία προσπαθεί να αποκαλύψει στο ευρύ κοινό, και πλέον το μόνο που απομένει είναι να δούμε αν τελικά θα μπορέσει να το κάνει.
Το απροσδόκητο φινάλε κλείνει εξαιρετικά την ιστορία, υπενθυμίζοντάς μας ότι ο απλός άνθρωπος είναι τελικά ανίσχυρος μπροστά στις διαπλεκόμενες σχέσεις ισχυρών προσώπων. Φυσικά, περισσεύει να αναφέρω ότι η υπόθεση φωτογραφίζει καθαρά έναν υπαρκτό και πολύ πολύ συγκεκριμένο πολιτικό της Βρετανίας και τα γεγονότα που συνθέτουν το σενάριο είναι πολύ πολύ υπαρκτά και πραγματικά, ποτέ όμως δεν μπόρεσαν να αποδοθούν κατηγορίες σε συγκεκριμένο πολιτικό πρόσωπο.
Μυθοπλαστικά πλέον, ο Πολάνσκι δημιουργεί ένα σφιχτοδεμένο πολιτικό θρίλερ με ένα εξαιρετικό σενάριο. Πιο ώριμος από ποτέ, αφήνει την ιστορία να εξελιχθεί από μόνη της, να ανθίσει και τελικά να ωριμάσει σαν καλό κρασί. Και η συνταγή πετυχαίνει. Ο θεατής μένει απόλυτα ικανοποιημένος, βλέποντας ένα θρίλερ να ξεδιπλώνεται μπροστά του, έχοντας την εμπιστοσύνη ότι ο σκηνοθέτης δεν θα καταφύγει σε τεχνάσματα τύπου «ΜΠΟΥ!» για να τον κρατήσει σε αγωνία, παρά με χιτσκοκική χρήση του σασπένς θα τον υποβάλει και θα τον γεμίσει με ενδιαφέρον για την εξέλιξη. Βασικός πρωταγωνιστής της ταινίας είναι το φοβερό σενάριό της, το οποίο αναδεικνύει πλήρως ο σκηνοθέτης, χωρίς να επιθυμεί να γίνει εκείνος ο σταρ της ταινίας (ξαφνικά θυμήθηκα τον «Μαύρο Κύκνο» του Αρονόφκυ – τυχαίο…?). Έτσι απλά, χωρίς φανφάρες και στυλιζαρισμένες αηδίες, χτίζει μεθοδικά και με καταπληκτική δομή μια πλεκτάνη που αναπτύσσεται και κυκλώνει του ήρωες της ταινίας σαν ιστός αράχνης.
Βασικό πρωταγωνιστής, όμως, δεν είναι μόνο το σενάριο. Είναι και η βροχή. Η συνεχής συννεφιά και η βρόχα που τρώνε στην μάπα οι ήρωες συντελούν απόλυτα στο υποβλητικό κλίμα της ταινίας, θυμίζουν κάτι από τα παλιά κλασσικά θρίλερ και κάνουν στην ταινία πιο σκοτεινή. Η βαριά συννεφιά που τυλίγει την ταινία λειτουργεί όχι μόνο ως ένας έξτρα ήρωας που βοηθά στην εξέλιξη της υπόθεσης, αλλά και σαν ένα παραπέτασμα που κρύβει την αλήθεια από τα μάτια του πρωταγωνιστή. Βοηθά έτσι στην απόκοσμη απόκρυψη της αλήθειας, υποβάλλει τον θεατή και τον βυθίζει σε έναν κόσμο που προκαλεί δέος, σασπένς και τσιγκλά αρχετυπικούς φόβους του ανθρώπου.
Οι ερμηνείες είναι πολύ καλές συνολικά. Ο Γιούαν Μακ Κρέγκορ είναι γνωστό ότι είναι ένας σπουδαίος νέος ηθοποιός, ο οποίος με τις σωστές μανιέρες δίνει μια προσωπογραφία ενός απλού ανθρώπου, που βρίσκεται μπροστά σε μια τρομερή πλεκτάνη και προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους εμπλεκόμενους στα ίσα.
Τις λίγες φορές που βλέπουμε τον Πηρς Μπρόσναν, καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει και σε αυτόν υποκριτική φλέβα, η οποία θάφτηκε σε blockbuster ταινίες τύπου Τζέιμς Μποντ.
Τις καλές ερμηνείες συμπληρώνει η πολύ καλή Σαμάνθα του Sex & the city, Κιμ Κατράλ, ως η εξ απορρήτων γραμματέας του πρώην πρωθυπουργού, δυναμική, οργανωτική, bitch αλλά και σέξι.
Μια πολύ καλή ταινία, που δεν έλαβε την απαραίτητη προσοχή όταν παίχτηκε στους κινηματογράφους, σφιχτοδεμένη, με σασπένς, ατμόσφαιρα και καλές ερμηνείες, περιμένει να την γνωρίσετε. Δείτε την με μικρή παρέα, κρασί, finger food και οπωσδήποτε κουβερτούλα στα πόδια.
Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011
Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011
MovieReactor: The rite (Η τελετή - 2011)
Η ΤΕΛΕΤΗ (The rite 2011)
Ή ΜΠΙΖΕΛΟΣΟΥΠΑ ΜΕ ΠΡΟΣΟΥΤΟ
Για να αντέξει κανείς μια κρύα και βροχερή, γεμάτη κεραυνούς νύχτα, αποκλεισμένος και εγκλωβισμένος κάπου στα βουνά της Πίνδου, αυτό που πρέπει να κάνει είναι να προσαρμόσει τη διάθεσή του στις συνθήκες πουεπικρατούν τριγύρω του. Και αυτό γίνεται όταν σε μια τέτοια τρομακτική νύχτα, κατακλυσμένη από τα άγρια αλλά αγνά στοιχεία της φύσης, αποφασίζεις να δεις μια ταινία τρόμου. Κι αυτό έκανα κι εγώ. Έστω κι αν η ταινία δεν ανταποκρίθηκε στις υψηλές απαιτήσεις της νύχτας αυτής. «Η τελετή», του Μάικλ Χάφστρομ:
Νεαρός σέξυ παπάς (Κόλιν Ο’ Ντόναχ) αποφοιτά από την καλογερική σχολή και ταλαντεύεται αν θέλει να κρατήσει την νεκροεπιχείρηση του μπαμπά ή να ασχοληθεί με την ιεροσύνη. Οι σούπερ ντούπερ ύμνοι που διαβάζει σε μια μελλοθάνατη τύπισσα αναγκάζουν τον μεγαλοκαθηγητή του να τον προωθήσουν σε θέση εξορκιστή. Ο σέξυ παπάς αμπαλάρει τα μπογαλάκια του και την κάνει για Βατικανό, στη σχολή εξορκιστών. Εκεί, ο μέγας μαγίστρος / καθηγητής εξορκισμών αντιλαμβάνεται τα σούπερ ντούπερ προσόντα του σέξυ παπά και του προτείνει να πάει σε γέροντα εξορκιστή (Άντονυ Χόπκινς) που γνωρίζει όλα τα κόλπα… Ο γερο-παράξενος εξορκιστής του μαθαίνει πέντε – δέκα κολπάκια, τον καλεί σε ζωντανή επίδειξη εξορκισμού και τον αφήνει να συμμετάσχει σε εξορκισμό πνεύματος από σώμα εγκύου ιταλίδας. Οι επιπλοκές που ακολουθούν τον εξορκισμό αυτό, όμως, προβληματίζουν τον νεαρό παπά, ο οποίος επηρεάζεται και από τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ο τρόμος, όμως, κλιμακώνεται, όταν περίεργα πράματα αρχίζουν να συμβαίνουν στον νεαρό παπά, κυρίως σχετικά με την αλλόκοτη συμπεριφορά του γερο-εξορκιστή. Συμπεριφορά, η οποία αρχίζει να γίνεται από αλλόκοτη σε απόκοσμη…
Ο νεαρός σκηνοθέτης Μάικλ Χάφστρομ τρελαίνεται για τα θρίλερ. Το πρόβλημα είναι ότι σκηνοθετεί την μια πατάτα πάνω στην άλλη. Αυτή την φορά μας αιφνιδιάζει αρχικά με μια πολυδιαφημισμένη παραγωγή, υποστηριζόμενη από το βαρύτιμο όνομα ενός από τους κορυφαίους ηθοποιούς της περασμένης γενιάς, του Άντονυ Χόπκινς. Για να δούμε τελικά αν το εγχείρημα αυτό άξιζε τελικά τα λεφτά του ή όχι.
Η ταινία ξεκινάει στην Αμερική. Πιστός στην ευκολία που του παρέχει το δόγμα του αμερικάνικου ονείρου, ο σκηνοθέτης θέτει στο κέντρο της ιστορίας του έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει ξεπεράσει κάθε οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο μέσος σύγχρονος φορολογούμενος, και καταναλώνει τον χρόνο του αναρωτώμενος τι θα κάνει στην ζωή του. Σαν να βλέπεις αμερικάνικες σειρές των 00’ς, ο νεαρός κάνει τζόγκιν, πηγαίνει γυμναστήριο, φτιάχνει το μαλλί, είναι τρομερά απασχολημένος και προβληματισμένος με τα φοβερά και τρομερά papers που τους βάζουν στη θεολογική σχολή, τρώει πάντα δείπνο μαζί με τον πατέρα του, και –φυσικά- έχει την δυνατότητα να αναρωτηθεί τι θέλει από το μέλλον του και κατά πόσον η δουλειά που θα κάνει του αρέσει. Το πρώτο μέρος της ταινίας είναι σαν διαφήμιση της κοκακόλα, μας λείπει μόνο ο κοκκινοσκουφίτσος Άη Βασίλης και το six-pack.
Κάπου εκεί συμβαίνει ένα ατύχημα. Φορτηγό χτυπά ποδηλάτισσα μπροστά στα μάτια του νεαρού παπά καθώς αυτός βολτάρει με τον καθηγητή του. Πάει πάνω από την ετοιμοθάνατη και την ψέλνει ψαλμούς συγχώρεσης που μόλις του κατέβηκαν από το τσερβέλο, κι εκεί ο καθηγητής του αντιλαμβάνεται ότι το παλικάρι έχει μέλλον. Το τυχαίο γεγονός του ατυχήματος καθορίζει την συνέχεια της ταινίας, ανατρέποντας την ειλημμένη απόφαση του νεαρού να παρατήσει την ιεροσύνη. Παλιομοδίτικη τεχνική να βάζεις ένα τυχαίο γεγονός να ανατρέψει μια απόφαση του πρωταγωνιστή, θυμίζει εποχές Ανεξάνδρου Δουμά και Καρόλου Μποντλαίρ, δεν είναι ενοχλητική όμως.
Ο νεαρός στέλνεται στην Ρώμη, για να σπουδάσει δαιμονολογία και εξορκισμό στο Βατικανό. Το high-tech σπουδαστήριο με διαδραστικούς πίνακες, λάπτοπ ανά σπουδαστή και οθόνες αφής έρχονται σε προφανή αντίθεση με την αναγεννησιακή εκκλησία του Αγίου Πέτρου που δεσπόζει στο Βατικανό, μια προσπάθεια του σκηνοθέτη να προκαλέσει το μάτι αλλά και το γέλιο του θεατή. Καθόλου κακό.
Ο παπάς προωθείται χάρη στις επιδόσεις και τις γνωριμίες του, και ο ιταλός καθηγητής του, του προτείνει να επισκεφτεί τον «Ουαλό», διάσημο γέρο εξορκιστή από την Ουαλία, για να μάθει τον εξορκισμό στην πράξη. Εκεί γίνεται η πρώτη γνωριμία του θεατή με τομεγάλο αστέρι της ταινίας, τον Άντονυ Χόπκινς, με εντυπωσιακά απλή πρώτη εμφάνιση. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί τον γερο-παράξενο αυτόν εξορκιστή σε ένα παραμελημένο παλιό ξύλινο σπίτι, με μαγκούρα, ρυτίδες και το απαραίτητο μεσογειακό ψάθινο καπέλο. Τίποτα πάνω του δεν θυμίζει ιερέα, πόσο μάλλον πρωτο-εξορκιστή. Ο Ουαλός προσκαλεί τον νεαρό να συμμετάσχει στον εξορκισμό που έχει κανονισμένο για την ημέρα εκείνη, τον διαβάζει διεκπεραιωτικά δυο τρεις ψαλμούς, και εξορκίζουν δαιμόνιο από νεαρή έγκυο ιταλίδα. Η τελετή είναι πολύ διαδικαστική και καθόλου τρομαχτική, καμία σχέση με όλες εκείνες τις τρομαχτικές και υποβλητικές σκηνές εξορκισμού που έχουμε συνηθίσει, κάτι που μειώνει το κλίμα της ταινίας, αλλά προσδίδει σε αληθοφάνεια και εγκυρότητα.
Από εκεί και πέρα, όμως, ξεκινά το παράλογο. Ένα βραχιόλι, κάτι βατράχια κι ένα μαύρο άλογο με κόκκινα μάτια εισβάλουν στην ταινία, μετατρέποντάς την σε παραμυθάκι που λένε οι γονείς στα παιδιά για να φάνε όλο τους το φαγητό. Η έγκυος ιταλίδα ξαναδαιμονίζεται, το ηθικό καθήκον του βέρου αμερικάνου (βλ ιράκ, ιράν, λιβύη κλπ) υπαγορεύουν στον νεαρό παπά να την σώσει, ο μπαμπάς του νεαρού πεθαίνει, και παρόλ’ αυτά ο νεαρός μιλάει μαζί του στο τηλέφωνο, και κάπου στριμωγμένο σε όλα αυτά ένα ειδύλλιο ξεκινά με νεαρή συμφοιτήτρια.
Κι εκεί που πιστεύαμε ότι η ταινία θα εξελιχθεί σε γλυκανάλατη πατάτα, έρχεται η τελευταία σκηνή, η οποία αποζημιώνει μερικώς την υπομονή του θεατή να ανεχθεί ό,τι ακαταλαβίστικο έχει βιώσει το προηγούμενο μιαμισάωρο. Μια αρκετά δυνατή στιγμή εξορκισμού με μια πολύ καλή ερμηνεία από τα παλιά για τον Άντονυ Χόπκινς.
Ο σκηνοθέτης απογοητεύει για τον εξής λόγο: στην αρχή μας παραθέτει μια ιστορία γεμάτη στα κλισέ του αμερικάνικου ονείρου, στη συνέχεια μας μεταφέρει στο ιστορικό σκηνικό της Ρώμης, αραδιάζοντάς μας χίλια δυο σύμβολα της χριστιανικής θρησκείας και του αποκρυφισμού χωρίς νοηματική αλληλουχία, για να ολοκληρώσει την ιστορία του με μια δυναμική σκηνή τελετής εξορκισμού, στην οποία φαίνεται ότι στήριζε ολόκληρη την ταινία του. Η ανισότητες της ταινίας γίνονται εμφανείς σε σημείο που ο θεατής νιώθει ότι ο σκηνοθέτης νοιάστηκε μόνο για την τελευταία σκηνή, και όλη η προηγούμενη ιστορία ήταν απλά για να γεμίσει τη μιαμισάωρη διάρκεια που πρέπει να έχει μια ταινία.
Δεν γνωρίζω αν ήταν στις προθέσεις του σκηνοθέτη, πάντως η ταινία αναδεικνύει την διαφορά ιστορικού βάθους του πολιτισμού ενός ευρωπαϊκού κράτους σε σχέση με τον αμερικάνικο. Ειδικά η επιλογή της Ιταλίας και δη της Ρώμης ως τοποθεσία εξέλιξης του δευτέρου μισού της ταινίας, είναι πολύ εύστοχη και φωτίζει την υπεροχή και την ακτινοβολία μιας παράδοσης δύο χιλιάδων ετών σε αντίθεση με την αμερικάνικη παράδοση.
Η σκηνογραφία είναι το δυνατό σημείο της ταινίας. Με τοποθεσίες όπως η Ουγγαρία, η Ρώμη και οι καλές περιοχές μιας σύγχρονης αμερικάνικης πόλης, γίνεται εύκολο το έργο του σκηνογράφου, ο οποίος καλείται να αναδείξει τις ομορφιές από έτσι κι αλλιώς όμορφα μέρη. Το σπίτι του γερο-εξορκιστή είναι παραδοσιακό, ενισχύοντας στα μάτια του θεατή την παλαιότητα των ύμνων των εξορκισμών, δηλαδή τα βασικά εργαλεία που θα χρησιμοποιήσει στην ιστορία ο γερο-ξεκούτης εξορκιστής. Το δε high tech σπουδαστήριο στο υπόγειο του Αγίου Πέτρου είναι εντυπωσιακό.
Οι ερμηνείες της ταινίας είναι πολύ καλές. Ο νεαρός ιρλανδός ηθοποιός Κόλιν Ο’ Ντόναχ είναι όσο κρύος, μαλθακός και τρωτός πρέπει, όπως αρμόζει σε έναν μαθητευόμενο που καλείται να κάνει πράγματα πέρα από τις δυνατότητές του. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι ο βετεράνος Άντονυ Χόπκινς θα ήταν καλός. Ειδικά στην τελευταία σκηνή, όμως, βλέπουμε ψήγματα Χάνιμπαλ Λέκτερ, απογειώνοντας την σκηνή σε επίπεδα ιδιαίτερης δυναμικότητας.
Μια ταινία που ξεχνιέται μεν γρήγορα, βλέπεται δε ευχάριστα, αξίζει ίσως να αφιερώσει κανείς δυο ώρες, για να παρασυρθεί σε ένα σχετικά απόκοσμο κλίμα, χωρίς τρόμο αλλά με κάποια στοιχεία σασπένς, απορρίπτοντας τα χαζά και ανούσια σύμβολα που πετάει ο σκηνοθέτης, προσπαθώντας εις μάτην να ανεβάσει σε επίπεδο την ιστορία του. Δείτε την νύχτα με μεγάλη παρέα, κουβάδες ποπκόρν και κρύες φτηνές μπύρες.
Ή ΜΠΙΖΕΛΟΣΟΥΠΑ ΜΕ ΠΡΟΣΟΥΤΟ
Για να αντέξει κανείς μια κρύα και βροχερή, γεμάτη κεραυνούς νύχτα, αποκλεισμένος και εγκλωβισμένος κάπου στα βουνά της Πίνδου, αυτό που πρέπει να κάνει είναι να προσαρμόσει τη διάθεσή του στις συνθήκες πουεπικρατούν τριγύρω του. Και αυτό γίνεται όταν σε μια τέτοια τρομακτική νύχτα, κατακλυσμένη από τα άγρια αλλά αγνά στοιχεία της φύσης, αποφασίζεις να δεις μια ταινία τρόμου. Κι αυτό έκανα κι εγώ. Έστω κι αν η ταινία δεν ανταποκρίθηκε στις υψηλές απαιτήσεις της νύχτας αυτής. «Η τελετή», του Μάικλ Χάφστρομ:
Νεαρός σέξυ παπάς (Κόλιν Ο’ Ντόναχ) αποφοιτά από την καλογερική σχολή και ταλαντεύεται αν θέλει να κρατήσει την νεκροεπιχείρηση του μπαμπά ή να ασχοληθεί με την ιεροσύνη. Οι σούπερ ντούπερ ύμνοι που διαβάζει σε μια μελλοθάνατη τύπισσα αναγκάζουν τον μεγαλοκαθηγητή του να τον προωθήσουν σε θέση εξορκιστή. Ο σέξυ παπάς αμπαλάρει τα μπογαλάκια του και την κάνει για Βατικανό, στη σχολή εξορκιστών. Εκεί, ο μέγας μαγίστρος / καθηγητής εξορκισμών αντιλαμβάνεται τα σούπερ ντούπερ προσόντα του σέξυ παπά και του προτείνει να πάει σε γέροντα εξορκιστή (Άντονυ Χόπκινς) που γνωρίζει όλα τα κόλπα… Ο γερο-παράξενος εξορκιστής του μαθαίνει πέντε – δέκα κολπάκια, τον καλεί σε ζωντανή επίδειξη εξορκισμού και τον αφήνει να συμμετάσχει σε εξορκισμό πνεύματος από σώμα εγκύου ιταλίδας. Οι επιπλοκές που ακολουθούν τον εξορκισμό αυτό, όμως, προβληματίζουν τον νεαρό παπά, ο οποίος επηρεάζεται και από τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ο τρόμος, όμως, κλιμακώνεται, όταν περίεργα πράματα αρχίζουν να συμβαίνουν στον νεαρό παπά, κυρίως σχετικά με την αλλόκοτη συμπεριφορά του γερο-εξορκιστή. Συμπεριφορά, η οποία αρχίζει να γίνεται από αλλόκοτη σε απόκοσμη…
Ο νεαρός σκηνοθέτης Μάικλ Χάφστρομ τρελαίνεται για τα θρίλερ. Το πρόβλημα είναι ότι σκηνοθετεί την μια πατάτα πάνω στην άλλη. Αυτή την φορά μας αιφνιδιάζει αρχικά με μια πολυδιαφημισμένη παραγωγή, υποστηριζόμενη από το βαρύτιμο όνομα ενός από τους κορυφαίους ηθοποιούς της περασμένης γενιάς, του Άντονυ Χόπκινς. Για να δούμε τελικά αν το εγχείρημα αυτό άξιζε τελικά τα λεφτά του ή όχι.
Η ταινία ξεκινάει στην Αμερική. Πιστός στην ευκολία που του παρέχει το δόγμα του αμερικάνικου ονείρου, ο σκηνοθέτης θέτει στο κέντρο της ιστορίας του έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει ξεπεράσει κάθε οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο μέσος σύγχρονος φορολογούμενος, και καταναλώνει τον χρόνο του αναρωτώμενος τι θα κάνει στην ζωή του. Σαν να βλέπεις αμερικάνικες σειρές των 00’ς, ο νεαρός κάνει τζόγκιν, πηγαίνει γυμναστήριο, φτιάχνει το μαλλί, είναι τρομερά απασχολημένος και προβληματισμένος με τα φοβερά και τρομερά papers που τους βάζουν στη θεολογική σχολή, τρώει πάντα δείπνο μαζί με τον πατέρα του, και –φυσικά- έχει την δυνατότητα να αναρωτηθεί τι θέλει από το μέλλον του και κατά πόσον η δουλειά που θα κάνει του αρέσει. Το πρώτο μέρος της ταινίας είναι σαν διαφήμιση της κοκακόλα, μας λείπει μόνο ο κοκκινοσκουφίτσος Άη Βασίλης και το six-pack.
Κάπου εκεί συμβαίνει ένα ατύχημα. Φορτηγό χτυπά ποδηλάτισσα μπροστά στα μάτια του νεαρού παπά καθώς αυτός βολτάρει με τον καθηγητή του. Πάει πάνω από την ετοιμοθάνατη και την ψέλνει ψαλμούς συγχώρεσης που μόλις του κατέβηκαν από το τσερβέλο, κι εκεί ο καθηγητής του αντιλαμβάνεται ότι το παλικάρι έχει μέλλον. Το τυχαίο γεγονός του ατυχήματος καθορίζει την συνέχεια της ταινίας, ανατρέποντας την ειλημμένη απόφαση του νεαρού να παρατήσει την ιεροσύνη. Παλιομοδίτικη τεχνική να βάζεις ένα τυχαίο γεγονός να ανατρέψει μια απόφαση του πρωταγωνιστή, θυμίζει εποχές Ανεξάνδρου Δουμά και Καρόλου Μποντλαίρ, δεν είναι ενοχλητική όμως.
Ο νεαρός στέλνεται στην Ρώμη, για να σπουδάσει δαιμονολογία και εξορκισμό στο Βατικανό. Το high-tech σπουδαστήριο με διαδραστικούς πίνακες, λάπτοπ ανά σπουδαστή και οθόνες αφής έρχονται σε προφανή αντίθεση με την αναγεννησιακή εκκλησία του Αγίου Πέτρου που δεσπόζει στο Βατικανό, μια προσπάθεια του σκηνοθέτη να προκαλέσει το μάτι αλλά και το γέλιο του θεατή. Καθόλου κακό.
Ο παπάς προωθείται χάρη στις επιδόσεις και τις γνωριμίες του, και ο ιταλός καθηγητής του, του προτείνει να επισκεφτεί τον «Ουαλό», διάσημο γέρο εξορκιστή από την Ουαλία, για να μάθει τον εξορκισμό στην πράξη. Εκεί γίνεται η πρώτη γνωριμία του θεατή με τομεγάλο αστέρι της ταινίας, τον Άντονυ Χόπκινς, με εντυπωσιακά απλή πρώτη εμφάνιση. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί τον γερο-παράξενο αυτόν εξορκιστή σε ένα παραμελημένο παλιό ξύλινο σπίτι, με μαγκούρα, ρυτίδες και το απαραίτητο μεσογειακό ψάθινο καπέλο. Τίποτα πάνω του δεν θυμίζει ιερέα, πόσο μάλλον πρωτο-εξορκιστή. Ο Ουαλός προσκαλεί τον νεαρό να συμμετάσχει στον εξορκισμό που έχει κανονισμένο για την ημέρα εκείνη, τον διαβάζει διεκπεραιωτικά δυο τρεις ψαλμούς, και εξορκίζουν δαιμόνιο από νεαρή έγκυο ιταλίδα. Η τελετή είναι πολύ διαδικαστική και καθόλου τρομαχτική, καμία σχέση με όλες εκείνες τις τρομαχτικές και υποβλητικές σκηνές εξορκισμού που έχουμε συνηθίσει, κάτι που μειώνει το κλίμα της ταινίας, αλλά προσδίδει σε αληθοφάνεια και εγκυρότητα.
Από εκεί και πέρα, όμως, ξεκινά το παράλογο. Ένα βραχιόλι, κάτι βατράχια κι ένα μαύρο άλογο με κόκκινα μάτια εισβάλουν στην ταινία, μετατρέποντάς την σε παραμυθάκι που λένε οι γονείς στα παιδιά για να φάνε όλο τους το φαγητό. Η έγκυος ιταλίδα ξαναδαιμονίζεται, το ηθικό καθήκον του βέρου αμερικάνου (βλ ιράκ, ιράν, λιβύη κλπ) υπαγορεύουν στον νεαρό παπά να την σώσει, ο μπαμπάς του νεαρού πεθαίνει, και παρόλ’ αυτά ο νεαρός μιλάει μαζί του στο τηλέφωνο, και κάπου στριμωγμένο σε όλα αυτά ένα ειδύλλιο ξεκινά με νεαρή συμφοιτήτρια.
Κι εκεί που πιστεύαμε ότι η ταινία θα εξελιχθεί σε γλυκανάλατη πατάτα, έρχεται η τελευταία σκηνή, η οποία αποζημιώνει μερικώς την υπομονή του θεατή να ανεχθεί ό,τι ακαταλαβίστικο έχει βιώσει το προηγούμενο μιαμισάωρο. Μια αρκετά δυνατή στιγμή εξορκισμού με μια πολύ καλή ερμηνεία από τα παλιά για τον Άντονυ Χόπκινς.
Ο σκηνοθέτης απογοητεύει για τον εξής λόγο: στην αρχή μας παραθέτει μια ιστορία γεμάτη στα κλισέ του αμερικάνικου ονείρου, στη συνέχεια μας μεταφέρει στο ιστορικό σκηνικό της Ρώμης, αραδιάζοντάς μας χίλια δυο σύμβολα της χριστιανικής θρησκείας και του αποκρυφισμού χωρίς νοηματική αλληλουχία, για να ολοκληρώσει την ιστορία του με μια δυναμική σκηνή τελετής εξορκισμού, στην οποία φαίνεται ότι στήριζε ολόκληρη την ταινία του. Η ανισότητες της ταινίας γίνονται εμφανείς σε σημείο που ο θεατής νιώθει ότι ο σκηνοθέτης νοιάστηκε μόνο για την τελευταία σκηνή, και όλη η προηγούμενη ιστορία ήταν απλά για να γεμίσει τη μιαμισάωρη διάρκεια που πρέπει να έχει μια ταινία.
Δεν γνωρίζω αν ήταν στις προθέσεις του σκηνοθέτη, πάντως η ταινία αναδεικνύει την διαφορά ιστορικού βάθους του πολιτισμού ενός ευρωπαϊκού κράτους σε σχέση με τον αμερικάνικο. Ειδικά η επιλογή της Ιταλίας και δη της Ρώμης ως τοποθεσία εξέλιξης του δευτέρου μισού της ταινίας, είναι πολύ εύστοχη και φωτίζει την υπεροχή και την ακτινοβολία μιας παράδοσης δύο χιλιάδων ετών σε αντίθεση με την αμερικάνικη παράδοση.
Η σκηνογραφία είναι το δυνατό σημείο της ταινίας. Με τοποθεσίες όπως η Ουγγαρία, η Ρώμη και οι καλές περιοχές μιας σύγχρονης αμερικάνικης πόλης, γίνεται εύκολο το έργο του σκηνογράφου, ο οποίος καλείται να αναδείξει τις ομορφιές από έτσι κι αλλιώς όμορφα μέρη. Το σπίτι του γερο-εξορκιστή είναι παραδοσιακό, ενισχύοντας στα μάτια του θεατή την παλαιότητα των ύμνων των εξορκισμών, δηλαδή τα βασικά εργαλεία που θα χρησιμοποιήσει στην ιστορία ο γερο-ξεκούτης εξορκιστής. Το δε high tech σπουδαστήριο στο υπόγειο του Αγίου Πέτρου είναι εντυπωσιακό.
Οι ερμηνείες της ταινίας είναι πολύ καλές. Ο νεαρός ιρλανδός ηθοποιός Κόλιν Ο’ Ντόναχ είναι όσο κρύος, μαλθακός και τρωτός πρέπει, όπως αρμόζει σε έναν μαθητευόμενο που καλείται να κάνει πράγματα πέρα από τις δυνατότητές του. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι ο βετεράνος Άντονυ Χόπκινς θα ήταν καλός. Ειδικά στην τελευταία σκηνή, όμως, βλέπουμε ψήγματα Χάνιμπαλ Λέκτερ, απογειώνοντας την σκηνή σε επίπεδα ιδιαίτερης δυναμικότητας.
Μια ταινία που ξεχνιέται μεν γρήγορα, βλέπεται δε ευχάριστα, αξίζει ίσως να αφιερώσει κανείς δυο ώρες, για να παρασυρθεί σε ένα σχετικά απόκοσμο κλίμα, χωρίς τρόμο αλλά με κάποια στοιχεία σασπένς, απορρίπτοντας τα χαζά και ανούσια σύμβολα που πετάει ο σκηνοθέτης, προσπαθώντας εις μάτην να ανεβάσει σε επίπεδο την ιστορία του. Δείτε την νύχτα με μεγάλη παρέα, κουβάδες ποπκόρν και κρύες φτηνές μπύρες.
MovieReactor: El espinazo del diablo (2001)
EL ESPINAZO DEL DIABLO (2001)
Ή ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΩΝ ΠΡΩΗΝ
Το καλοκαίρι είναι σίγουρα η εποχή που οι τάσεις ραθυμίας αυξάνονται, ειδικά αν είσαι απομονωμένος κάπου στα καταπράσινα πλέον βουνά της Πίνδου. Κι εκεί που διώχνεις την ενοχλητική και ζαβλακωμένη μύγα από το χέρι σου που σε γαργαλάει, κάπου εκεί έχεις την ανάγκη να σκοτώσεις δυο ωρίτσες βλέποντας μια ταινία που θα σε ταξιδέψει μακριά από τις βουνίσιες εικόνες της φύσης που είσαι υποχρεωμένος να βλέπεις καθημερινά. Η σημερινή ταινία, λοιπόν, θα έπρεπε να μην εξελίσσεται σε βουνό…
Κάπου στην έρημο, λοιπόν, της λαβωμένης από τον εμφύλιο πόλεμο Ισπανίας, γύρω στο 1950, βρίσκεται ένα κτήριο όπου στεγάζονται παιδιά που έχουν χάσει τους γονείς τους από τις εμφύλιες εχθροπραξίες. Το ίδρυμα αυτό είναι πλήρως οργανωμένο: με κοιτώνες, προσωπικό, δασκάλα, εργάτες, εργαστήριο και, φυσικά, ένα φάντασμα. Ο μικρούλης πρωταγωνιστής μπαίνει στο ίδρυμα μετά τον θάνατο του πατέρα του και αρχίζει σιγά σιγά να μαθαίνει τα μυστικά του χώρου και της ιστορίας του: πριν από χρόνια ένα παιδάκι δολοφονήθηκε και τώρα ζητά εκδίκηση από τον τάφο. Παράλληλα, νεαρός εργάτης του ιδρύματος προσπαθεί να ανακαλύψει πού βρίσκονται κρυμμένοι ράβδοι χρυσού στο οίκημα, χρησιμοποιώντας σαν κάλυψη την εργασία που παρέχει, τον υποτιθέμενο έρωτά του για μια νεαρή οικονόμο και τις σεξουαλικές υπηρεσίες που παρέχει σε ηλικιωμένη δασκάλα. Οι ιστορίες του νεαρού εργάτη και του φαντάσματος κάπου ενώνονται, και τότε αρχίζει το ξεκαθάρισμα.
Ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, γνωστός στην Ελλάδα ως δημιουργός του «Λαβύρινθου του Πάνα», κάνει ντεμπούτο στα μεγάλα σαλόνια της σκηνοθεσίας, υπογράφοντας ένα θρίλερ που ανταποκρίνεται πλήρως στην ισπανική παράδοση του είδους: κρυμμένα μυστικά, παραφυσική δραστηριότητα, παιδιά ως πνεύματα, παραδοπιστία και πλήρεις, ραφιναρισμένοι χαρακτήρες. Αρκεί ο καθένας από μας να αποφανθεί αν τελικά πέτυχε το εγχείρημά του.
Η ταινία, που στα ελληνικά μεταφράζεται ως «η ραχοκοκαλιά του διαβόλου» ξεκινάει με την είσοδο του μικρού πρωταγωνιστή στο ίδρυμα. Η υποδοχή που του επιφυλάσσουν τα υπόλοιπα παιδιά δεν είναι και τόσο θερμή στην αρχή. Το πρώτο βράδυ τον βάζουν να πάει να πάρει νερό από την κουζίνα, που βρίσκεται έξω από το κτήριο των κοιτώνων. Εκεί το παιδί έχει την πρώτη του επαφή με «εκείνον που αναστενάζει», δηλαδή με το πνεύμα του νεκρού παιδιού. Η φάτσα του πνεύματος είναι αποκρουστική: τα μάτια του είναι απόκοσμα, το δέρμα του έχει το χρώμα του εκρού του νεκρού, και έχει μια πληγή στο μέτωπο απ’ όπου βγαίνει αίμα. Το αίμα βγαίνει παράξενα από την πληγή, σαν να είναι βυθισμένο το κεφάλι του μικρού σε νερό, και το αίμα που βγαίνει από την πληγή σα να διαλύεται στο νερό. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, από την αρχή του έργου, ότι ο δολοφονημένος μικρός πνίγηκε.
Στη συνέχεια, η ταινία εστιάζει στον παραδόπιστο εργάτη, ο οποίος πουλάει έρωτα σε μια οικονόμο και παρέχει οργασμούς στην μεσήλικα δασκάλα. Με το μυαλό στον χαμένο χρυσό του ιδρύματος, καλοβλέπει το χρηματοκιβώτιο που βρίσκεται σε κρυφή εσοχή στον τοίχο της κουζίνας. Ο σκηνοθέτης από την αρχή χρωματίζει τον χαρακτήρα αυτόν με χρώματα αντιπάθειας, ουδέποτε καταφέρνει ο τύπος αυτός να γίνει οικείος στον θεατή.
Ο μικρός πρωταγωνιστής προσπαθεί να δεθεί με τα υπόλοιπα παιδάκια του ιδρύματος, και σώζει τον αρχηγό των παιδιών από πνιγμό στο σκάμμα, στο υπόγειο της κουζίνας. Γίνεται τσακωτός, όμως, από τον εργάτη, και γλυτώνει από τα χέρια του με μια χαρακιά στο πρόσωπο. Το περιστατικό αυτό κάνει τον μικρούλη να δεθεί με τα υπόλοιπα παιδάκια, και όλα μαζί γίνονται μια αδιάσπαστη ομάδα και μοιράζονται τους φόβους τους για το φάντασμα που υπάρχει μέσα στο ίδρυμα.
Ο εργάτης δεν το βάζει κάτω και, στην προσπάθειά του να ανατινάξει το χρηματοκιβώτιο, τραυματίζει θανάσιμα την μεσήλικα δασκάλα, σκοτώνει πολλά παιδιά και τραυματίζει σοβαρά τον διευθυντή του ιδρύματος. Στα ερείπια, πια, του ιδρύματος, εξελίσσεται το τελευταίο μέρος της ιστορίας, όπου ο νεαρός ψάχνει για τον θησαυρό, τα παιδιά ενώνονται και εξοπλίζονται για να τον αντιμετωπίσουν και το φάντασμα ζητά την εκδίκησή του.
Σε ένα αρκετά καλό, αν και πολυφορεμένο σενάριο, θα περίμενε κάποιος περισσότερο σασπένς, περισσότερες ευκαιρίες για τρόμο και πιο δυνατή σκηνοθεσία. Αντ’ αυτού, ο σκηνοθέτης προτιμά να γυρίσει την ταινία από τα στοιχεία θρίλερ που περιείχε στην αρχή σε ένα παραφυσικό δράμα, όπου η αποκάλυψη στο τέλος είχε γίνει αντιληπτή μισή ώρα πριν το φινάλε.
Η αποδυνάμωση του τέλους πρέπει να οφείλεται σε λανθασμένες επιλογές στην δομή του έργου. Η κοιλιά που κάνει το έργο μετά την έκρηξη στην κουζίνα, δεν μπορεί να συμμαζευτεί, αφού πλέον δεν υπάρχουν γεγονότα να στηρίξουν τις σκηνές που ακολουθούν. Η οργάνωση και η προσπάθεια να εξοπλιστούν τα παιδιά είναι πολύ βαρετή, επιφανειακή και σε κάνει να νοσταλγείς ταινίες τύπου «Ο πόλεμος των κουμπιών». Ο θάνατος του διευθυντή του ιδρύματος περνάει στο ντούκου, χωρίς να σε κάνει να εκτιμήσεις όσο θα έπρεπε τα τελευταία δευτερόλεπτα της ταινίας.
Αυτό που βοηθάει, όμως, στη δημιουργία ενός κάποιου θριλεράτου κλίματος, τουλάχιστον στην αρχή του έργου, είναι η μουσική. Με τα βαθιά έγχορδα να παίζουν ακανόνιστα αργούς ρυθμούς, ο θεατής περιμένει με πραγματική αγωνία την άφιξη του φαντάσματος.
Γενικώς, όμως, η ταινία υποπίπτει στο μεγαλύτερο λάθος για θρίλερ: το κλίμα. Πολύ μεγάλα μέρη της ταινίας εξελίσσονται την ημέρα, με αποτέλεσμα να χάνεται η συνοχή των υποβλητικών σκηνών, οι οποίες φυσικά εξελίσσονται νύχτα. Η φωτογραφία, επίσης, είναι μέτρια, όπως στα περισσότερα ισπανικά θρίλερ. Οι Ίβηρες δεν επιλέγουν φακούς σκοτεινούς και υποβλητικούς, προτιμούν φωτεινά και ρεαλιστικά χρώματα, κάτι που στερεί στοιχεία από τη δημιουργία θριλεράτου κλίματος.
Η μεγαλύτερη αστοχία για μένα, όμως, γίνεται με την βόμβα. Στο κέντρο της αυλής του ιδρύματος βρίσκεται καρφωμένη στο χώμα μια βόμβα, υπόλειμμα από τους βομβαρδισμούς του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Ένας εμπνευσμένος σκηνοθέτης θα είχε αξιοποιήσει το ωραίο αυτό σεναριακό εύρημα ως σύμβολο αντιπολεμικό και εφαλτήριο καταγγελίας για τον εμφύλιο πόλεμο που μάστιζε για χρόνια την χώρα. Αντ’ αυτού, ο σκηνοθέτης απλά την αξιοποιεί σαν ένα ιδιαίτερο ντεκόρ και τίποτα παραπάνω.
Οι ερμηνείες είναι καλές, τίποτα ενοχλητικό, τίποτα σημαντικό. Η αξιοποίηση δύο κορυφαίων ισπανών ηθοποιών, όπως της Μαρίσα Παρέδες ως μεσήλικα δασκάλα και του Φρεντερίκο Λούπι ως διευθυντή του ιδρύματος ήταν εντελώς άστοχες, αφού η μικρή έκταση των ρόλων τους δεν τους έδωσε την δυνατότητα να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους.
Γενικώς, μου μένουν καλές εντυπώσεις από ένα θρίλερ καθόλου πρωτότυπο, πάντως ευχάριστο να το βλέπει κανείς. Καμία σχέση με κορυφαία ισπανόγλωσσα θρίλερ όπως το «Ορφανοτροφείο» ή ο «Λαβύρινθος του Πάνα», αλλά σε κάθε περίπτωση αξίζει να το δει κάποιος για να περάσει όμορφα, χωρίς τρόμο, αλλά με συμπαθητικό κλίμα, καλές ερμηνείες και προβλέψιμες ανατροπές. Δείτε την με τρεις τέσσερεις φίλους, παγωτό και κρύο κόκκινο κρασί.
Ή ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΩΝ ΠΡΩΗΝ
Το καλοκαίρι είναι σίγουρα η εποχή που οι τάσεις ραθυμίας αυξάνονται, ειδικά αν είσαι απομονωμένος κάπου στα καταπράσινα πλέον βουνά της Πίνδου. Κι εκεί που διώχνεις την ενοχλητική και ζαβλακωμένη μύγα από το χέρι σου που σε γαργαλάει, κάπου εκεί έχεις την ανάγκη να σκοτώσεις δυο ωρίτσες βλέποντας μια ταινία που θα σε ταξιδέψει μακριά από τις βουνίσιες εικόνες της φύσης που είσαι υποχρεωμένος να βλέπεις καθημερινά. Η σημερινή ταινία, λοιπόν, θα έπρεπε να μην εξελίσσεται σε βουνό…
Κάπου στην έρημο, λοιπόν, της λαβωμένης από τον εμφύλιο πόλεμο Ισπανίας, γύρω στο 1950, βρίσκεται ένα κτήριο όπου στεγάζονται παιδιά που έχουν χάσει τους γονείς τους από τις εμφύλιες εχθροπραξίες. Το ίδρυμα αυτό είναι πλήρως οργανωμένο: με κοιτώνες, προσωπικό, δασκάλα, εργάτες, εργαστήριο και, φυσικά, ένα φάντασμα. Ο μικρούλης πρωταγωνιστής μπαίνει στο ίδρυμα μετά τον θάνατο του πατέρα του και αρχίζει σιγά σιγά να μαθαίνει τα μυστικά του χώρου και της ιστορίας του: πριν από χρόνια ένα παιδάκι δολοφονήθηκε και τώρα ζητά εκδίκηση από τον τάφο. Παράλληλα, νεαρός εργάτης του ιδρύματος προσπαθεί να ανακαλύψει πού βρίσκονται κρυμμένοι ράβδοι χρυσού στο οίκημα, χρησιμοποιώντας σαν κάλυψη την εργασία που παρέχει, τον υποτιθέμενο έρωτά του για μια νεαρή οικονόμο και τις σεξουαλικές υπηρεσίες που παρέχει σε ηλικιωμένη δασκάλα. Οι ιστορίες του νεαρού εργάτη και του φαντάσματος κάπου ενώνονται, και τότε αρχίζει το ξεκαθάρισμα.
Ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, γνωστός στην Ελλάδα ως δημιουργός του «Λαβύρινθου του Πάνα», κάνει ντεμπούτο στα μεγάλα σαλόνια της σκηνοθεσίας, υπογράφοντας ένα θρίλερ που ανταποκρίνεται πλήρως στην ισπανική παράδοση του είδους: κρυμμένα μυστικά, παραφυσική δραστηριότητα, παιδιά ως πνεύματα, παραδοπιστία και πλήρεις, ραφιναρισμένοι χαρακτήρες. Αρκεί ο καθένας από μας να αποφανθεί αν τελικά πέτυχε το εγχείρημά του.
Η ταινία, που στα ελληνικά μεταφράζεται ως «η ραχοκοκαλιά του διαβόλου» ξεκινάει με την είσοδο του μικρού πρωταγωνιστή στο ίδρυμα. Η υποδοχή που του επιφυλάσσουν τα υπόλοιπα παιδιά δεν είναι και τόσο θερμή στην αρχή. Το πρώτο βράδυ τον βάζουν να πάει να πάρει νερό από την κουζίνα, που βρίσκεται έξω από το κτήριο των κοιτώνων. Εκεί το παιδί έχει την πρώτη του επαφή με «εκείνον που αναστενάζει», δηλαδή με το πνεύμα του νεκρού παιδιού. Η φάτσα του πνεύματος είναι αποκρουστική: τα μάτια του είναι απόκοσμα, το δέρμα του έχει το χρώμα του εκρού του νεκρού, και έχει μια πληγή στο μέτωπο απ’ όπου βγαίνει αίμα. Το αίμα βγαίνει παράξενα από την πληγή, σαν να είναι βυθισμένο το κεφάλι του μικρού σε νερό, και το αίμα που βγαίνει από την πληγή σα να διαλύεται στο νερό. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, από την αρχή του έργου, ότι ο δολοφονημένος μικρός πνίγηκε.
Στη συνέχεια, η ταινία εστιάζει στον παραδόπιστο εργάτη, ο οποίος πουλάει έρωτα σε μια οικονόμο και παρέχει οργασμούς στην μεσήλικα δασκάλα. Με το μυαλό στον χαμένο χρυσό του ιδρύματος, καλοβλέπει το χρηματοκιβώτιο που βρίσκεται σε κρυφή εσοχή στον τοίχο της κουζίνας. Ο σκηνοθέτης από την αρχή χρωματίζει τον χαρακτήρα αυτόν με χρώματα αντιπάθειας, ουδέποτε καταφέρνει ο τύπος αυτός να γίνει οικείος στον θεατή.
Ο μικρός πρωταγωνιστής προσπαθεί να δεθεί με τα υπόλοιπα παιδάκια του ιδρύματος, και σώζει τον αρχηγό των παιδιών από πνιγμό στο σκάμμα, στο υπόγειο της κουζίνας. Γίνεται τσακωτός, όμως, από τον εργάτη, και γλυτώνει από τα χέρια του με μια χαρακιά στο πρόσωπο. Το περιστατικό αυτό κάνει τον μικρούλη να δεθεί με τα υπόλοιπα παιδάκια, και όλα μαζί γίνονται μια αδιάσπαστη ομάδα και μοιράζονται τους φόβους τους για το φάντασμα που υπάρχει μέσα στο ίδρυμα.
Ο εργάτης δεν το βάζει κάτω και, στην προσπάθειά του να ανατινάξει το χρηματοκιβώτιο, τραυματίζει θανάσιμα την μεσήλικα δασκάλα, σκοτώνει πολλά παιδιά και τραυματίζει σοβαρά τον διευθυντή του ιδρύματος. Στα ερείπια, πια, του ιδρύματος, εξελίσσεται το τελευταίο μέρος της ιστορίας, όπου ο νεαρός ψάχνει για τον θησαυρό, τα παιδιά ενώνονται και εξοπλίζονται για να τον αντιμετωπίσουν και το φάντασμα ζητά την εκδίκησή του.
Σε ένα αρκετά καλό, αν και πολυφορεμένο σενάριο, θα περίμενε κάποιος περισσότερο σασπένς, περισσότερες ευκαιρίες για τρόμο και πιο δυνατή σκηνοθεσία. Αντ’ αυτού, ο σκηνοθέτης προτιμά να γυρίσει την ταινία από τα στοιχεία θρίλερ που περιείχε στην αρχή σε ένα παραφυσικό δράμα, όπου η αποκάλυψη στο τέλος είχε γίνει αντιληπτή μισή ώρα πριν το φινάλε.
Η αποδυνάμωση του τέλους πρέπει να οφείλεται σε λανθασμένες επιλογές στην δομή του έργου. Η κοιλιά που κάνει το έργο μετά την έκρηξη στην κουζίνα, δεν μπορεί να συμμαζευτεί, αφού πλέον δεν υπάρχουν γεγονότα να στηρίξουν τις σκηνές που ακολουθούν. Η οργάνωση και η προσπάθεια να εξοπλιστούν τα παιδιά είναι πολύ βαρετή, επιφανειακή και σε κάνει να νοσταλγείς ταινίες τύπου «Ο πόλεμος των κουμπιών». Ο θάνατος του διευθυντή του ιδρύματος περνάει στο ντούκου, χωρίς να σε κάνει να εκτιμήσεις όσο θα έπρεπε τα τελευταία δευτερόλεπτα της ταινίας.
Αυτό που βοηθάει, όμως, στη δημιουργία ενός κάποιου θριλεράτου κλίματος, τουλάχιστον στην αρχή του έργου, είναι η μουσική. Με τα βαθιά έγχορδα να παίζουν ακανόνιστα αργούς ρυθμούς, ο θεατής περιμένει με πραγματική αγωνία την άφιξη του φαντάσματος.
Γενικώς, όμως, η ταινία υποπίπτει στο μεγαλύτερο λάθος για θρίλερ: το κλίμα. Πολύ μεγάλα μέρη της ταινίας εξελίσσονται την ημέρα, με αποτέλεσμα να χάνεται η συνοχή των υποβλητικών σκηνών, οι οποίες φυσικά εξελίσσονται νύχτα. Η φωτογραφία, επίσης, είναι μέτρια, όπως στα περισσότερα ισπανικά θρίλερ. Οι Ίβηρες δεν επιλέγουν φακούς σκοτεινούς και υποβλητικούς, προτιμούν φωτεινά και ρεαλιστικά χρώματα, κάτι που στερεί στοιχεία από τη δημιουργία θριλεράτου κλίματος.
Η μεγαλύτερη αστοχία για μένα, όμως, γίνεται με την βόμβα. Στο κέντρο της αυλής του ιδρύματος βρίσκεται καρφωμένη στο χώμα μια βόμβα, υπόλειμμα από τους βομβαρδισμούς του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Ένας εμπνευσμένος σκηνοθέτης θα είχε αξιοποιήσει το ωραίο αυτό σεναριακό εύρημα ως σύμβολο αντιπολεμικό και εφαλτήριο καταγγελίας για τον εμφύλιο πόλεμο που μάστιζε για χρόνια την χώρα. Αντ’ αυτού, ο σκηνοθέτης απλά την αξιοποιεί σαν ένα ιδιαίτερο ντεκόρ και τίποτα παραπάνω.
Οι ερμηνείες είναι καλές, τίποτα ενοχλητικό, τίποτα σημαντικό. Η αξιοποίηση δύο κορυφαίων ισπανών ηθοποιών, όπως της Μαρίσα Παρέδες ως μεσήλικα δασκάλα και του Φρεντερίκο Λούπι ως διευθυντή του ιδρύματος ήταν εντελώς άστοχες, αφού η μικρή έκταση των ρόλων τους δεν τους έδωσε την δυνατότητα να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους.
Γενικώς, μου μένουν καλές εντυπώσεις από ένα θρίλερ καθόλου πρωτότυπο, πάντως ευχάριστο να το βλέπει κανείς. Καμία σχέση με κορυφαία ισπανόγλωσσα θρίλερ όπως το «Ορφανοτροφείο» ή ο «Λαβύρινθος του Πάνα», αλλά σε κάθε περίπτωση αξίζει να το δει κάποιος για να περάσει όμορφα, χωρίς τρόμο, αλλά με συμπαθητικό κλίμα, καλές ερμηνείες και προβλέψιμες ανατροπές. Δείτε την με τρεις τέσσερεις φίλους, παγωτό και κρύο κόκκινο κρασί.
Πέμπτη 26 Μαΐου 2011
MovieReactor: Poltergeist (1982)
POLTERGEIST (1982)
Ή ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ
Χαμένος κάπου στις απόκρημνες βουνοκορφές της Πίνδου, αποφάσισα μια βροχερή μέρα να σκοτώσω τον ελεύθερο (ή όχι) χρόνο μου βλέποντας ένα κλασσικό αμερικάνικο θρίλερ. Σκέφτηκα, φυσικά το Poltergeist ή αλλιώς «Το πνεύμα του κακού», ταινία του 1982, όταν ο βρεφικός κινηματογραφικά Σπήλμπεργκ υπέγραφε την παραγωγή μιας ταινίας που έχει σαφώς χάσει το τρομακτικό της άρωμα με το πέρασμα των χρόνων, παραμένει όμως στιβαρή παρακαταθήκη εφευρετικότητας για ακόμη μια γενιά σκηνοθετών τρόμου:
Γλυκανάλατη μεσοαστική αμερικάνικη οικογένεια ζει σε όμορφο σπίτι σε γλυκανάλατη γειτονιά μιας γλυκανάλατης επαρχιακής πόλης κάπου στην γλυκανάλατη αμερική. Τόση Μπάρμπυ όμως δεν αντέχεται, οπότε το πάλλευκο, κατάξανθο και ζουμπουρλούδικο εξάχρονο κοριτσάκι της οικογένειας, δέχεται την επίσκεψη πνευμάτων από απόκοσμη διάσταση μέσω της τηλεόρασης (καταγγελία του σκηνοθέτη για τα μίντια; - δεν νομίζω…), τα οποία πνεύματα κατσικώνονται μέσα στο σπίτι και δεν λένε να φύγουν. Όσο διασκεδαστικό είναι στην αρχή για την οικογένεια να βλέπει τις καρέκλες τις κουζίνας να κάνουν αεροπλανικά από μόνες τους, τόσο τρομακτική γίνεται η κατάσταση όταν τα πνεύματα απαγάγουν το πάλλευκο, κατάξανθο και ζουμπουρλούδικο κοριτσάκι. Η αγωνιούσα μήτηρ καλεί επειγόντως μέντιουμ και ψυχοερευνητές για να καταλάβει τι συμβαίνει στο σπίτι και να βρει την κόρη της, όταν τελικά ο πατέρας μαθαίνει από τον πολεοδόμο της πόλης ότι η γειτονιά αυτή έχει ανεγερθεί πάνω σε παλιό νεκροταφείο (μπρρρρ…..). Στο σπίτι, όμως, τα πνεύματα αρχίζουν να μουγκρίζουν επικίνδυνα, γίνονται όλο και πιο απειλητικά και τελικά αρχίζουν κι εμφανίζονται στα μέλη της οικογένειας, σπέρνοντας τον πανικό…
Ομολογώ ότι τον σκηνοθέτη της ταινίας, Τόμπυ Χούπερ, δεν τον ήξερα. Ρίχνοντας, όμως, βλέφαρο στην φιλμογραφία του, είδα ότι είναι γνώστης του τρόμου, αφού στις ταινίες του συμπεριλαμβάνονται τίτλοι όπως το κλασικό «Texas chainsaw massacre», η σειρά ταινιών «Poltergeist», το «Τούνελ του τρόμου» και η τηλεταινία «Salem’s lot» από το βιβλίο του Στήβεν Κινγκ. Δεν απορώ, λοιπόν, που η σημερινή ταινία είχε όλα τα στοιχεία εκείνα που θα έκαναν έναν νεαρό θεατή του 1982 να τα κάνει πάνω του.
Στο επίκεντρο της ταινίας του θέτει μια μεσοαστική οικογένεια. Δυο γονείς που υπεραγαπούν τα παιδιά του, βασικά ζουν γι’ αυτά, και τρία παιδιά, σύμφωνα με τις επιταγές της πουριτανικής αμερικάνικης κοινωνίας των ’80, μια μεγάλη κόρη και δυο μικρά αδέρφια, αγόρι και κορίτσι. Οι πρωταγωνιστικοί ήρωες είναι ποτισμένοι με κάθε τι αντιπροσωπευτικό της συντηρητικής αμερικάνικης κοινωνίας: η μεγάλη κοπέλα πηγαίνει σχολείο και θέλει να είναι popular, η μητέρα φροντίζει τα μικρά παιδιά, ο μπαμπάς προσφέρει τα προς το ζην, το σπίτι είναι τεράστιο, αν και από ξύλο κόντρα-πλακέ, κηπουρική, χοροί σχολείου, βραδινό όλη η οικογένεια μαζί, κι άλλες τέτοιες κομφορμιστικές αρλούμπες που σε κάνουν να χάνεις τον έλεγχο του οισοφάγου σου… Βέβαια, μπορώ να δικαιολογήσω τον σκηνοθέτη που επιλέγει να συνταχθεί με το ρεύμα της πουριτανικής αυτής κοινωνίας, καθώς – πολύ απλά – δεν τον νοιάζει να κάνει οποιαδήποτε κοινωνική καταγγελία. Απλώς θέλει να τρομάξει κοσμάκη με την ταινία του. Απλά τα πράματα – τελεία και παύλα.
Τα πνεύματα αρχίζουν κι επικοινωνούν με το κοριτσάκι, το μικρότερο μέλος της οικογένειας. Προφανώς λόγω αγνότητας και έλλειψης σύνθετης σκέψης, που πηγάζουν από το νεαρότατο της ηλικίας, η μικρή κοπελίτσα μπορεί και αντιλαμβάνεται τις εξωκοσμικές φράσεις που της τσαμπουνάνε τα πνεύματα από τον άλλο κόσμο. Πάντως, είναι γνωστό το τέχνασμα αυτό σε θρίλερ, ότι δηλαδή τα μικρά παιδάκια καταλαβαίνουν την ύπαρξη πνευμάτων ή γενικώς την παραφυσική δραστηριότητα. Το τέχνασμα αυτό εμφανίζεται για πρώτη φορά τόσο έντονα στο Poltergeist, και αυτή είναι η πρώτη πρωτοπορία της ταινίας.
Η παραφυσική δραστηριότητα μέσα στο σπίτι πλέον δεν μπορεί να αγνοηθεί από τους γονείς της οικογένειας, οι οποίοι αρχικά απολαμβάνουν αυτό το παράξενο γεγονός, γελώντας με τα αεροπλανικά που κάνουν οι καρέκλες στην κουζίνα. Κάπου εδώ αρχίζει να αναρωτιέται ο θεατής: «βρε, λες τελικά τα πνεύματα αυτά να είναι καλά?». Ναι, καλά…
Σε μια αναταραχή, το κοριτσάκι απαγάγεται από τα πνεύματα, κι από κει και πέρα ξεκινά το δράμα της οικογένειας, και μαζί ένα παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Η οικογένεια, με την βοήθεια ομάδας ψυχοερευνητών αλλά και ενός πανίσχυρου μέντιουμ, αρχίζει να μελετά την συμπεριφορά των πνευμάτων, να καταγράφει τα παράξενα που συμβαίνουν στο σπίτι και να προσπαθεί να κατανοήσει τι θέλουν τα πνεύματα από αυτούς και πώς θα πάρουν πίσω την κόρη τους. Αρχίζουν λοιπόν να προκαλούν τα πνεύματα. Προσπαθούν να τα κάνουν να εμφανιστούν μπροστά τους, για να αρχίσουν να κατανοούν την κατάσταση αλλά και τι θα κάνουν, με κίνδυνο να σκοτωθούν.
Μετά από πολλές επαφές, το μέντιουμ καταφέρνει να ανοίξει μια πύλη στην άλλη διάσταση και η μάνα μπαίνει μέσα και παίρνει το κοριτσάκι. Η σκηνή όπου γίνεται όλο αυτό είναι γελοία, καθώς το μέντιουμ χρησιμοποιεί κάτι μπαλάκια του γκολφ για να ανοίξει την πύλη της άλλης διάστασης. Μπορώ να καταλάβω το αδιέξοδο του σκηνοθέτη να βρει έναν τρόπο να δείξει πώς μπορεί να ανοίξει αυτή η ριμάδα η πύλη, όμως ο τρόπος που επιλέγει να το δείξει προκαλεί τουλάχιστον γέλια.
Το μυστήριο τελειώνει, όταν ο μπαμπάς μαθαίνει την αλήθεια για την γειτονιά όπου βρίσκεται το σπίτι του: παλιά υπήρχε νεκροταφείο, το οποίο μεταφέρθηκε, όχι όμως και τα πτώματα που βρίσκονταν θαμμένα στη γη. Να ένα ακόμα τέχνασμα που συναντάμε τόσο έντονο στην ταινία: ο μύθος της ασέβειας στους νεκρούς, και το χτίσιμο σπιτιού πάνω σε παλιό νεκροταφείο.
Η δε τελευταία σεκάνς, όπου στο ξενοδοχείο πια ο μπαμπάς βγάζει έξω από το δωμάτιο την τηλεόραση, είναι όλα τα λεφτά!
Πραγματικά, στην ταινία αυτή δεν βρίσκω να υπάρχει κάποιο σχόλιο που μπορεί να κάνει κάποιος αναλυτής σχετικά με κοινωνικό-φιλοσοφικές προεκτάσεις: είναι μια ταινία που δημιουργήθηκε για να τρομάξει τον θεατή του 1982. Ο σύγχρονος θεατής πρέπει να ξέρει ότι δεν θα τρομάξει, απλώς θα κάτσει στην άκρη της καρέκλας του σε κάποιες σκηνές, σε κάποιες θα αηδιάσει και σε κάποιες άλλες θα ξαφνιαστεί.
Αξέχαστες δύο σκηνές: η πρώτη με το ανσάμπλ των καρεκλών πάνω στο τραπέζι της κουζίνας σε σχήμα ανάποδου τριγώνου καθώς και η σκηνή του διαδρόμου, σκηνή ανθολογίας, όπου βλέπουμε έναν σκοτεινό διάδρομο, την πλάτη της μάνας και στο βάθος μια πόρτα με λάμψη να φαίνεται από κάτω. Κι όπως βλέπουμε τον διάδρομο, αυτός φαίνεται σαν να μακραίνει από μόνος του, σαν να απομακρύνεται η πόρτα που βρίσκεται στο βάθος του. Κλασσικό τεχνικό εφέ, πασίγνωστο από την χρήση του και σε άλλες ταινίες.
Η χρήση της μουσικής είναι απλά εξαιρετική. Στην αρχή της ταινίας, όπου όλα δείχνουν φυσιολογικά και καθημερινά για την οικογένεια, δεν υπάρχει μουσική, ακούγεται μια παγερή σιωπή ως υπόβαθρο, σαν να σου κλείνει το μάτι ο σκηνοθέτης και να σου λέει: «Τα βλέπεις όλα φυσιολογικά, αλλά για πόσο ακόμα?»…. Και μετά, όσο προχωράει η ταινία, χρησιμοποιείται ελάχιστα, αλλά σε κρίσιμα σημεία, εντείνοντας στην αγωνία, χωρίς όμως να σε τρομάζει ή να ξαφνιάζει.
Οι ερμηνείες είναι μέτριες, αλλά καθόλου ενοχλητικές. Κανένας ηθοποιός δεν αξίζει τίποτα παραπάνω από ένα απλό «πολύ καλά». Υπάρχει όμως μια αξιοπρόσεχτη ερμηνεία που έρχεται προς το τέλος της ταινίας και ξεχωρίζει: η λιλιπούτεια Ζέλντα Ρουμπινστάιν ως μπασμένο πλην παλίσχυρο μέντιουμ, που τελικά δίνει την λύση για το στοίχειωμα, είναι εξαιρετική, κυρίως χάρη στις απόκοσμες φωνητικές της χορδές και στο ημίτυφλο βλέμμα της.
Ταινία του 1982 για θεατές του 1982, το Poltergeist πλέον δεν τρομάζει, αποτελεί όμως ένα μουσείο από τεχνικές και ευρήματα που χρησιμοποιήθηκαν σε πολλές μεταγενέστερες ταινίες τρόμου (είδα κάπου και δάνεια που έχει κάνει το Supernatural), επομένως αξίζει να την δει κανείς, γνωρίζοντας ότι πρόκειται να δει ένα παλαιολιθικό θρίλερ, να βιώσει τρόμο από την εποχή του σιδήρου. Δείτε την με μεγάλη παρέα, κρασί και ποπκόρν.
Ή ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ
Χαμένος κάπου στις απόκρημνες βουνοκορφές της Πίνδου, αποφάσισα μια βροχερή μέρα να σκοτώσω τον ελεύθερο (ή όχι) χρόνο μου βλέποντας ένα κλασσικό αμερικάνικο θρίλερ. Σκέφτηκα, φυσικά το Poltergeist ή αλλιώς «Το πνεύμα του κακού», ταινία του 1982, όταν ο βρεφικός κινηματογραφικά Σπήλμπεργκ υπέγραφε την παραγωγή μιας ταινίας που έχει σαφώς χάσει το τρομακτικό της άρωμα με το πέρασμα των χρόνων, παραμένει όμως στιβαρή παρακαταθήκη εφευρετικότητας για ακόμη μια γενιά σκηνοθετών τρόμου:
Γλυκανάλατη μεσοαστική αμερικάνικη οικογένεια ζει σε όμορφο σπίτι σε γλυκανάλατη γειτονιά μιας γλυκανάλατης επαρχιακής πόλης κάπου στην γλυκανάλατη αμερική. Τόση Μπάρμπυ όμως δεν αντέχεται, οπότε το πάλλευκο, κατάξανθο και ζουμπουρλούδικο εξάχρονο κοριτσάκι της οικογένειας, δέχεται την επίσκεψη πνευμάτων από απόκοσμη διάσταση μέσω της τηλεόρασης (καταγγελία του σκηνοθέτη για τα μίντια; - δεν νομίζω…), τα οποία πνεύματα κατσικώνονται μέσα στο σπίτι και δεν λένε να φύγουν. Όσο διασκεδαστικό είναι στην αρχή για την οικογένεια να βλέπει τις καρέκλες τις κουζίνας να κάνουν αεροπλανικά από μόνες τους, τόσο τρομακτική γίνεται η κατάσταση όταν τα πνεύματα απαγάγουν το πάλλευκο, κατάξανθο και ζουμπουρλούδικο κοριτσάκι. Η αγωνιούσα μήτηρ καλεί επειγόντως μέντιουμ και ψυχοερευνητές για να καταλάβει τι συμβαίνει στο σπίτι και να βρει την κόρη της, όταν τελικά ο πατέρας μαθαίνει από τον πολεοδόμο της πόλης ότι η γειτονιά αυτή έχει ανεγερθεί πάνω σε παλιό νεκροταφείο (μπρρρρ…..). Στο σπίτι, όμως, τα πνεύματα αρχίζουν να μουγκρίζουν επικίνδυνα, γίνονται όλο και πιο απειλητικά και τελικά αρχίζουν κι εμφανίζονται στα μέλη της οικογένειας, σπέρνοντας τον πανικό…
Ομολογώ ότι τον σκηνοθέτη της ταινίας, Τόμπυ Χούπερ, δεν τον ήξερα. Ρίχνοντας, όμως, βλέφαρο στην φιλμογραφία του, είδα ότι είναι γνώστης του τρόμου, αφού στις ταινίες του συμπεριλαμβάνονται τίτλοι όπως το κλασικό «Texas chainsaw massacre», η σειρά ταινιών «Poltergeist», το «Τούνελ του τρόμου» και η τηλεταινία «Salem’s lot» από το βιβλίο του Στήβεν Κινγκ. Δεν απορώ, λοιπόν, που η σημερινή ταινία είχε όλα τα στοιχεία εκείνα που θα έκαναν έναν νεαρό θεατή του 1982 να τα κάνει πάνω του.
Στο επίκεντρο της ταινίας του θέτει μια μεσοαστική οικογένεια. Δυο γονείς που υπεραγαπούν τα παιδιά του, βασικά ζουν γι’ αυτά, και τρία παιδιά, σύμφωνα με τις επιταγές της πουριτανικής αμερικάνικης κοινωνίας των ’80, μια μεγάλη κόρη και δυο μικρά αδέρφια, αγόρι και κορίτσι. Οι πρωταγωνιστικοί ήρωες είναι ποτισμένοι με κάθε τι αντιπροσωπευτικό της συντηρητικής αμερικάνικης κοινωνίας: η μεγάλη κοπέλα πηγαίνει σχολείο και θέλει να είναι popular, η μητέρα φροντίζει τα μικρά παιδιά, ο μπαμπάς προσφέρει τα προς το ζην, το σπίτι είναι τεράστιο, αν και από ξύλο κόντρα-πλακέ, κηπουρική, χοροί σχολείου, βραδινό όλη η οικογένεια μαζί, κι άλλες τέτοιες κομφορμιστικές αρλούμπες που σε κάνουν να χάνεις τον έλεγχο του οισοφάγου σου… Βέβαια, μπορώ να δικαιολογήσω τον σκηνοθέτη που επιλέγει να συνταχθεί με το ρεύμα της πουριτανικής αυτής κοινωνίας, καθώς – πολύ απλά – δεν τον νοιάζει να κάνει οποιαδήποτε κοινωνική καταγγελία. Απλώς θέλει να τρομάξει κοσμάκη με την ταινία του. Απλά τα πράματα – τελεία και παύλα.
Τα πνεύματα αρχίζουν κι επικοινωνούν με το κοριτσάκι, το μικρότερο μέλος της οικογένειας. Προφανώς λόγω αγνότητας και έλλειψης σύνθετης σκέψης, που πηγάζουν από το νεαρότατο της ηλικίας, η μικρή κοπελίτσα μπορεί και αντιλαμβάνεται τις εξωκοσμικές φράσεις που της τσαμπουνάνε τα πνεύματα από τον άλλο κόσμο. Πάντως, είναι γνωστό το τέχνασμα αυτό σε θρίλερ, ότι δηλαδή τα μικρά παιδάκια καταλαβαίνουν την ύπαρξη πνευμάτων ή γενικώς την παραφυσική δραστηριότητα. Το τέχνασμα αυτό εμφανίζεται για πρώτη φορά τόσο έντονα στο Poltergeist, και αυτή είναι η πρώτη πρωτοπορία της ταινίας.
Η παραφυσική δραστηριότητα μέσα στο σπίτι πλέον δεν μπορεί να αγνοηθεί από τους γονείς της οικογένειας, οι οποίοι αρχικά απολαμβάνουν αυτό το παράξενο γεγονός, γελώντας με τα αεροπλανικά που κάνουν οι καρέκλες στην κουζίνα. Κάπου εδώ αρχίζει να αναρωτιέται ο θεατής: «βρε, λες τελικά τα πνεύματα αυτά να είναι καλά?». Ναι, καλά…
Σε μια αναταραχή, το κοριτσάκι απαγάγεται από τα πνεύματα, κι από κει και πέρα ξεκινά το δράμα της οικογένειας, και μαζί ένα παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Η οικογένεια, με την βοήθεια ομάδας ψυχοερευνητών αλλά και ενός πανίσχυρου μέντιουμ, αρχίζει να μελετά την συμπεριφορά των πνευμάτων, να καταγράφει τα παράξενα που συμβαίνουν στο σπίτι και να προσπαθεί να κατανοήσει τι θέλουν τα πνεύματα από αυτούς και πώς θα πάρουν πίσω την κόρη τους. Αρχίζουν λοιπόν να προκαλούν τα πνεύματα. Προσπαθούν να τα κάνουν να εμφανιστούν μπροστά τους, για να αρχίσουν να κατανοούν την κατάσταση αλλά και τι θα κάνουν, με κίνδυνο να σκοτωθούν.
Μετά από πολλές επαφές, το μέντιουμ καταφέρνει να ανοίξει μια πύλη στην άλλη διάσταση και η μάνα μπαίνει μέσα και παίρνει το κοριτσάκι. Η σκηνή όπου γίνεται όλο αυτό είναι γελοία, καθώς το μέντιουμ χρησιμοποιεί κάτι μπαλάκια του γκολφ για να ανοίξει την πύλη της άλλης διάστασης. Μπορώ να καταλάβω το αδιέξοδο του σκηνοθέτη να βρει έναν τρόπο να δείξει πώς μπορεί να ανοίξει αυτή η ριμάδα η πύλη, όμως ο τρόπος που επιλέγει να το δείξει προκαλεί τουλάχιστον γέλια.
Το μυστήριο τελειώνει, όταν ο μπαμπάς μαθαίνει την αλήθεια για την γειτονιά όπου βρίσκεται το σπίτι του: παλιά υπήρχε νεκροταφείο, το οποίο μεταφέρθηκε, όχι όμως και τα πτώματα που βρίσκονταν θαμμένα στη γη. Να ένα ακόμα τέχνασμα που συναντάμε τόσο έντονο στην ταινία: ο μύθος της ασέβειας στους νεκρούς, και το χτίσιμο σπιτιού πάνω σε παλιό νεκροταφείο.
Η δε τελευταία σεκάνς, όπου στο ξενοδοχείο πια ο μπαμπάς βγάζει έξω από το δωμάτιο την τηλεόραση, είναι όλα τα λεφτά!
Πραγματικά, στην ταινία αυτή δεν βρίσκω να υπάρχει κάποιο σχόλιο που μπορεί να κάνει κάποιος αναλυτής σχετικά με κοινωνικό-φιλοσοφικές προεκτάσεις: είναι μια ταινία που δημιουργήθηκε για να τρομάξει τον θεατή του 1982. Ο σύγχρονος θεατής πρέπει να ξέρει ότι δεν θα τρομάξει, απλώς θα κάτσει στην άκρη της καρέκλας του σε κάποιες σκηνές, σε κάποιες θα αηδιάσει και σε κάποιες άλλες θα ξαφνιαστεί.
Αξέχαστες δύο σκηνές: η πρώτη με το ανσάμπλ των καρεκλών πάνω στο τραπέζι της κουζίνας σε σχήμα ανάποδου τριγώνου καθώς και η σκηνή του διαδρόμου, σκηνή ανθολογίας, όπου βλέπουμε έναν σκοτεινό διάδρομο, την πλάτη της μάνας και στο βάθος μια πόρτα με λάμψη να φαίνεται από κάτω. Κι όπως βλέπουμε τον διάδρομο, αυτός φαίνεται σαν να μακραίνει από μόνος του, σαν να απομακρύνεται η πόρτα που βρίσκεται στο βάθος του. Κλασσικό τεχνικό εφέ, πασίγνωστο από την χρήση του και σε άλλες ταινίες.
Η χρήση της μουσικής είναι απλά εξαιρετική. Στην αρχή της ταινίας, όπου όλα δείχνουν φυσιολογικά και καθημερινά για την οικογένεια, δεν υπάρχει μουσική, ακούγεται μια παγερή σιωπή ως υπόβαθρο, σαν να σου κλείνει το μάτι ο σκηνοθέτης και να σου λέει: «Τα βλέπεις όλα φυσιολογικά, αλλά για πόσο ακόμα?»…. Και μετά, όσο προχωράει η ταινία, χρησιμοποιείται ελάχιστα, αλλά σε κρίσιμα σημεία, εντείνοντας στην αγωνία, χωρίς όμως να σε τρομάζει ή να ξαφνιάζει.
Οι ερμηνείες είναι μέτριες, αλλά καθόλου ενοχλητικές. Κανένας ηθοποιός δεν αξίζει τίποτα παραπάνω από ένα απλό «πολύ καλά». Υπάρχει όμως μια αξιοπρόσεχτη ερμηνεία που έρχεται προς το τέλος της ταινίας και ξεχωρίζει: η λιλιπούτεια Ζέλντα Ρουμπινστάιν ως μπασμένο πλην παλίσχυρο μέντιουμ, που τελικά δίνει την λύση για το στοίχειωμα, είναι εξαιρετική, κυρίως χάρη στις απόκοσμες φωνητικές της χορδές και στο ημίτυφλο βλέμμα της.
Ταινία του 1982 για θεατές του 1982, το Poltergeist πλέον δεν τρομάζει, αποτελεί όμως ένα μουσείο από τεχνικές και ευρήματα που χρησιμοποιήθηκαν σε πολλές μεταγενέστερες ταινίες τρόμου (είδα κάπου και δάνεια που έχει κάνει το Supernatural), επομένως αξίζει να την δει κανείς, γνωρίζοντας ότι πρόκειται να δει ένα παλαιολιθικό θρίλερ, να βιώσει τρόμο από την εποχή του σιδήρου. Δείτε την με μεγάλη παρέα, κρασί και ποπκόρν.
Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011
MovieReactor: The black swan (2010)
THE BLACK SWAN (2010)
Ή Η ΛΟΡΑ ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ
Ένα γλυκό χειμωνιάτικο βράδυ, με ένα ποτήρι κρασί στο κομοδίνο μου και ένα άδειο τασάκι, αποφάσισα να δω μια ταινία, η οποία έπρεπε οπωσδήποτε να είναι σπουδαία, σαν μια αποτοξίνωση από τις αηδίες που έχουν πλημμυρίσει το μυαλό μου τις τελευταίες μέρες. Είπα λοιπόν να επιλέξω από την δεξαμενή των φαβορί για τα φετινά Όσκαρ, και μάλιστα ένα δημιούργημα ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη που με έχει απογοητεύσει ελάχιστες φορές. Δίκαιη επιλογή το “The black swan” του Ντάρεν Αρονόφσκυ.
Νεαρή φέρελπις χορεύτρια του κλασσικού μπαλέτου (Νάταλυ Πόρτμαν), άβγαλτη στη ζωή και με ελάχιστες εμπειρίες, εργάζεται πολύ σκληρά για να τελειοποιήσει την τεχνική της στον χορό. Η μητέρα της (Μπάρμπαρα Χέρσεϋ) την υποστηρίζει, παρέχοντάς της τα πάντα ώστε εκείνη να μπορεί να ασχοληθεί ανενόχλητη με τον χορό. Το ανέβασμα του έργου «Η Λίμνη των Κύκνων» θα έρθει σαν μια ευκαιρία για εκείνη να αποδείξει τι αξίζει στη σκηνή, αφού ο χορογράφος του έργου (Βενσάν Κασέλ) την επιλέγει να παίξει τον διπλό ρόλο του Λευκού και του Μαύρου Κύκνου. Η προσέγγιση του Λευκού Κύκνου είναι εύκολη, όμως ο ρόλος του Μαύρου Κύκνου είναι εμποτισμένος με τα στοιχεία εκείνα που έρχονται σε ανοιχτή κόντρα με την ιδιοσυγκρασία της κοπέλας. Ξεκινά, λοιπόν, μια προσπάθεια καταβύθισης στο εγώ της, προσπαθώντας να εντοπίσει όποια σκοτεινά στοιχεία διαθέτει. Η καταβύθιση όμως αυτή την οδηγεί στην παράνοια και τελικά στην απελευθέρωσή της προς τον πραγματικό κόσμο.
Ο Ντάρεν Αρονόφσκυ, όπως συχνά λέω για τέτοιους σκηνοθέτες, ξέρει πώς να κάνει σινεμά. Κι αυτό το δείχνει και στην τελευταία του δημιουργία. Επιλέγει και πάλι να δείξει την ταλαιπώρια ενός ανθρώπου, ο οποίος κατατρύχεται από τις υποχρεώσεις του και από ένα προσωπικό στοίχημα, ήτοι την υπέρβαση των δυνατοτήτων του. Η προβληματική αυτή ακολουθεί τα έργα του γενικώς και περικλείει δημιουργικά το σύνολο του έργου του (Πι, Ο παλαιστής, Ρέκβιεμ για ένα όνειρο). Το τελευταία του έργο έχει στο κέντρο του μια μπαλαρίνα που καλείται να ερμηνεύσει έναν διπλό ρόλο, την προσωποποίηση του καλού και του κακού ταυτόχρονα στην ίδια παράσταση.
Για να γίνει πιο σαφής ο διττός ρόλος που προσφέρεται στην νεαρή χορεύτρια να ερμηνεύσει, ας εξηγήσω την ιστορία της Λίμνης των Κύκνων. Πρίγκιπας ερωτεύεται πανέμορφη κοπέλα, η οποία έχει την κατάρα κάθε μέρα να μεταμορφώνεται σε λευκό κύκνο και κάθε νύχτα να γίνεται άνθρωπος. Την κατάρα αυτή την έχουν και οι αδερφές της, κύκνοι στην λίμνη ενός κακού μάγου. Όταν μετά από καιρό ο πρίγκιπας ερωτάται ποια θέλει να παντρευτεί, εμφανίζεται μαύρος κύκνος που μεταμορφώνεται σε κοπέλα που μοιάζει πάρα πολύ με τον λευκό κύκνο που είχε ερωτευτεί ο πρίγκιπας. Αμέσως και χωρίς να καταλάβει ότι η μαγεμένη κοπέλα δεν είναι η ίδια με εκείνη που είχε γνωρίσει τότε στην λίμνη, λέει ότι θέλει να παντρευτεί αυτήν. Όταν ο λευκός κύκνος μαθαίνει ότι ο έρωτάς της παντρεύεται την μαύρο κύκνο, αυτοκτονεί τραγουδώντας το ομορφότερο τραγούδι της.
Απλό παραμυθάκι βγαλμένο από την κεντρο-ευρωπαϊκή μυθολογική παράδοση, με πολύ εύκολους συμβολισμούς. Ο λευκός κύκνος συμβολίζει την αγνότητα, την αφέλεια, την ευθύτητα και την εύθραυστη φυσιογνωμία, ενώ ο μαύρος κύκνος το ψεύδος, την απάτη, την υστεροβουλία, την κακία και την αποπλάνηση. Η νεαρή χορεύτρια του έργου καλείται σε μία παράσταση να ενσαρκώσει και τους δυο ρόλους, όπως συνήθως γίνεται όταν ανεβαίνει το μπαλέτο αυτό σε θεατρική σκηνή. Κι εκεί αρχίζουν τα προβλήματα για την νεαρή.
Η μητέρα της χορεύτριας έχει δημιουργήσει ένα αποστειρωμένο, υπερπροστατευτικό περιβάλλον γύρω από την κόρη της, αποτρέποντάς την από οποιαδήποτε γήινη απόλαυση. Θεωρεί ότι η κόρη της έχει ταλέντο, το οποίο θα αναδείξει μόνο με στερήσεις, σωστή διατροφή και πολύωρη επίπονη άσκηση. Φαίνεται σαν η νεαρή να ζει σε μια γυάλα, προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσει τις δυνατότητες επαφής με τον έξω κόσμο. Το σπίτι της τρέπεται σε ένα γυάλινο καταφύγιο για εκείνη, ακριβώς όπως το σπίτι της Λόρα στον «Γυάλινο Κόσμο» του Τενεσύ Ουίλιαμς (τρομερό θεατρικό – όποιος δεν το έχει διαβάσει, ας το διαβάσει!). Η υπερπροστασία της μητέρας, όμως, δεν οδηγεί στην προστασία του παιδιού. Οδηγεί με νομοτελειακή ακρίβεια στην τάση του παιδιού να επαναστατήσει. Κι αυτό κάνει και η νεαρή χορεύτρια, με έναν πολύ ιδιάζοντα τρόπο όμως…
Ο χορογράφος Βενσάν Κασέλ, κατά τη διάρκεια των προβών, καταλαβαίνει ότι αυτό το κορίτσι είναι τόσο εύθραυστο, αγνό κι αφελές όσο και ο λευκός κύκνος. Όμως, δεν μπορεί να βγάλει το πάθος, την ίντριγκα και την λαγνεία που απαιτείται για τον ρόλο του μαύρου κύκνου. Την προτρέπει να απελευθερωθεί από τους ενδοιασμούς, τα ταμπού και τα στεγανά της. Η προτροπή αυτή είναι μια παραπάνω σπρωξιά για την χορεύτρια. Το θέμα, όμως, είναι ότι την σπρώχνει προς το λάθος σημείο.
Η μικρή αρχίζει και τα χάνει. Συνειδητοποιεί ότι για να βγάλει εις πέρας τον ρόλο της, πρέπει να απελευθερωθεί από όλη την μέχρι τώρα ζωή της. Βλέπει ότι χορεύτρια –δηλ καλλιτέχνης- δεν γίνεσαι μόνο με την τεχνική, αλλά χρειάζεται και πάθος. Το πάθος, όμως, το έχει απορρίψει από την ζωή της, το έχει θυσιάσει για να έχει χρόνο να δουλέψει την τεχνική. Το αδιέξοδο αυτό στο οποίο βρίσκεται, δεν γνωρίζει πώς να το διαχειριστεί. Αρχίζει λοιπόν και έχει παραισθήσεις, που οφείλονται στην ένταση του άγχους που την διαπερνά, αλλά και στην απορία μήπως η μέχρι τώρα ζωή της ήταν μάταιη.
Το σπάσιμο του αυγού έρχεται όταν μπαίνει σε κλαμπάκι, παίρνει xtasy, σκυλοπηδιέται με όποιον βρει μπροστά της και καταλήγει στο σπίτι της, επιδιδόμενη σε υπερηδονικές στιγμές αυνανισμού. Η συμπεριφορά της από τότε αλλάζει. Από τη στιγμή εκείνη είναι μόνη της ενάντια στον κόσμο. Αρχίζει και διεκδικεί τα κεκτημένα της, βάζει στην θέση τους όσους την πείραζαν και γελούσαν μαζί της και βρίσκει τον χαρακτήρα να δώσει μια αξιομνημόνευτη ερμηνεία.
Την ημέρα της παράστασης οι παραισθήσεις εξακολουθούν να την κυνηγούν. Βλέπει παντού ανταγωνίστριες, αντιμετωπίζει την μοναξιά της κορυφής, συνειδητοποιεί ότι προσεγγίζει το ρόλο του μαύρου κύκνου περισσότερο από ότι θα ήθελε, και εν τέλει ολοκληρώνεται δίνοντας μια συγκλονιστική ερμηνεία με μοιραίο κόστος. Το τέλος δείχνει την τελική μέθεξη, την τελική ένωση του καλλιτέχνη με τον ρόλο που υποδύεται, και την μοιραία ακολουθία των δυο ιστοριών, αυτή του λευκού κύκνου και αυτή της νεαρής χορεύτριας (μόλις το δείτε, θα καταλάβετε τι εννοώ).
Πολύ μεστό σενάριο, ένα από τα καλύτερα σεναριακά επιτεύγματα που έχω δει εδώ και πολλά χρόνια. Με περιφερειακές ιστορίες που συνδέονται με την βασική, ρόλους που ξεπηδούν από το πουθενά και διαμορφώνουν καταστάσεις, μια άρτια μελέτη της ξαφνικής κοινωνικοποίησης μιας κοπέλας που παραπέμπει στην βία με την οποία έρχεται ένα μωρό στον κόσμο και ως μια ελεγεία στην καλλιτεχνική φύση του ανθρώπου και την μέθη που επιφέρει η ένωση του καλλιτέχνη με το δημιούργημά του, το σενάριο μυρίζει επάξια καραμπινάτο Όσκαρ.
Δυστυχώς, δεν ισχύει το ίδιο για την σκηνοθεσία. Ο Αρονόφκυ είχε στα χέρια του ένα τρομερό σενάριο, το οποίο τον ξεπέρασε. Σκηνοθετικά χρησιμοποίησε συμβολισμούς που ήταν εντελώς προφανείς, δεν ιντρίγκαρε καθόλου την σκέψη, παρουσίασε επίπεδα μια πολυεπίπεδη ιστορία, χωρίς να φωτίσει αυτά που ξεχώριζαν. Ουσιαστικά, φάνηκε σαν να μην είχε καταλάβει ακριβώς το έργο που ήθελε να σκηνοθετήσει. Φάνηκε σαν να μην είχε όραμα για την ταινία. Ο άνθρωπος είχε στα χέρια του ένα εξαιρετικά βαθύ σενάριο επιπέδου Τενεσύ Ουίλιαμς, και αυτό που κατάφερε να μας παρουσιάσει ήταν ένα ψυχόδραμα τρόμου, με τα στοιχεία του τρόμου και το κλίμα του θρίλερ να αναδεικνύονται, θάβοντας τις τρομερά βαθιές σεναριακές αρετές. Χρησιμοποιεί τεχνάσματα επιπέδου «Βλέπω το θάνατό σου» για να προκαλέσει τρόμο, ή μάλλον –καλύτερα- ταραχή, σβήνει τα φώτα σε αίθουσες –μπας και βγει ο μπαμπούλας από το σκοτάδι?...- και γενικώς βάζει εύκολα, εύκολα, εύκολα και εμπορικά μέσα, χάνοντας την μαγεία του σεναρίου κάπου μεταξύ ουρλιαχτού και αίματος που στάζει από το ταβάνι… Περίμενα πολλά παραπάνω από έναν τέτοιο πανάξιο σκηνοθέτη.
Για τους παραπάνω λόγους, η ταινία από αριστούργημα πέφτει στο επίπεδο της πολύ καλής (3-4 αστέρια). Αυτό που τεχνικά μπορώ να αναγνωρίσω ως πολύ θετικό είναι η χρήση της μουσικής του Τσαϊκόφσκυ, συνθέτη του έργου «η Λίμνη των Κύκνων». Ο συνδυασμός κλασσικής μουσικής με τις εντάσεις που δημιουργούνται ειδικά στο φινάλε είναι μαγευτικός.
Πολύ καλό μοντάζ, απαράδεκτη η original μουσική, γενικώς ικανοποιητικά χρώματα, όπως και οι φακοί και τα τεχνικά μέσα, καλό το μακιγιάζ και τα κουστούμια, βοηθούσαν στο να πιάσει ο θεατής την ατμόσφαιρα του πάλκου αλλά και του ιδρώτα που χύνουν οι χορευτές στις πρόβες και στην παράσταση.
Στις ερμηνείες έχουμε μια βασική γυναικεία και δυο δεύτερες.
Η Νάταλι Πόρτμαν είναι πολύ καλή ως νεαρή χορεύτρια. Με τις περιορισμένες δυνατότητες που έχει ως ηθοποιός, κατάφερε να αποδώσει πολύ καλά το 65-70% του ρόλου. Φάνηκε ως μια ηθοποιός που έχει πάει σε δραματική σχολή, έχει μάθει πέντε-έξι τεχνικές, και ήρθε να τις εφαρμόσει στον ρόλο της σημερινής ταινίας. Ξέρει πώς να κλαίει μπροστά στην κάμερα, όπως έκανε στην αρχή του έργου, ξέρει να δείχνει αγχωμένη, όπως έκανε στη μέση του έργου, και ξέρει να δείχνει χαιρέκακη, όπως έκανε στο τέλος του έργου. Σε καμία περίπτωση και για κανέναν λόγο δεν απογείωσε τον ρόλο στα ύψη που του άρμοζαν. Εκεί που έπρεπε να τρέμει από συναισθηματική έξαρση, εκείνη παρέμενε σιωπηλή και έκλεγε. Εκεί που την φίλησε ο χορογράφος, που θα έπρεπε να είναι αλαφιασμένη καθώς έβλεπε τον ηθικοπλαστικό της κόσμο να δέχεται το πρώτο του χτύπημα, εκείνη παρέμενε σιωπηλή κι έκλεγε. Εκεί που έπρεπε να αφήσει τον εσωτερικό της κόσμο να ξεχειλίσει από το αδιέξοδο που αντιμετώπιζε, εκείνη παρέμενε σιωπηλή κι έκλεγε. Βαρέθηκα να βλέπω αυτήν την κοπέλα να είναι σιωπηλή και να κλαίει… Πρέπει να καταλάβουμε ότι όταν κάποιος είναι ευαίσθητος κι εύθραυστος, δεν κλαίει όλη την ώρα!... Πάντως, για μια ηθοποιό επιπέδου Νάταλι Πόρτμαν, έπαιξε πολύ καλά. Σίγουρα θα λάβει υποψηφιότητα για Όσκαρ, διότι η ταινία πρέπει κάπως να πουλήσει. Να μου πεις, όμως, εδώ έχει πάρει όσκαρ η Σάντρα Μπούλοκ… Δουλευόμαστε τώρα…? Δεν σταματώ να σκέφτομαι, όμως, τι ρολάρα θα ήταν αυτή, αν έπαιζε στην ταινία –π.χ.- η Χίλαρυ Σουάνκ…
Η Μπάρμπαρα Χέρσεϋ ερμήνευσε την μητέρα της Πόρτμαν. Καλοστεκούμενη, νευρική, υστερική εκεί που έπρεπε, δυναμική, πολύ ισορροπημένη, έκανε μια πλήρη ερμηνεία σε έναν μικρό αλλά σημαντικό ρόλο.
Ο Βενσάν Κασέλ, πάντα αξιοπρεπής στα πλαίσια του γλυκανάλατου γαλλικού σινεμά, φέρνει μια ευρωπαϊκή ξινίλα που ταιριάζει γάντι στον ρόλο του. Με μια αδιόρατη καλλιτεχνική γοητεία, είναι αυτό που πρέπει για τον ρόλο του άντρα που δίνει την πρώτη ώθηση στην μούσα του προς την απελευθέρωση.
Γενικά μια πολύ καλή ταινία. Δυστυχώς για μένα, περίμενα πολλά παραπάνω. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι ένα πολύ καλό ψυχόδραμα τρόμου. Προτείνεται με μεγάλη παρέα, ποπκόρν, και βότκα (ρώσικη, προς τιμήν του Τσαϊκόφσκυ). Δείτε την!
Ή Η ΛΟΡΑ ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ
Ένα γλυκό χειμωνιάτικο βράδυ, με ένα ποτήρι κρασί στο κομοδίνο μου και ένα άδειο τασάκι, αποφάσισα να δω μια ταινία, η οποία έπρεπε οπωσδήποτε να είναι σπουδαία, σαν μια αποτοξίνωση από τις αηδίες που έχουν πλημμυρίσει το μυαλό μου τις τελευταίες μέρες. Είπα λοιπόν να επιλέξω από την δεξαμενή των φαβορί για τα φετινά Όσκαρ, και μάλιστα ένα δημιούργημα ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη που με έχει απογοητεύσει ελάχιστες φορές. Δίκαιη επιλογή το “The black swan” του Ντάρεν Αρονόφσκυ.
Νεαρή φέρελπις χορεύτρια του κλασσικού μπαλέτου (Νάταλυ Πόρτμαν), άβγαλτη στη ζωή και με ελάχιστες εμπειρίες, εργάζεται πολύ σκληρά για να τελειοποιήσει την τεχνική της στον χορό. Η μητέρα της (Μπάρμπαρα Χέρσεϋ) την υποστηρίζει, παρέχοντάς της τα πάντα ώστε εκείνη να μπορεί να ασχοληθεί ανενόχλητη με τον χορό. Το ανέβασμα του έργου «Η Λίμνη των Κύκνων» θα έρθει σαν μια ευκαιρία για εκείνη να αποδείξει τι αξίζει στη σκηνή, αφού ο χορογράφος του έργου (Βενσάν Κασέλ) την επιλέγει να παίξει τον διπλό ρόλο του Λευκού και του Μαύρου Κύκνου. Η προσέγγιση του Λευκού Κύκνου είναι εύκολη, όμως ο ρόλος του Μαύρου Κύκνου είναι εμποτισμένος με τα στοιχεία εκείνα που έρχονται σε ανοιχτή κόντρα με την ιδιοσυγκρασία της κοπέλας. Ξεκινά, λοιπόν, μια προσπάθεια καταβύθισης στο εγώ της, προσπαθώντας να εντοπίσει όποια σκοτεινά στοιχεία διαθέτει. Η καταβύθιση όμως αυτή την οδηγεί στην παράνοια και τελικά στην απελευθέρωσή της προς τον πραγματικό κόσμο.
Ο Ντάρεν Αρονόφσκυ, όπως συχνά λέω για τέτοιους σκηνοθέτες, ξέρει πώς να κάνει σινεμά. Κι αυτό το δείχνει και στην τελευταία του δημιουργία. Επιλέγει και πάλι να δείξει την ταλαιπώρια ενός ανθρώπου, ο οποίος κατατρύχεται από τις υποχρεώσεις του και από ένα προσωπικό στοίχημα, ήτοι την υπέρβαση των δυνατοτήτων του. Η προβληματική αυτή ακολουθεί τα έργα του γενικώς και περικλείει δημιουργικά το σύνολο του έργου του (Πι, Ο παλαιστής, Ρέκβιεμ για ένα όνειρο). Το τελευταία του έργο έχει στο κέντρο του μια μπαλαρίνα που καλείται να ερμηνεύσει έναν διπλό ρόλο, την προσωποποίηση του καλού και του κακού ταυτόχρονα στην ίδια παράσταση.
Για να γίνει πιο σαφής ο διττός ρόλος που προσφέρεται στην νεαρή χορεύτρια να ερμηνεύσει, ας εξηγήσω την ιστορία της Λίμνης των Κύκνων. Πρίγκιπας ερωτεύεται πανέμορφη κοπέλα, η οποία έχει την κατάρα κάθε μέρα να μεταμορφώνεται σε λευκό κύκνο και κάθε νύχτα να γίνεται άνθρωπος. Την κατάρα αυτή την έχουν και οι αδερφές της, κύκνοι στην λίμνη ενός κακού μάγου. Όταν μετά από καιρό ο πρίγκιπας ερωτάται ποια θέλει να παντρευτεί, εμφανίζεται μαύρος κύκνος που μεταμορφώνεται σε κοπέλα που μοιάζει πάρα πολύ με τον λευκό κύκνο που είχε ερωτευτεί ο πρίγκιπας. Αμέσως και χωρίς να καταλάβει ότι η μαγεμένη κοπέλα δεν είναι η ίδια με εκείνη που είχε γνωρίσει τότε στην λίμνη, λέει ότι θέλει να παντρευτεί αυτήν. Όταν ο λευκός κύκνος μαθαίνει ότι ο έρωτάς της παντρεύεται την μαύρο κύκνο, αυτοκτονεί τραγουδώντας το ομορφότερο τραγούδι της.
Απλό παραμυθάκι βγαλμένο από την κεντρο-ευρωπαϊκή μυθολογική παράδοση, με πολύ εύκολους συμβολισμούς. Ο λευκός κύκνος συμβολίζει την αγνότητα, την αφέλεια, την ευθύτητα και την εύθραυστη φυσιογνωμία, ενώ ο μαύρος κύκνος το ψεύδος, την απάτη, την υστεροβουλία, την κακία και την αποπλάνηση. Η νεαρή χορεύτρια του έργου καλείται σε μία παράσταση να ενσαρκώσει και τους δυο ρόλους, όπως συνήθως γίνεται όταν ανεβαίνει το μπαλέτο αυτό σε θεατρική σκηνή. Κι εκεί αρχίζουν τα προβλήματα για την νεαρή.
Η μητέρα της χορεύτριας έχει δημιουργήσει ένα αποστειρωμένο, υπερπροστατευτικό περιβάλλον γύρω από την κόρη της, αποτρέποντάς την από οποιαδήποτε γήινη απόλαυση. Θεωρεί ότι η κόρη της έχει ταλέντο, το οποίο θα αναδείξει μόνο με στερήσεις, σωστή διατροφή και πολύωρη επίπονη άσκηση. Φαίνεται σαν η νεαρή να ζει σε μια γυάλα, προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσει τις δυνατότητες επαφής με τον έξω κόσμο. Το σπίτι της τρέπεται σε ένα γυάλινο καταφύγιο για εκείνη, ακριβώς όπως το σπίτι της Λόρα στον «Γυάλινο Κόσμο» του Τενεσύ Ουίλιαμς (τρομερό θεατρικό – όποιος δεν το έχει διαβάσει, ας το διαβάσει!). Η υπερπροστασία της μητέρας, όμως, δεν οδηγεί στην προστασία του παιδιού. Οδηγεί με νομοτελειακή ακρίβεια στην τάση του παιδιού να επαναστατήσει. Κι αυτό κάνει και η νεαρή χορεύτρια, με έναν πολύ ιδιάζοντα τρόπο όμως…
Ο χορογράφος Βενσάν Κασέλ, κατά τη διάρκεια των προβών, καταλαβαίνει ότι αυτό το κορίτσι είναι τόσο εύθραυστο, αγνό κι αφελές όσο και ο λευκός κύκνος. Όμως, δεν μπορεί να βγάλει το πάθος, την ίντριγκα και την λαγνεία που απαιτείται για τον ρόλο του μαύρου κύκνου. Την προτρέπει να απελευθερωθεί από τους ενδοιασμούς, τα ταμπού και τα στεγανά της. Η προτροπή αυτή είναι μια παραπάνω σπρωξιά για την χορεύτρια. Το θέμα, όμως, είναι ότι την σπρώχνει προς το λάθος σημείο.
Η μικρή αρχίζει και τα χάνει. Συνειδητοποιεί ότι για να βγάλει εις πέρας τον ρόλο της, πρέπει να απελευθερωθεί από όλη την μέχρι τώρα ζωή της. Βλέπει ότι χορεύτρια –δηλ καλλιτέχνης- δεν γίνεσαι μόνο με την τεχνική, αλλά χρειάζεται και πάθος. Το πάθος, όμως, το έχει απορρίψει από την ζωή της, το έχει θυσιάσει για να έχει χρόνο να δουλέψει την τεχνική. Το αδιέξοδο αυτό στο οποίο βρίσκεται, δεν γνωρίζει πώς να το διαχειριστεί. Αρχίζει λοιπόν και έχει παραισθήσεις, που οφείλονται στην ένταση του άγχους που την διαπερνά, αλλά και στην απορία μήπως η μέχρι τώρα ζωή της ήταν μάταιη.
Το σπάσιμο του αυγού έρχεται όταν μπαίνει σε κλαμπάκι, παίρνει xtasy, σκυλοπηδιέται με όποιον βρει μπροστά της και καταλήγει στο σπίτι της, επιδιδόμενη σε υπερηδονικές στιγμές αυνανισμού. Η συμπεριφορά της από τότε αλλάζει. Από τη στιγμή εκείνη είναι μόνη της ενάντια στον κόσμο. Αρχίζει και διεκδικεί τα κεκτημένα της, βάζει στην θέση τους όσους την πείραζαν και γελούσαν μαζί της και βρίσκει τον χαρακτήρα να δώσει μια αξιομνημόνευτη ερμηνεία.
Την ημέρα της παράστασης οι παραισθήσεις εξακολουθούν να την κυνηγούν. Βλέπει παντού ανταγωνίστριες, αντιμετωπίζει την μοναξιά της κορυφής, συνειδητοποιεί ότι προσεγγίζει το ρόλο του μαύρου κύκνου περισσότερο από ότι θα ήθελε, και εν τέλει ολοκληρώνεται δίνοντας μια συγκλονιστική ερμηνεία με μοιραίο κόστος. Το τέλος δείχνει την τελική μέθεξη, την τελική ένωση του καλλιτέχνη με τον ρόλο που υποδύεται, και την μοιραία ακολουθία των δυο ιστοριών, αυτή του λευκού κύκνου και αυτή της νεαρής χορεύτριας (μόλις το δείτε, θα καταλάβετε τι εννοώ).
Πολύ μεστό σενάριο, ένα από τα καλύτερα σεναριακά επιτεύγματα που έχω δει εδώ και πολλά χρόνια. Με περιφερειακές ιστορίες που συνδέονται με την βασική, ρόλους που ξεπηδούν από το πουθενά και διαμορφώνουν καταστάσεις, μια άρτια μελέτη της ξαφνικής κοινωνικοποίησης μιας κοπέλας που παραπέμπει στην βία με την οποία έρχεται ένα μωρό στον κόσμο και ως μια ελεγεία στην καλλιτεχνική φύση του ανθρώπου και την μέθη που επιφέρει η ένωση του καλλιτέχνη με το δημιούργημά του, το σενάριο μυρίζει επάξια καραμπινάτο Όσκαρ.
Δυστυχώς, δεν ισχύει το ίδιο για την σκηνοθεσία. Ο Αρονόφκυ είχε στα χέρια του ένα τρομερό σενάριο, το οποίο τον ξεπέρασε. Σκηνοθετικά χρησιμοποίησε συμβολισμούς που ήταν εντελώς προφανείς, δεν ιντρίγκαρε καθόλου την σκέψη, παρουσίασε επίπεδα μια πολυεπίπεδη ιστορία, χωρίς να φωτίσει αυτά που ξεχώριζαν. Ουσιαστικά, φάνηκε σαν να μην είχε καταλάβει ακριβώς το έργο που ήθελε να σκηνοθετήσει. Φάνηκε σαν να μην είχε όραμα για την ταινία. Ο άνθρωπος είχε στα χέρια του ένα εξαιρετικά βαθύ σενάριο επιπέδου Τενεσύ Ουίλιαμς, και αυτό που κατάφερε να μας παρουσιάσει ήταν ένα ψυχόδραμα τρόμου, με τα στοιχεία του τρόμου και το κλίμα του θρίλερ να αναδεικνύονται, θάβοντας τις τρομερά βαθιές σεναριακές αρετές. Χρησιμοποιεί τεχνάσματα επιπέδου «Βλέπω το θάνατό σου» για να προκαλέσει τρόμο, ή μάλλον –καλύτερα- ταραχή, σβήνει τα φώτα σε αίθουσες –μπας και βγει ο μπαμπούλας από το σκοτάδι?...- και γενικώς βάζει εύκολα, εύκολα, εύκολα και εμπορικά μέσα, χάνοντας την μαγεία του σεναρίου κάπου μεταξύ ουρλιαχτού και αίματος που στάζει από το ταβάνι… Περίμενα πολλά παραπάνω από έναν τέτοιο πανάξιο σκηνοθέτη.
Για τους παραπάνω λόγους, η ταινία από αριστούργημα πέφτει στο επίπεδο της πολύ καλής (3-4 αστέρια). Αυτό που τεχνικά μπορώ να αναγνωρίσω ως πολύ θετικό είναι η χρήση της μουσικής του Τσαϊκόφσκυ, συνθέτη του έργου «η Λίμνη των Κύκνων». Ο συνδυασμός κλασσικής μουσικής με τις εντάσεις που δημιουργούνται ειδικά στο φινάλε είναι μαγευτικός.
Πολύ καλό μοντάζ, απαράδεκτη η original μουσική, γενικώς ικανοποιητικά χρώματα, όπως και οι φακοί και τα τεχνικά μέσα, καλό το μακιγιάζ και τα κουστούμια, βοηθούσαν στο να πιάσει ο θεατής την ατμόσφαιρα του πάλκου αλλά και του ιδρώτα που χύνουν οι χορευτές στις πρόβες και στην παράσταση.
Στις ερμηνείες έχουμε μια βασική γυναικεία και δυο δεύτερες.
Η Νάταλι Πόρτμαν είναι πολύ καλή ως νεαρή χορεύτρια. Με τις περιορισμένες δυνατότητες που έχει ως ηθοποιός, κατάφερε να αποδώσει πολύ καλά το 65-70% του ρόλου. Φάνηκε ως μια ηθοποιός που έχει πάει σε δραματική σχολή, έχει μάθει πέντε-έξι τεχνικές, και ήρθε να τις εφαρμόσει στον ρόλο της σημερινής ταινίας. Ξέρει πώς να κλαίει μπροστά στην κάμερα, όπως έκανε στην αρχή του έργου, ξέρει να δείχνει αγχωμένη, όπως έκανε στη μέση του έργου, και ξέρει να δείχνει χαιρέκακη, όπως έκανε στο τέλος του έργου. Σε καμία περίπτωση και για κανέναν λόγο δεν απογείωσε τον ρόλο στα ύψη που του άρμοζαν. Εκεί που έπρεπε να τρέμει από συναισθηματική έξαρση, εκείνη παρέμενε σιωπηλή και έκλεγε. Εκεί που την φίλησε ο χορογράφος, που θα έπρεπε να είναι αλαφιασμένη καθώς έβλεπε τον ηθικοπλαστικό της κόσμο να δέχεται το πρώτο του χτύπημα, εκείνη παρέμενε σιωπηλή κι έκλεγε. Εκεί που έπρεπε να αφήσει τον εσωτερικό της κόσμο να ξεχειλίσει από το αδιέξοδο που αντιμετώπιζε, εκείνη παρέμενε σιωπηλή κι έκλεγε. Βαρέθηκα να βλέπω αυτήν την κοπέλα να είναι σιωπηλή και να κλαίει… Πρέπει να καταλάβουμε ότι όταν κάποιος είναι ευαίσθητος κι εύθραυστος, δεν κλαίει όλη την ώρα!... Πάντως, για μια ηθοποιό επιπέδου Νάταλι Πόρτμαν, έπαιξε πολύ καλά. Σίγουρα θα λάβει υποψηφιότητα για Όσκαρ, διότι η ταινία πρέπει κάπως να πουλήσει. Να μου πεις, όμως, εδώ έχει πάρει όσκαρ η Σάντρα Μπούλοκ… Δουλευόμαστε τώρα…? Δεν σταματώ να σκέφτομαι, όμως, τι ρολάρα θα ήταν αυτή, αν έπαιζε στην ταινία –π.χ.- η Χίλαρυ Σουάνκ…
Η Μπάρμπαρα Χέρσεϋ ερμήνευσε την μητέρα της Πόρτμαν. Καλοστεκούμενη, νευρική, υστερική εκεί που έπρεπε, δυναμική, πολύ ισορροπημένη, έκανε μια πλήρη ερμηνεία σε έναν μικρό αλλά σημαντικό ρόλο.
Ο Βενσάν Κασέλ, πάντα αξιοπρεπής στα πλαίσια του γλυκανάλατου γαλλικού σινεμά, φέρνει μια ευρωπαϊκή ξινίλα που ταιριάζει γάντι στον ρόλο του. Με μια αδιόρατη καλλιτεχνική γοητεία, είναι αυτό που πρέπει για τον ρόλο του άντρα που δίνει την πρώτη ώθηση στην μούσα του προς την απελευθέρωση.
Γενικά μια πολύ καλή ταινία. Δυστυχώς για μένα, περίμενα πολλά παραπάνω. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι ένα πολύ καλό ψυχόδραμα τρόμου. Προτείνεται με μεγάλη παρέα, ποπκόρν, και βότκα (ρώσικη, προς τιμήν του Τσαϊκόφσκυ). Δείτε την!
Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011
MovieReactor: The kids are all right (2010)
THE KIDS ARE ALL RIGHT (2010)
Ή ΤΑ ΡΑΜΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ
Μια συννεφιασμένη Δευτέρα, που δεν ήμουν γραφείο λόγω στρατιωτικών υποχρεώσεων, κι ενώ απολάμβανα τις πρώτες ημέρες της άδειάς μου, αποφάσισα να δω μια καινούρια ταινία, η οποία –όπως είχα ακούσει- θα παίξει πολύ στα επερχόμενα Όσκαρ. Γνώριζα ότι επρόκειτο για την ιστορία μιας οικογένειας με δύο λεσβίες μαμάδες και τα δυο παιδιά τους και μπορώ να πω ότι αυτό το στόρυ φόβιζε τα όποια κατάλοιπα των αρχετυπικών ταμπού φώλιαζαν στην ιδιοσυγκρασία μου. Ευτυχώς ο φόβος αυτός δεν με απέτρεψε από το να δω την ταινία αυτή.
Δύο ομοφυλόφιλες γυναίκες (Ανέτ Μπένινγκ, Τζούλιαν Μουρ), παντρεμένες, αποφάσισαν πριν από χρόνια να πάρουν σπέρμα από κλινική και να γονιμοποιηθούν, ώστε να βιώσουν την διαδικασία της γέννησης και της μητρότητας. Από την γονιμοποίηση αυτή προέκυψαν δύο παιδιά, ένα κορίτσι (Μία Βασίκοφσκα), ήδη 18 χρονών, κι ένα αγόρι, τώρα πια στα 15 του. Έχοντας ακούσει για τον τρόπο που συνελήφθησαν, τα παιδιά αποφασίζουν να μάθουν ποιος είναι ο βιολογικός τους πατέρας (Μαρκ Ρούφαλο), και το καταφέρνουν. Κανονίζουν μια συνάντηση μαζί του, τον γνωρίζουν, ξεπερνούν την αρχική αμηχανία κι αρχίζουν να τον καλούν με τον τρόπο τους να λάβει μέρος στη ζωή τους. Οι δυο μαμάδες δεν γνωρίζουν αν όλο αυτό θα εξελιχθεί σε καλό ή κακό, όμως δεν μπορούν να προβλέψουν τι τρικυμία θα φέρει η συνεργασία της μιας μαμάς με εκείνον.
Η πρωτοεμφανιζόμενη στον κινηματογράφο σκηνοθέτης Λίζα Χολοντένκο μας παρουσιάζει ένα κοινωνικό δράμα που εστιάζει σε μια κρίση που περνάει ένα ζευγάρι. Με την αισθητική του τρόπου κινηματογράφησής της καταφέρνει να αποβάλλει από τον θεατή οποιαδήποτε δεύτερη σκέψη περί προκλητικού λεσβιακού έργου που στοχεύει σε άκρατες φεμινιστικές κορώνες. Αντιμετωπίζει την συζυγική συνύπαρξη των δυο μαμάδων ως κάτι το απολύτως φυσιολογικό, χτίζοντας πάνω σε αυτή την βάση όλες τις συναισθηματικές και ηθικές συγκρούσεις που πρόκειται να ακολουθήσουν. Από την αρχή η ταινία σου λέει: «μιλάω για δυο παντρεμένους ανθρώπους, είτε αντρόγυνο, είτε δυο άντρες, είτε δυο γυναίκες – δεν με νοιάζει. Με νοιάζουν οι δυο παντρεμένοι άνθρωποι, ανεξαρτήτως φύλου». Έτσι, καταφέρνει να κερδίσει και τους πιο συντηρητικούς του κοινού.
Η ταινία δομείται πάνω σε ζευγάρια αντιθέσεων. Η πρώτη αντίθεση είναι το ότι το παντρεμένο ζευγάρι είναι υγιές. Οι περισσότερες κοινωνικές ταινίες που στρέφουν την προβληματική τους γύρω από ένα παντρεμένο ζευγάρι, το παρουσιάζουν σεξουαλικά άνυδρο, νευρικό και άρρωστο. Στην ταινία αυτή, όμως, το παντρεμένο ζευγάρι είναι ενεργότατο σεξουαλικά, με ηρεμία, κατανόηση, σεβασμό της μιας προς την άλλην, και μια βαθιά αγάπη που δένει τις δυο γυναίκες. Η ηρεμία αυτή ίσως επιτυγχάνεται λόγω της κατάτι «συντηρητικής» διανομής ρόλων εντός του ζευγαριού. Η Άνετ Μπένινγκ έχει τον αντρικό ρόλο: είναι αυτή που δουλεύει, φέρνει τα χρήματα στο σπίτι, δεν ασχολείται πολύ με τις δουλειές του σπιτιού, έχει αναλάβει τον ρόλο του αρχηγού-προστάτη της οικογένειας. Η Τζούλιαν Μουρ, από την άλλη, έχει περισσότερο τον γυναικείο ρόλο: η επιλογή της εργασίας της βασίζεται μόνο στο αν της αρέσει το επάγγελμα αυτό κι όχι στο αν αποφέρει χρήματα στο σπίτι, κάνει μπουγάδα, μαγειρεύει…
Κι ενώ όλα κυλάνε ήρεμα για το ζευγάρι και τα παιδιά τους, ξάφνου στη ζωή τους εισβάλει ο δωρητής σπέρματος για τα παιδιά. Ο Μαρκ Ρούφαλο είναι ένας αμόρφωτος, ημι-αποτυχημένος χαρλεάς, με μια σειρά από αποτυχημένες αποφάσεις στη ζωή του, μια σπερμογκόμενα κολλημένη πάνω του σαν παρασιτικός οργανισμός, πολύ κακό κούρεμα και δυο 60δόλαρα στην τσέπη ως αμοιβή για τα δυο κεσεδάκια σπέρμα που είχε δωρίσει για την πλάκα κάποτε στα νιάτα του. Όταν τον βρίσκουν τα δυο «παιδιά του», αυτός ενθουσιάζεται. Όχι επειδή έχει δυο τόσο όμορφα και καλοαναθρεμμένα παιδιά, αλλά επειδή ένιωσε ότι, έστω και κατά τύχη, έχει κάτι στη ζωή του που αξίζει να νοιαστεί γι’ αυτό. Παρά την ελλιπή του μόρφωση, αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει μεν λόγο στην περαιτέρω ανατροφή των παιδιών του, όμως γουστάρει πραγματικά να τα βλέπει. Αυτά τα δυο παιδιά είναι γι’ αυτόν σαν ένα βότσαλο στη λίμνη, που ταράζει τα βαλτωμένα της νερά. Νιώθει ζωντανός, χρήσιμος, νιώθει κάτι σαν πατέρας.
Η παλιά του φύση όμως δεν τον έχει εγκαταλείψει, και εκμεταλλεύεται μια στιγμή αδυναμίας της Τζουλιάν Μουρ, ικανοποιώντας της κάποια ξεχασμένα βίτσια στο κρεβάτι. Φυσικά, η Άνετ Μπένινγκ δεν αργεί να μάθει για την απιστία. Είναι τότε που η κρίση γίνεται τρικυμία μέσα στην ήρεμη οικογένεια. Ο ένας κατηγορεί τον άλλον, σαν μια απέλπιδα προσπάθεια να απεμπολήσει τις οποιεσδήποτε ευθύνες του για την κατάσταση αυτή. Είναι η στιγμή που το έργο παίρνει μια πιο δραματική καμπή. Το ζευγάρι αρχίζει κι αποξενώνεται, μικροτσακωμοί κι εντάσεις ξεπηδούν πια από παντού και με την παραμικρή αφορμή, ώσπου τελικά τα παιδιά είναι αυτά που θα αποτελέσουν την τελική κόλλα για να κολλήσει το σπασμένο γυαλί αυτής της σχέσης. Ο ξένος εισβολέας απομονώνεται, περιορίζεται στον ρόλο ενός ανθρώπου που απλά του κάνουν τη χάρη να τον ενημερώνουν για την εξέλιξη των παιδιών, και το ζευγάρι προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του.
Λένε, δε, ότι μια βαθιά κρίση σε ένα ζευγάρι είναι σαν τα ράμματα: μπορεί η πληγή να επουλωθεί, αλλά πάντα υπάρχουν τα σημάδια της. Ε, λοιπόν, ναι! Μια βαθιά κρίση σε ένα ζευγάρι είναι όντως σαν τα ράμματα: άπαξ και κρατήσεις τις δυο άκρες της πληγής κολλημένες, τότε η πληγή επουλώνεται και σταματάει να πονά.
Παρά το ιδιαίτερο χιούμορ της ταινίας, ο χαρακτηρισμός της ως «κοινωνική σάτιρα» μου φαίνεται εκτός τόπου και χρόνου. Σε καμιά περίπτωση δεν θέλησε να σατιρίσει οποιοδήποτε στοιχείο και οποιοδήποτε σχήμα επεξεργάζεται η ταινία. Είναι μια χρονική περίοδος στη ζωή ενός ιδιαίτερου ζευγαριού, δυο ομοφυλόφιλων γυναικών, και η ζωή των δυο παιδιών τους. Τίποτε παραπάνω.
Πέρνα, όμως, από τη σκηνοθεσία, αξίζει κανείς να σταθεί στο πιο δυνατό σημείο της ταινίας: στις ερμηνείες.
Δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από την Τζούλιαν Μουρ, που με ευαισθησία, ωριμότητα, απλότητα, στρογγυλάδα και διακριτικότητα διαχειρίστηκε έναν πολύ γλυκό ρόλο, δείχνοντάς μας πόσο εύκολο είναι να ολισθήσει κανείς σε σφάλματα, να αναλάβει τις ευθύνες του και να υποστεί τις συνέπειες. Δεν χρειάζεται για όλα αυτά να είναι κάποιος δυναμικός για να αντιμετωπίσει ό,τι αντιμετωπίζει εκείνη. Μας δείχνει λοιπόν, πώς μια μέση γυναίκα είναι ικανή να αντιμετωπίσει την κατάσταση που η ίδια δημιουργεί: ότι δηλ άφησε ένα τρίτο άτομο να μπει στην σχέση με το ταίρι της. Η τέχνη της είναι ακριβής, ολοκληρωμένη και ζωντανή.
Η σπουδαία ερμηνεία της ταινίας έρχεται από την Άνετ Μπένινγκ. Λιγότερο εκφραστική από την Μουρ, πιο εσωτερική, δεν σε κάνει να μπαίνεις στο ρόλο που παίζει. Σε κάνει να πιστεύεις ότι εκείνη είναι η ίδια ο ρόλος που παίζει. Το ψιλόλιγνο αεράτο στυλ που βλέπεις παύει να είναι της Μπένινγκ και γίνεται το στυλ του ρόλου. Τα δάκρυα που βλέπεις δεν είναι της Μπένινγκ, αλλά του ρόλου. Η αγκαλιά που δίνει στην κόρη της δεν είναι της Μπένινγκ, αλλά του ρόλου. Η Μπένινγκ ζει και αναπνέει όπως ο ρόλος, γίνεται ένα με αυτόν και αποδίδει την ανδρόμορφη ομοφυλόφιλη σύζυγο με τρόπο θαυμάσιο, αέρινο, απλό και μοντέρνο. Άνετα μεταξύ των πέντε υποψηφιοτήτων για το Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου, να δούμε αν θα το πάρει κιόλας.
Μεγάλη αποκάλυψη για μένα αποτελεί η ερμηνεία του Μαρκ Ρούφαλο. Ενώ τον είχαμε συνηθίσει να παίζει τον δεύτερο γκόμενο σε ταινίες επιπέδου Σάντρα Μπούλοκ και Τζένιφερ Άνιστον, στην ταινία αυτή κάνει μια εξαιρετικά ισορροπημένη ερμηνεία ενός ανθρώπου που ξεκολλάει από την λήθη της οκνηρίας και της αμορφωσιάς και επικεντρώνεται στην προσπάθειά του να συμμετέχει στη ζωή των ουρανοκατέβατων «παιδιών» του. Κλασσική νοτιοαμερικάνικη προφορά και νοοτροπία από έναν ηθοποιό που καταφέρνει και μόνο με το βλέμμα του και τον κόμπο που φαίνεται να του ανεβαίνει ως τον λαιμό να μας λέει όσα άλλοι λένε με υπερβολή και χορευτικές κινήσεις. Τον έχουμε συνηθίσει να γοητεύει με πουκάμισο και κουστούμι γυναίκες-πρότυπα της αστικής τάξης, όμως εδώ τσαλαπατάει το όμορφο προσωπάκι του, κάνοντας μια ερμηνεία που δεν θα παραξενευτώ αν προταθεί για Όσκαρ β΄ ανδρικού ρόλου.
Η τέταρτη μεγάλη ερμηνεία έρχεται από την Μία Βασίκοφσκα. Την έχουμε δει να τσαλαπατάει τον συναισθηματικό κόσμο στο ντιβάνι του ψυχολόγου Γκάμπριελ Μπερν στο In Treatment και να αναζητάει λαγούς με πετραχήλια ως Αλίκη στην Alice in Wonderland του Τιμ Μπάρτον. Δεν θα ήταν δυνατόν, λοιπόν, ηθοποιός που έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινία του Τιμ Μπάρτον να μην παίζει καλά. Στην ταινία δίνει μια αξιοθαύμαστη ερμηνεία μιας κοπέλας, η οποία, μαζί με την αποκάλυψη ολόκληρου του κόσμου μπροστά στα 18 της χρόνια, ανακαλύπτει ξαφνικά ποιος είναι ο «μπαμπάς» της. Ισορροπεί καταπληκτικά ανάμεσα στην νευρική ιδιοσυγκρασία μιας κοπέλας στην ύστερη εφηβεία και την αυτοσυγκράτηση ως μεγαλύτερη αδερφή στην οικογένεια. Ειδικά η τελευταία σκηνή, όπου οι μαμάδες και ο αδερφός της την αφήνουν μόνη της στο κολέγιο που πέρασε, και η σύσπαση των μυών του προσώπου της, είναι όλα τα λεφτά.
The kids are all right, μια όμορφη κοινωνική κομεντί, με πρωτότυπη υπόθεση, ζωντανή ματιά, εκπληκτικές ερμηνείες και αναζωογονητικό φινάλε. Προτείνεται για μια γλυκιά χειμωνιάτικη βραδιά σε καναπέ με μικρή παρέα, κρασί και λαχανικά στο τζάκι. Δείτε την!
Ή ΤΑ ΡΑΜΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ
Μια συννεφιασμένη Δευτέρα, που δεν ήμουν γραφείο λόγω στρατιωτικών υποχρεώσεων, κι ενώ απολάμβανα τις πρώτες ημέρες της άδειάς μου, αποφάσισα να δω μια καινούρια ταινία, η οποία –όπως είχα ακούσει- θα παίξει πολύ στα επερχόμενα Όσκαρ. Γνώριζα ότι επρόκειτο για την ιστορία μιας οικογένειας με δύο λεσβίες μαμάδες και τα δυο παιδιά τους και μπορώ να πω ότι αυτό το στόρυ φόβιζε τα όποια κατάλοιπα των αρχετυπικών ταμπού φώλιαζαν στην ιδιοσυγκρασία μου. Ευτυχώς ο φόβος αυτός δεν με απέτρεψε από το να δω την ταινία αυτή.
Δύο ομοφυλόφιλες γυναίκες (Ανέτ Μπένινγκ, Τζούλιαν Μουρ), παντρεμένες, αποφάσισαν πριν από χρόνια να πάρουν σπέρμα από κλινική και να γονιμοποιηθούν, ώστε να βιώσουν την διαδικασία της γέννησης και της μητρότητας. Από την γονιμοποίηση αυτή προέκυψαν δύο παιδιά, ένα κορίτσι (Μία Βασίκοφσκα), ήδη 18 χρονών, κι ένα αγόρι, τώρα πια στα 15 του. Έχοντας ακούσει για τον τρόπο που συνελήφθησαν, τα παιδιά αποφασίζουν να μάθουν ποιος είναι ο βιολογικός τους πατέρας (Μαρκ Ρούφαλο), και το καταφέρνουν. Κανονίζουν μια συνάντηση μαζί του, τον γνωρίζουν, ξεπερνούν την αρχική αμηχανία κι αρχίζουν να τον καλούν με τον τρόπο τους να λάβει μέρος στη ζωή τους. Οι δυο μαμάδες δεν γνωρίζουν αν όλο αυτό θα εξελιχθεί σε καλό ή κακό, όμως δεν μπορούν να προβλέψουν τι τρικυμία θα φέρει η συνεργασία της μιας μαμάς με εκείνον.
Η πρωτοεμφανιζόμενη στον κινηματογράφο σκηνοθέτης Λίζα Χολοντένκο μας παρουσιάζει ένα κοινωνικό δράμα που εστιάζει σε μια κρίση που περνάει ένα ζευγάρι. Με την αισθητική του τρόπου κινηματογράφησής της καταφέρνει να αποβάλλει από τον θεατή οποιαδήποτε δεύτερη σκέψη περί προκλητικού λεσβιακού έργου που στοχεύει σε άκρατες φεμινιστικές κορώνες. Αντιμετωπίζει την συζυγική συνύπαρξη των δυο μαμάδων ως κάτι το απολύτως φυσιολογικό, χτίζοντας πάνω σε αυτή την βάση όλες τις συναισθηματικές και ηθικές συγκρούσεις που πρόκειται να ακολουθήσουν. Από την αρχή η ταινία σου λέει: «μιλάω για δυο παντρεμένους ανθρώπους, είτε αντρόγυνο, είτε δυο άντρες, είτε δυο γυναίκες – δεν με νοιάζει. Με νοιάζουν οι δυο παντρεμένοι άνθρωποι, ανεξαρτήτως φύλου». Έτσι, καταφέρνει να κερδίσει και τους πιο συντηρητικούς του κοινού.
Η ταινία δομείται πάνω σε ζευγάρια αντιθέσεων. Η πρώτη αντίθεση είναι το ότι το παντρεμένο ζευγάρι είναι υγιές. Οι περισσότερες κοινωνικές ταινίες που στρέφουν την προβληματική τους γύρω από ένα παντρεμένο ζευγάρι, το παρουσιάζουν σεξουαλικά άνυδρο, νευρικό και άρρωστο. Στην ταινία αυτή, όμως, το παντρεμένο ζευγάρι είναι ενεργότατο σεξουαλικά, με ηρεμία, κατανόηση, σεβασμό της μιας προς την άλλην, και μια βαθιά αγάπη που δένει τις δυο γυναίκες. Η ηρεμία αυτή ίσως επιτυγχάνεται λόγω της κατάτι «συντηρητικής» διανομής ρόλων εντός του ζευγαριού. Η Άνετ Μπένινγκ έχει τον αντρικό ρόλο: είναι αυτή που δουλεύει, φέρνει τα χρήματα στο σπίτι, δεν ασχολείται πολύ με τις δουλειές του σπιτιού, έχει αναλάβει τον ρόλο του αρχηγού-προστάτη της οικογένειας. Η Τζούλιαν Μουρ, από την άλλη, έχει περισσότερο τον γυναικείο ρόλο: η επιλογή της εργασίας της βασίζεται μόνο στο αν της αρέσει το επάγγελμα αυτό κι όχι στο αν αποφέρει χρήματα στο σπίτι, κάνει μπουγάδα, μαγειρεύει…
Κι ενώ όλα κυλάνε ήρεμα για το ζευγάρι και τα παιδιά τους, ξάφνου στη ζωή τους εισβάλει ο δωρητής σπέρματος για τα παιδιά. Ο Μαρκ Ρούφαλο είναι ένας αμόρφωτος, ημι-αποτυχημένος χαρλεάς, με μια σειρά από αποτυχημένες αποφάσεις στη ζωή του, μια σπερμογκόμενα κολλημένη πάνω του σαν παρασιτικός οργανισμός, πολύ κακό κούρεμα και δυο 60δόλαρα στην τσέπη ως αμοιβή για τα δυο κεσεδάκια σπέρμα που είχε δωρίσει για την πλάκα κάποτε στα νιάτα του. Όταν τον βρίσκουν τα δυο «παιδιά του», αυτός ενθουσιάζεται. Όχι επειδή έχει δυο τόσο όμορφα και καλοαναθρεμμένα παιδιά, αλλά επειδή ένιωσε ότι, έστω και κατά τύχη, έχει κάτι στη ζωή του που αξίζει να νοιαστεί γι’ αυτό. Παρά την ελλιπή του μόρφωση, αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει μεν λόγο στην περαιτέρω ανατροφή των παιδιών του, όμως γουστάρει πραγματικά να τα βλέπει. Αυτά τα δυο παιδιά είναι γι’ αυτόν σαν ένα βότσαλο στη λίμνη, που ταράζει τα βαλτωμένα της νερά. Νιώθει ζωντανός, χρήσιμος, νιώθει κάτι σαν πατέρας.
Η παλιά του φύση όμως δεν τον έχει εγκαταλείψει, και εκμεταλλεύεται μια στιγμή αδυναμίας της Τζουλιάν Μουρ, ικανοποιώντας της κάποια ξεχασμένα βίτσια στο κρεβάτι. Φυσικά, η Άνετ Μπένινγκ δεν αργεί να μάθει για την απιστία. Είναι τότε που η κρίση γίνεται τρικυμία μέσα στην ήρεμη οικογένεια. Ο ένας κατηγορεί τον άλλον, σαν μια απέλπιδα προσπάθεια να απεμπολήσει τις οποιεσδήποτε ευθύνες του για την κατάσταση αυτή. Είναι η στιγμή που το έργο παίρνει μια πιο δραματική καμπή. Το ζευγάρι αρχίζει κι αποξενώνεται, μικροτσακωμοί κι εντάσεις ξεπηδούν πια από παντού και με την παραμικρή αφορμή, ώσπου τελικά τα παιδιά είναι αυτά που θα αποτελέσουν την τελική κόλλα για να κολλήσει το σπασμένο γυαλί αυτής της σχέσης. Ο ξένος εισβολέας απομονώνεται, περιορίζεται στον ρόλο ενός ανθρώπου που απλά του κάνουν τη χάρη να τον ενημερώνουν για την εξέλιξη των παιδιών, και το ζευγάρι προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του.
Λένε, δε, ότι μια βαθιά κρίση σε ένα ζευγάρι είναι σαν τα ράμματα: μπορεί η πληγή να επουλωθεί, αλλά πάντα υπάρχουν τα σημάδια της. Ε, λοιπόν, ναι! Μια βαθιά κρίση σε ένα ζευγάρι είναι όντως σαν τα ράμματα: άπαξ και κρατήσεις τις δυο άκρες της πληγής κολλημένες, τότε η πληγή επουλώνεται και σταματάει να πονά.
Παρά το ιδιαίτερο χιούμορ της ταινίας, ο χαρακτηρισμός της ως «κοινωνική σάτιρα» μου φαίνεται εκτός τόπου και χρόνου. Σε καμιά περίπτωση δεν θέλησε να σατιρίσει οποιοδήποτε στοιχείο και οποιοδήποτε σχήμα επεξεργάζεται η ταινία. Είναι μια χρονική περίοδος στη ζωή ενός ιδιαίτερου ζευγαριού, δυο ομοφυλόφιλων γυναικών, και η ζωή των δυο παιδιών τους. Τίποτε παραπάνω.
Πέρνα, όμως, από τη σκηνοθεσία, αξίζει κανείς να σταθεί στο πιο δυνατό σημείο της ταινίας: στις ερμηνείες.
Δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από την Τζούλιαν Μουρ, που με ευαισθησία, ωριμότητα, απλότητα, στρογγυλάδα και διακριτικότητα διαχειρίστηκε έναν πολύ γλυκό ρόλο, δείχνοντάς μας πόσο εύκολο είναι να ολισθήσει κανείς σε σφάλματα, να αναλάβει τις ευθύνες του και να υποστεί τις συνέπειες. Δεν χρειάζεται για όλα αυτά να είναι κάποιος δυναμικός για να αντιμετωπίσει ό,τι αντιμετωπίζει εκείνη. Μας δείχνει λοιπόν, πώς μια μέση γυναίκα είναι ικανή να αντιμετωπίσει την κατάσταση που η ίδια δημιουργεί: ότι δηλ άφησε ένα τρίτο άτομο να μπει στην σχέση με το ταίρι της. Η τέχνη της είναι ακριβής, ολοκληρωμένη και ζωντανή.
Η σπουδαία ερμηνεία της ταινίας έρχεται από την Άνετ Μπένινγκ. Λιγότερο εκφραστική από την Μουρ, πιο εσωτερική, δεν σε κάνει να μπαίνεις στο ρόλο που παίζει. Σε κάνει να πιστεύεις ότι εκείνη είναι η ίδια ο ρόλος που παίζει. Το ψιλόλιγνο αεράτο στυλ που βλέπεις παύει να είναι της Μπένινγκ και γίνεται το στυλ του ρόλου. Τα δάκρυα που βλέπεις δεν είναι της Μπένινγκ, αλλά του ρόλου. Η αγκαλιά που δίνει στην κόρη της δεν είναι της Μπένινγκ, αλλά του ρόλου. Η Μπένινγκ ζει και αναπνέει όπως ο ρόλος, γίνεται ένα με αυτόν και αποδίδει την ανδρόμορφη ομοφυλόφιλη σύζυγο με τρόπο θαυμάσιο, αέρινο, απλό και μοντέρνο. Άνετα μεταξύ των πέντε υποψηφιοτήτων για το Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου, να δούμε αν θα το πάρει κιόλας.
Μεγάλη αποκάλυψη για μένα αποτελεί η ερμηνεία του Μαρκ Ρούφαλο. Ενώ τον είχαμε συνηθίσει να παίζει τον δεύτερο γκόμενο σε ταινίες επιπέδου Σάντρα Μπούλοκ και Τζένιφερ Άνιστον, στην ταινία αυτή κάνει μια εξαιρετικά ισορροπημένη ερμηνεία ενός ανθρώπου που ξεκολλάει από την λήθη της οκνηρίας και της αμορφωσιάς και επικεντρώνεται στην προσπάθειά του να συμμετέχει στη ζωή των ουρανοκατέβατων «παιδιών» του. Κλασσική νοτιοαμερικάνικη προφορά και νοοτροπία από έναν ηθοποιό που καταφέρνει και μόνο με το βλέμμα του και τον κόμπο που φαίνεται να του ανεβαίνει ως τον λαιμό να μας λέει όσα άλλοι λένε με υπερβολή και χορευτικές κινήσεις. Τον έχουμε συνηθίσει να γοητεύει με πουκάμισο και κουστούμι γυναίκες-πρότυπα της αστικής τάξης, όμως εδώ τσαλαπατάει το όμορφο προσωπάκι του, κάνοντας μια ερμηνεία που δεν θα παραξενευτώ αν προταθεί για Όσκαρ β΄ ανδρικού ρόλου.
Η τέταρτη μεγάλη ερμηνεία έρχεται από την Μία Βασίκοφσκα. Την έχουμε δει να τσαλαπατάει τον συναισθηματικό κόσμο στο ντιβάνι του ψυχολόγου Γκάμπριελ Μπερν στο In Treatment και να αναζητάει λαγούς με πετραχήλια ως Αλίκη στην Alice in Wonderland του Τιμ Μπάρτον. Δεν θα ήταν δυνατόν, λοιπόν, ηθοποιός που έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινία του Τιμ Μπάρτον να μην παίζει καλά. Στην ταινία δίνει μια αξιοθαύμαστη ερμηνεία μιας κοπέλας, η οποία, μαζί με την αποκάλυψη ολόκληρου του κόσμου μπροστά στα 18 της χρόνια, ανακαλύπτει ξαφνικά ποιος είναι ο «μπαμπάς» της. Ισορροπεί καταπληκτικά ανάμεσα στην νευρική ιδιοσυγκρασία μιας κοπέλας στην ύστερη εφηβεία και την αυτοσυγκράτηση ως μεγαλύτερη αδερφή στην οικογένεια. Ειδικά η τελευταία σκηνή, όπου οι μαμάδες και ο αδερφός της την αφήνουν μόνη της στο κολέγιο που πέρασε, και η σύσπαση των μυών του προσώπου της, είναι όλα τα λεφτά.
The kids are all right, μια όμορφη κοινωνική κομεντί, με πρωτότυπη υπόθεση, ζωντανή ματιά, εκπληκτικές ερμηνείες και αναζωογονητικό φινάλε. Προτείνεται για μια γλυκιά χειμωνιάτικη βραδιά σε καναπέ με μικρή παρέα, κρασί και λαχανικά στο τζάκι. Δείτε την!
Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010
MovieReactor: My son, my son, what have ye done? (2009)
ΥΙΕ ΜΟΥ, ΥΙΕ ΜΟΥ, ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ? (2009)
Ή Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ – Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ
Ένα περασμένο απόβραδο, αποφασισμένος να μην βγω έξω για ανάλωση -όπως γίνεται πολλές φορές- σε αέναες συζητήσεις ή κουτσομπολιό πάνω από ένα ποτήρι κρασί ή βότκα, είπα να δω μια ταινιούλα να ψυχαγωγηθώ πρόσκαιρα με μια ταινία, λίγες ημέρες πριν στρατευτώ. Επέλεξα μια ταινία με πολύ ιντριγκαδόρικο τίτλο: «Υιέ μου, υιέ μου, τι έκανες?» του Γερμανού σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτσογκ, σε παραγωγή κι επιμέλεια του γνωστού τρελού Ντέιβιντ Λυντς (Οδός Μαλχόλαντ, Ο άνθρωπος ελέφαντας κλπ). Πού να ήξερα τι με περίμενε…
Στην πόλη του Σαν Ντιέγκο της Αμερικής, ο φέρελπις κολλεγιόπαις Μπράντ (Michael Shannon), άνθρωπος με ιδιαίτερες ανησυχίες και ενασχολήσεις (θεατρική ομάδα, μπάσκετ κλπ) παθαίνει ντουβρουτζά και σκοτώνει την μητέρα του με ένα ξίφος και κρατά σε ένα σπίτι κάποιους ανθρώπους ομήρους. Η αστυνομία (Willem Dafoe) περικυκλώνει το σπίτι και ειδοποιεί δύο γνωστούς του Μπραντ, την αρραβωνιαστικιά του (Chloe Sevigny) και τον σκηνοθέτη της θεατρικής ομάδας του, με στόχο να συμβάλλουν στο να καλμάρει ο Μπραντ και να αφήσει τους ομήρους που κρατάει μέσα στο σπίτι. Κατά τη διάρκεια της ομηρείας αυτής, η αρραβωνιαστικιά και ο σκηνοθέτης εξιστορούν περιστατικά από την ζωή του Μπραντ, προσπαθώντας να δείξουν ότι πράγματι δεν ήταν στα καλά του τελευταία. Μαθαίνουμε ότι με τη θεατρική του ομάδα ανέβαζε τον «Ορέστη», ο οποίος σκοτώνει την μητέρα του για να εκδικηθεί, παρατηρούμε την συμπεριφορά της μητέρας του απέναντί του και την σχέση που είχαν οι δυο ήρωες. Βλέπουμε την εισβολή στην σχέση αυτή της αρραβωνιαστικιάς του, η οποία εκδηλώνει βαθιά αγάπη και υπομονή για τον Μπραντ, παρά την κλιμακούμενα περίεργη συμπεριφορά που ξεκινάει να έχει εκείνος. Το φινάλε, όχι τόσο απροσδόκητο, όσο μετριοπαθώς σουρεαλιστικό, ολοκληρώνει μια ταινία προσωπογραφίας ενός τρελού ανθρώπου.
Ο Βέρνερ Χέρτσογκ, πολύπειρος σκηνοθέτης, με κορυφαίες ταινίες στις αποσκευές του (Βόυτσεκ, Το αίνιγμα του Κάσπαρ Χάουζερ, Αγκίρε η μάστιγα του Θεού, Νοσφεράτου – το φάντασμα της νύχτας, Φιτσκαράλντο κλπ), διατηρεί την φήμη ενός από τους πιο αιρετικούς σκηνοθέτες παγκοσμίως, καταφέρνοντας να έχει μερικές από τις πιο αντιφατικές από πανάξιους κριτικούς κινηματογράφου. Θεωρείται ως ο παρανοϊκότερος των παρανοϊκών, όχι λόγω της σπλατεριάς ή της σεξουαλικής προστυχιάς στις ταινίες του, αλλά εξαιτίας των περίεργων σεναρίων και της απεικόνισής τους, οπότε και δημιουργεί μια αρρωστημένη ατμόσφαιρα χάους, βρωμιάς και σκοταδιού, παρασύροντας όμως αβίαστα στον θεατή, και δημιουργώντας του την πεποίθηση ότι πραγματικά κάτι σημαντικό θέλει να του πει. Η βαθιά ποίηση στην οποία βουτά τις ταινίες του, οι τρομερές εικόνες που βασίζονται σε θαμπά χρώματα, τρομαχτική απεικόνιση της φύσης και σε μια σκούρα –σχεδόν βρώμικη- αισθητική της ανθρώπινης φιγούρας, καθώς και τα παρανοϊκά σενάρια με τα οποία ασχολείται, δημιουργούν μια συλλογή ταινιών ξεχωριστή και μοναδική στην ιστορία της παγκόσμιας κινηματογραφικής δημιουργίας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει σκηνές ανθολογίας όπως η σφαγή της γυναίκας από τον Βόυτσεκ στο λιβάδι, η φιγούρα του θλιμμένου βαμπίρ Νοσφεράτου κατά την ανατολή του ηλίου, ο καταρράκτης του Αγκίρε, ή το ξύπνημα του Κάσπαρ Χάουζερ γυμνού στην πλατεία της Νυρεμβέργης.
Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια σκηνή ανθολογίας σε αυτήν την ταινία, ίσως η σκηνή με την φάρμα στρουθοκαμήλων. Πάντως, κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλλει ότι η ταινία αυτή φέρει την προσωπική σφραγίδα του δημιουργού της, κάτι σαν σφραγίδα γνησιότητας. Βλέποντας την ταινία, δεν θα μπορούσες να θεωρήσεις ότι την έχει σκηνοθετήσει κανείς άλλος πέραν από τον Βέρνερ Χέρτσογκ. Σκοτεινές εικόνες, απειλητικά τοπία -βουνά και ρέματα-, μια τρελή φυσιογνωμία στο κέντρο της υπόθεσης και οι πολύπαθοι δευτερεύοντες ήρωες που γυρίζουν γύρω από την τρελή προσωπικότητα, ανίσχυροι να αντιδράσουν μπρος στο μένος της (ή μήπως στην μοναδικότητά της…?)
Διότι, άλλωστε, τι είναι η παράνοια? Μια «πάθηση» -όπως την έχουμε ονομάσει εμείς, η πλειοψηφία των λογικών ανθρώπων της οικουμένης-, η οποία εκδηλώνεται από τον πάσχοντα ως μια συμπεριφορά που απάδει προς τους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς που εμείς οι ίδιοι έχουμε θέσει. Δηλαδή, παράνοια είναι η συμπεριφορά που αντίκειται στους κανόνες του «φυσιολογικού». Και πόσο απέχει η παράνοια από την μεγαλοφυΐα? Τελικά ο Ευριπίδης ή ο Αισχύλος ήταν παράφρονες ή μεγαλοφυΐες?
Ο πρωταγωνιστής δολοφονεί την μητέρα του, όπως ο Ορέστης. Την τραγωδία αυτή του Ευριπίδη ή την τριλογία του Αισχύλου (δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ) ανεβάζει ο πρωταγωνιστής με την θεατρική ομάδα που συμμετέχει. Προφανώς υπάρχει σύνδεση μεταξύ των δύο περιστατικών. Μια απλοϊκή λογική ακολουθία θα ήταν η εξής: ο ήρωας είναι τρελός – στο θέατρο παίζει ότι δολοφονεί την Κλυταιμνήστρα (μητέρα του) – στην πραγματική ζωή δολοφονεί την πραγματική του μητέρα. Θα πρέπει όμως να υπάρχει και πιο εσωτερική λογική μέσα στην ταινία αυτή. Μια λογική που ίσως επηρεάζεται όχι μόνο από την τραγωδία του Ευριπίδη ή του Αισχύλου, αλλά και από μια άλλη τραγωδία, τον Οιδίποδα. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα που υφέρπει στην σχέση με την μητέρα του, τον στοιχειώνει. Ο φόνος είναι ένας τρόπος απεγκλωβισμού από αυτό.
Ο πρωταγωνιστής καθ’ όλη την διάρκεια των flash-back παρουσιάζεται να ακροβατεί ανάμεσα στην λογική και την τρέλα, την λογική και το παράλογο. Ως αθλητής του rafting είχε πάει με φίλους να διασχίσει ένα φουρτουνιασμένο ρέμα. Είδε όμως ότι το ρέμα ήταν πολύ δύσκολο, και πρότεινε να έρθουν κάποια άλλη στιγμή να το διασχίσουν. Οι φίλοι του δεν τον άκουσαν, προσπάθησαν να το διασχίσουν και πνίγηκαν. Η λογική του πρωταγωνιστή του υπαγόρευσε να μην κάνει rafting σε τόσο φουρτουνιασμένα νερά. Από την άλλη, επηρεάστηκε τόσο πολύ από την τραγωδία που έπαιζε στο θέατρο, που την μετέφερε στην πραγματική του ζωή, σκοτώνοντας την μητέρα του. Κάτι τέτοιο μόνον ένας τρελός θα το έκανε.
Η λογική και η τρέλα ενώνονται στην σκηνή όπου παίρνοντας μια μπάλα του μπάσκετ, την τοποθετεί ανάμεσα στα κλαδιά ενός ξεραμένου δέντρου. Έτσι, δημιουργεί ένα έργο τέχνης, μια κληρονομιά, την δική του κληρονομιά. Στην τελευταία σκηνή, ένα παιδάκι πάει και παίρνει την μπάλα του μπάσκετ από το ξεραμένο δέντρο για να πάει να παίξει με τα υπόλοιπα παιδιά. Πιθανώς αυτός να είναι ο ρόλος της τέχνης: να αξιοποιούμε τα διδάγματά της και να τα μετουσιώνουμε σε πράξεις της καθημερινής μας ζωής.
Πολλοί κριτικοί γράψανε ότι η ταινία αυτή δεν έχει έναν κεντρικό στόχο, δεν επικεντρώνεται κάπου, παρά παραθέτει σκηνές από την ζωή ενός ανθρώπου ατάκτως, χωρίς να προσπαθεί να δείξει κάτι μέσω των σκηνών αυτών. Αναρωτιέμαι, όμως, εγώ το εξής: αυτό δεν είναι η ζωή? Ατάκτως ερριμμένες εικόνες της ζωής, οι οποίες συνθέτουν όλες μαζί μια μοναδική προσωπικότητα, αυτήν του πρωταγωνιστή, και δεν αποτελούν προσπάθεια να δικαιολογήσουν την πράξη του να δολοφονήσει την μητέρα του, παρά μόνο η πράξη του αυτή εντάσσεται κι αυτή ως μια σκηνή στην αλληλουχία των σκηνών που συνθέτουν μια προσωπικότητα. Μια προσωπικότητα ανίσχυρη, πανέξυπνη, παρανοϊκή, τρομαχτική, αλλά πραγματικά απολύτως καθημερινή.
Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, και αυτό αποτελεί την μεγαλύτερη απόδειξη για το πόσο τρομαχτική είναι η φύση του ανθρώπου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μπορεί να είναι τρομαχτική, αλλά είναι και καθημερινή. Η τρομαχτική υπόσταση της ανθρώπινης φύσης εκφράζεται καθημερινά και ποικιλοτρόπως, δεν είναι ανάγκη ένας άνθρωπος να δολοφονήσει την μητέρα του για να αποκαλύψει την τρομαχτική του φύση.
Θεωρώ ότι, όταν σε μια ταινία τίθεται η αφορμή για σκέψη σχετικά με όλα αυτά τα ζητήματα, δεν μπορεί η ταινία αυτή να θεωρηθεί κακιά. Μπορώ να καταλάβω κάποιον που βρίσκει αστοχίες στην σκηνοθετική οπτική του πράγματος, αλλά όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι αυτά που με κάνουν να αγαπώ πολύ τις ταινίες αυτού του παρανοϊκού σκηνοθέτη.
Οι ερμηνείες είναι μέτριες, η φωτογραφία συγκλονιστική, η μουσική ταιριαστή, ο ρυθμός της ταινίας είναι σχετικά αργός αλλά καταφέρνει να εντάξει τον θεατή στο νοσηρό κλίμα που επιθυμεί. Γενικώς είναι ένα απαιτητικό θέαμα, αλλά αξίζει την προσπάθεια να το δει κάποιος. Δώστε μια ευκαιρία σε ένα σινεμά περίεργο, νοσηρό, δύσκολο, αλλά τόσο μεστό και τόσο επικεντρωμένο στον αληθινό και ουσιαστικό στόχο της τέχνης.
Ή Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ – Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ
Ένα περασμένο απόβραδο, αποφασισμένος να μην βγω έξω για ανάλωση -όπως γίνεται πολλές φορές- σε αέναες συζητήσεις ή κουτσομπολιό πάνω από ένα ποτήρι κρασί ή βότκα, είπα να δω μια ταινιούλα να ψυχαγωγηθώ πρόσκαιρα με μια ταινία, λίγες ημέρες πριν στρατευτώ. Επέλεξα μια ταινία με πολύ ιντριγκαδόρικο τίτλο: «Υιέ μου, υιέ μου, τι έκανες?» του Γερμανού σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτσογκ, σε παραγωγή κι επιμέλεια του γνωστού τρελού Ντέιβιντ Λυντς (Οδός Μαλχόλαντ, Ο άνθρωπος ελέφαντας κλπ). Πού να ήξερα τι με περίμενε…
Στην πόλη του Σαν Ντιέγκο της Αμερικής, ο φέρελπις κολλεγιόπαις Μπράντ (Michael Shannon), άνθρωπος με ιδιαίτερες ανησυχίες και ενασχολήσεις (θεατρική ομάδα, μπάσκετ κλπ) παθαίνει ντουβρουτζά και σκοτώνει την μητέρα του με ένα ξίφος και κρατά σε ένα σπίτι κάποιους ανθρώπους ομήρους. Η αστυνομία (Willem Dafoe) περικυκλώνει το σπίτι και ειδοποιεί δύο γνωστούς του Μπραντ, την αρραβωνιαστικιά του (Chloe Sevigny) και τον σκηνοθέτη της θεατρικής ομάδας του, με στόχο να συμβάλλουν στο να καλμάρει ο Μπραντ και να αφήσει τους ομήρους που κρατάει μέσα στο σπίτι. Κατά τη διάρκεια της ομηρείας αυτής, η αρραβωνιαστικιά και ο σκηνοθέτης εξιστορούν περιστατικά από την ζωή του Μπραντ, προσπαθώντας να δείξουν ότι πράγματι δεν ήταν στα καλά του τελευταία. Μαθαίνουμε ότι με τη θεατρική του ομάδα ανέβαζε τον «Ορέστη», ο οποίος σκοτώνει την μητέρα του για να εκδικηθεί, παρατηρούμε την συμπεριφορά της μητέρας του απέναντί του και την σχέση που είχαν οι δυο ήρωες. Βλέπουμε την εισβολή στην σχέση αυτή της αρραβωνιαστικιάς του, η οποία εκδηλώνει βαθιά αγάπη και υπομονή για τον Μπραντ, παρά την κλιμακούμενα περίεργη συμπεριφορά που ξεκινάει να έχει εκείνος. Το φινάλε, όχι τόσο απροσδόκητο, όσο μετριοπαθώς σουρεαλιστικό, ολοκληρώνει μια ταινία προσωπογραφίας ενός τρελού ανθρώπου.
Ο Βέρνερ Χέρτσογκ, πολύπειρος σκηνοθέτης, με κορυφαίες ταινίες στις αποσκευές του (Βόυτσεκ, Το αίνιγμα του Κάσπαρ Χάουζερ, Αγκίρε η μάστιγα του Θεού, Νοσφεράτου – το φάντασμα της νύχτας, Φιτσκαράλντο κλπ), διατηρεί την φήμη ενός από τους πιο αιρετικούς σκηνοθέτες παγκοσμίως, καταφέρνοντας να έχει μερικές από τις πιο αντιφατικές από πανάξιους κριτικούς κινηματογράφου. Θεωρείται ως ο παρανοϊκότερος των παρανοϊκών, όχι λόγω της σπλατεριάς ή της σεξουαλικής προστυχιάς στις ταινίες του, αλλά εξαιτίας των περίεργων σεναρίων και της απεικόνισής τους, οπότε και δημιουργεί μια αρρωστημένη ατμόσφαιρα χάους, βρωμιάς και σκοταδιού, παρασύροντας όμως αβίαστα στον θεατή, και δημιουργώντας του την πεποίθηση ότι πραγματικά κάτι σημαντικό θέλει να του πει. Η βαθιά ποίηση στην οποία βουτά τις ταινίες του, οι τρομερές εικόνες που βασίζονται σε θαμπά χρώματα, τρομαχτική απεικόνιση της φύσης και σε μια σκούρα –σχεδόν βρώμικη- αισθητική της ανθρώπινης φιγούρας, καθώς και τα παρανοϊκά σενάρια με τα οποία ασχολείται, δημιουργούν μια συλλογή ταινιών ξεχωριστή και μοναδική στην ιστορία της παγκόσμιας κινηματογραφικής δημιουργίας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει σκηνές ανθολογίας όπως η σφαγή της γυναίκας από τον Βόυτσεκ στο λιβάδι, η φιγούρα του θλιμμένου βαμπίρ Νοσφεράτου κατά την ανατολή του ηλίου, ο καταρράκτης του Αγκίρε, ή το ξύπνημα του Κάσπαρ Χάουζερ γυμνού στην πλατεία της Νυρεμβέργης.
Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια σκηνή ανθολογίας σε αυτήν την ταινία, ίσως η σκηνή με την φάρμα στρουθοκαμήλων. Πάντως, κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλλει ότι η ταινία αυτή φέρει την προσωπική σφραγίδα του δημιουργού της, κάτι σαν σφραγίδα γνησιότητας. Βλέποντας την ταινία, δεν θα μπορούσες να θεωρήσεις ότι την έχει σκηνοθετήσει κανείς άλλος πέραν από τον Βέρνερ Χέρτσογκ. Σκοτεινές εικόνες, απειλητικά τοπία -βουνά και ρέματα-, μια τρελή φυσιογνωμία στο κέντρο της υπόθεσης και οι πολύπαθοι δευτερεύοντες ήρωες που γυρίζουν γύρω από την τρελή προσωπικότητα, ανίσχυροι να αντιδράσουν μπρος στο μένος της (ή μήπως στην μοναδικότητά της…?)
Διότι, άλλωστε, τι είναι η παράνοια? Μια «πάθηση» -όπως την έχουμε ονομάσει εμείς, η πλειοψηφία των λογικών ανθρώπων της οικουμένης-, η οποία εκδηλώνεται από τον πάσχοντα ως μια συμπεριφορά που απάδει προς τους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς που εμείς οι ίδιοι έχουμε θέσει. Δηλαδή, παράνοια είναι η συμπεριφορά που αντίκειται στους κανόνες του «φυσιολογικού». Και πόσο απέχει η παράνοια από την μεγαλοφυΐα? Τελικά ο Ευριπίδης ή ο Αισχύλος ήταν παράφρονες ή μεγαλοφυΐες?
Ο πρωταγωνιστής δολοφονεί την μητέρα του, όπως ο Ορέστης. Την τραγωδία αυτή του Ευριπίδη ή την τριλογία του Αισχύλου (δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ) ανεβάζει ο πρωταγωνιστής με την θεατρική ομάδα που συμμετέχει. Προφανώς υπάρχει σύνδεση μεταξύ των δύο περιστατικών. Μια απλοϊκή λογική ακολουθία θα ήταν η εξής: ο ήρωας είναι τρελός – στο θέατρο παίζει ότι δολοφονεί την Κλυταιμνήστρα (μητέρα του) – στην πραγματική ζωή δολοφονεί την πραγματική του μητέρα. Θα πρέπει όμως να υπάρχει και πιο εσωτερική λογική μέσα στην ταινία αυτή. Μια λογική που ίσως επηρεάζεται όχι μόνο από την τραγωδία του Ευριπίδη ή του Αισχύλου, αλλά και από μια άλλη τραγωδία, τον Οιδίποδα. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα που υφέρπει στην σχέση με την μητέρα του, τον στοιχειώνει. Ο φόνος είναι ένας τρόπος απεγκλωβισμού από αυτό.
Ο πρωταγωνιστής καθ’ όλη την διάρκεια των flash-back παρουσιάζεται να ακροβατεί ανάμεσα στην λογική και την τρέλα, την λογική και το παράλογο. Ως αθλητής του rafting είχε πάει με φίλους να διασχίσει ένα φουρτουνιασμένο ρέμα. Είδε όμως ότι το ρέμα ήταν πολύ δύσκολο, και πρότεινε να έρθουν κάποια άλλη στιγμή να το διασχίσουν. Οι φίλοι του δεν τον άκουσαν, προσπάθησαν να το διασχίσουν και πνίγηκαν. Η λογική του πρωταγωνιστή του υπαγόρευσε να μην κάνει rafting σε τόσο φουρτουνιασμένα νερά. Από την άλλη, επηρεάστηκε τόσο πολύ από την τραγωδία που έπαιζε στο θέατρο, που την μετέφερε στην πραγματική του ζωή, σκοτώνοντας την μητέρα του. Κάτι τέτοιο μόνον ένας τρελός θα το έκανε.
Η λογική και η τρέλα ενώνονται στην σκηνή όπου παίρνοντας μια μπάλα του μπάσκετ, την τοποθετεί ανάμεσα στα κλαδιά ενός ξεραμένου δέντρου. Έτσι, δημιουργεί ένα έργο τέχνης, μια κληρονομιά, την δική του κληρονομιά. Στην τελευταία σκηνή, ένα παιδάκι πάει και παίρνει την μπάλα του μπάσκετ από το ξεραμένο δέντρο για να πάει να παίξει με τα υπόλοιπα παιδιά. Πιθανώς αυτός να είναι ο ρόλος της τέχνης: να αξιοποιούμε τα διδάγματά της και να τα μετουσιώνουμε σε πράξεις της καθημερινής μας ζωής.
Πολλοί κριτικοί γράψανε ότι η ταινία αυτή δεν έχει έναν κεντρικό στόχο, δεν επικεντρώνεται κάπου, παρά παραθέτει σκηνές από την ζωή ενός ανθρώπου ατάκτως, χωρίς να προσπαθεί να δείξει κάτι μέσω των σκηνών αυτών. Αναρωτιέμαι, όμως, εγώ το εξής: αυτό δεν είναι η ζωή? Ατάκτως ερριμμένες εικόνες της ζωής, οι οποίες συνθέτουν όλες μαζί μια μοναδική προσωπικότητα, αυτήν του πρωταγωνιστή, και δεν αποτελούν προσπάθεια να δικαιολογήσουν την πράξη του να δολοφονήσει την μητέρα του, παρά μόνο η πράξη του αυτή εντάσσεται κι αυτή ως μια σκηνή στην αλληλουχία των σκηνών που συνθέτουν μια προσωπικότητα. Μια προσωπικότητα ανίσχυρη, πανέξυπνη, παρανοϊκή, τρομαχτική, αλλά πραγματικά απολύτως καθημερινή.
Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, και αυτό αποτελεί την μεγαλύτερη απόδειξη για το πόσο τρομαχτική είναι η φύση του ανθρώπου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μπορεί να είναι τρομαχτική, αλλά είναι και καθημερινή. Η τρομαχτική υπόσταση της ανθρώπινης φύσης εκφράζεται καθημερινά και ποικιλοτρόπως, δεν είναι ανάγκη ένας άνθρωπος να δολοφονήσει την μητέρα του για να αποκαλύψει την τρομαχτική του φύση.
Θεωρώ ότι, όταν σε μια ταινία τίθεται η αφορμή για σκέψη σχετικά με όλα αυτά τα ζητήματα, δεν μπορεί η ταινία αυτή να θεωρηθεί κακιά. Μπορώ να καταλάβω κάποιον που βρίσκει αστοχίες στην σκηνοθετική οπτική του πράγματος, αλλά όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι αυτά που με κάνουν να αγαπώ πολύ τις ταινίες αυτού του παρανοϊκού σκηνοθέτη.
Οι ερμηνείες είναι μέτριες, η φωτογραφία συγκλονιστική, η μουσική ταιριαστή, ο ρυθμός της ταινίας είναι σχετικά αργός αλλά καταφέρνει να εντάξει τον θεατή στο νοσηρό κλίμα που επιθυμεί. Γενικώς είναι ένα απαιτητικό θέαμα, αλλά αξίζει την προσπάθεια να το δει κάποιος. Δώστε μια ευκαιρία σε ένα σινεμά περίεργο, νοσηρό, δύσκολο, αλλά τόσο μεστό και τόσο επικεντρωμένο στον αληθινό και ουσιαστικό στόχο της τέχνης.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)