Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

MovieReactor: Poltergeist (1982)

POLTERGEIST (1982)
Ή ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ

Χαμένος κάπου στις απόκρημνες βουνοκορφές της Πίνδου, αποφάσισα μια βροχερή μέρα να σκοτώσω τον ελεύθερο (ή όχι) χρόνο μου βλέποντας ένα κλασσικό αμερικάνικο θρίλερ. Σκέφτηκα, φυσικά το Poltergeist ή αλλιώς «Το πνεύμα του κακού», ταινία του 1982, όταν ο βρεφικός κινηματογραφικά Σπήλμπεργκ υπέγραφε την παραγωγή μιας ταινίας που έχει σαφώς χάσει το τρομακτικό της άρωμα με το πέρασμα των χρόνων, παραμένει όμως στιβαρή παρακαταθήκη εφευρετικότητας για ακόμη μια γενιά σκηνοθετών τρόμου:

Γλυκανάλατη μεσοαστική αμερικάνικη οικογένεια ζει σε όμορφο σπίτι σε γλυκανάλατη γειτονιά μιας γλυκανάλατης επαρχιακής πόλης κάπου στην γλυκανάλατη αμερική. Τόση Μπάρμπυ όμως δεν αντέχεται, οπότε το πάλλευκο, κατάξανθο και ζουμπουρλούδικο εξάχρονο κοριτσάκι της οικογένειας, δέχεται την επίσκεψη πνευμάτων από απόκοσμη διάσταση μέσω της τηλεόρασης (καταγγελία του σκηνοθέτη για τα μίντια; - δεν νομίζω…), τα οποία πνεύματα κατσικώνονται μέσα στο σπίτι και δεν λένε να φύγουν. Όσο διασκεδαστικό είναι στην αρχή για την οικογένεια να βλέπει τις καρέκλες τις κουζίνας να κάνουν αεροπλανικά από μόνες τους, τόσο τρομακτική γίνεται η κατάσταση όταν τα πνεύματα απαγάγουν το πάλλευκο, κατάξανθο και ζουμπουρλούδικο κοριτσάκι. Η αγωνιούσα μήτηρ καλεί επειγόντως μέντιουμ και ψυχοερευνητές για να καταλάβει τι συμβαίνει στο σπίτι και να βρει την κόρη της, όταν τελικά ο πατέρας μαθαίνει από τον πολεοδόμο της πόλης ότι η γειτονιά αυτή έχει ανεγερθεί πάνω σε παλιό νεκροταφείο (μπρρρρ…..). Στο σπίτι, όμως, τα πνεύματα αρχίζουν να μουγκρίζουν επικίνδυνα, γίνονται όλο και πιο απειλητικά και τελικά αρχίζουν κι εμφανίζονται στα μέλη της οικογένειας, σπέρνοντας τον πανικό…

Ομολογώ ότι τον σκηνοθέτη της ταινίας, Τόμπυ Χούπερ, δεν τον ήξερα. Ρίχνοντας, όμως, βλέφαρο στην φιλμογραφία του, είδα ότι είναι γνώστης του τρόμου, αφού στις ταινίες του συμπεριλαμβάνονται τίτλοι όπως το κλασικό «Texas chainsaw massacre», η σειρά ταινιών «Poltergeist», το «Τούνελ του τρόμου» και η τηλεταινία «Salem’s lot» από το βιβλίο του Στήβεν Κινγκ. Δεν απορώ, λοιπόν, που η σημερινή ταινία είχε όλα τα στοιχεία εκείνα που θα έκαναν έναν νεαρό θεατή του 1982 να τα κάνει πάνω του.
Στο επίκεντρο της ταινίας του θέτει μια μεσοαστική οικογένεια. Δυο γονείς που υπεραγαπούν τα παιδιά του, βασικά ζουν γι’ αυτά, και τρία παιδιά, σύμφωνα με τις επιταγές της πουριτανικής αμερικάνικης κοινωνίας των ’80, μια μεγάλη κόρη και δυο μικρά αδέρφια, αγόρι και κορίτσι. Οι πρωταγωνιστικοί ήρωες είναι ποτισμένοι με κάθε τι αντιπροσωπευτικό της συντηρητικής αμερικάνικης κοινωνίας: η μεγάλη κοπέλα πηγαίνει σχολείο και θέλει να είναι popular, η μητέρα φροντίζει τα μικρά παιδιά, ο μπαμπάς προσφέρει τα προς το ζην, το σπίτι είναι τεράστιο, αν και από ξύλο κόντρα-πλακέ, κηπουρική, χοροί σχολείου, βραδινό όλη η οικογένεια μαζί, κι άλλες τέτοιες κομφορμιστικές αρλούμπες που σε κάνουν να χάνεις τον έλεγχο του οισοφάγου σου… Βέβαια, μπορώ να δικαιολογήσω τον σκηνοθέτη που επιλέγει να συνταχθεί με το ρεύμα της πουριτανικής αυτής κοινωνίας, καθώς – πολύ απλά – δεν τον νοιάζει να κάνει οποιαδήποτε κοινωνική καταγγελία. Απλώς θέλει να τρομάξει κοσμάκη με την ταινία του. Απλά τα πράματα – τελεία και παύλα.
Τα πνεύματα αρχίζουν κι επικοινωνούν με το κοριτσάκι, το μικρότερο μέλος της οικογένειας. Προφανώς λόγω αγνότητας και έλλειψης σύνθετης σκέψης, που πηγάζουν από το νεαρότατο της ηλικίας, η μικρή κοπελίτσα μπορεί και αντιλαμβάνεται τις εξωκοσμικές φράσεις που της τσαμπουνάνε τα πνεύματα από τον άλλο κόσμο. Πάντως, είναι γνωστό το τέχνασμα αυτό σε θρίλερ, ότι δηλαδή τα μικρά παιδάκια καταλαβαίνουν την ύπαρξη πνευμάτων ή γενικώς την παραφυσική δραστηριότητα. Το τέχνασμα αυτό εμφανίζεται για πρώτη φορά τόσο έντονα στο Poltergeist, και αυτή είναι η πρώτη πρωτοπορία της ταινίας.
Η παραφυσική δραστηριότητα μέσα στο σπίτι πλέον δεν μπορεί να αγνοηθεί από τους γονείς της οικογένειας, οι οποίοι αρχικά απολαμβάνουν αυτό το παράξενο γεγονός, γελώντας με τα αεροπλανικά που κάνουν οι καρέκλες στην κουζίνα. Κάπου εδώ αρχίζει να αναρωτιέται ο θεατής: «βρε, λες τελικά τα πνεύματα αυτά να είναι καλά?». Ναι, καλά…
Σε μια αναταραχή, το κοριτσάκι απαγάγεται από τα πνεύματα, κι από κει και πέρα ξεκινά το δράμα της οικογένειας, και μαζί ένα παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Η οικογένεια, με την βοήθεια ομάδας ψυχοερευνητών αλλά και ενός πανίσχυρου μέντιουμ, αρχίζει να μελετά την συμπεριφορά των πνευμάτων, να καταγράφει τα παράξενα που συμβαίνουν στο σπίτι και να προσπαθεί να κατανοήσει τι θέλουν τα πνεύματα από αυτούς και πώς θα πάρουν πίσω την κόρη τους. Αρχίζουν λοιπόν να προκαλούν τα πνεύματα. Προσπαθούν να τα κάνουν να εμφανιστούν μπροστά τους, για να αρχίσουν να κατανοούν την κατάσταση αλλά και τι θα κάνουν, με κίνδυνο να σκοτωθούν.
Μετά από πολλές επαφές, το μέντιουμ καταφέρνει να ανοίξει μια πύλη στην άλλη διάσταση και η μάνα μπαίνει μέσα και παίρνει το κοριτσάκι. Η σκηνή όπου γίνεται όλο αυτό είναι γελοία, καθώς το μέντιουμ χρησιμοποιεί κάτι μπαλάκια του γκολφ για να ανοίξει την πύλη της άλλης διάστασης. Μπορώ να καταλάβω το αδιέξοδο του σκηνοθέτη να βρει έναν τρόπο να δείξει πώς μπορεί να ανοίξει αυτή η ριμάδα η πύλη, όμως ο τρόπος που επιλέγει να το δείξει προκαλεί τουλάχιστον γέλια.
Το μυστήριο τελειώνει, όταν ο μπαμπάς μαθαίνει την αλήθεια για την γειτονιά όπου βρίσκεται το σπίτι του: παλιά υπήρχε νεκροταφείο, το οποίο μεταφέρθηκε, όχι όμως και τα πτώματα που βρίσκονταν θαμμένα στη γη. Να ένα ακόμα τέχνασμα που συναντάμε τόσο έντονο στην ταινία: ο μύθος της ασέβειας στους νεκρούς, και το χτίσιμο σπιτιού πάνω σε παλιό νεκροταφείο.
Η δε τελευταία σεκάνς, όπου στο ξενοδοχείο πια ο μπαμπάς βγάζει έξω από το δωμάτιο την τηλεόραση, είναι όλα τα λεφτά!

Πραγματικά, στην ταινία αυτή δεν βρίσκω να υπάρχει κάποιο σχόλιο που μπορεί να κάνει κάποιος αναλυτής σχετικά με κοινωνικό-φιλοσοφικές προεκτάσεις: είναι μια ταινία που δημιουργήθηκε για να τρομάξει τον θεατή του 1982. Ο σύγχρονος θεατής πρέπει να ξέρει ότι δεν θα τρομάξει, απλώς θα κάτσει στην άκρη της καρέκλας του σε κάποιες σκηνές, σε κάποιες θα αηδιάσει και σε κάποιες άλλες θα ξαφνιαστεί.

Αξέχαστες δύο σκηνές: η πρώτη με το ανσάμπλ των καρεκλών πάνω στο τραπέζι της κουζίνας σε σχήμα ανάποδου τριγώνου καθώς και η σκηνή του διαδρόμου, σκηνή ανθολογίας, όπου βλέπουμε έναν σκοτεινό διάδρομο, την πλάτη της μάνας και στο βάθος μια πόρτα με λάμψη να φαίνεται από κάτω. Κι όπως βλέπουμε τον διάδρομο, αυτός φαίνεται σαν να μακραίνει από μόνος του, σαν να απομακρύνεται η πόρτα που βρίσκεται στο βάθος του. Κλασσικό τεχνικό εφέ, πασίγνωστο από την χρήση του και σε άλλες ταινίες.

Η χρήση της μουσικής είναι απλά εξαιρετική. Στην αρχή της ταινίας, όπου όλα δείχνουν φυσιολογικά και καθημερινά για την οικογένεια, δεν υπάρχει μουσική, ακούγεται μια παγερή σιωπή ως υπόβαθρο, σαν να σου κλείνει το μάτι ο σκηνοθέτης και να σου λέει: «Τα βλέπεις όλα φυσιολογικά, αλλά για πόσο ακόμα?»…. Και μετά, όσο προχωράει η ταινία, χρησιμοποιείται ελάχιστα, αλλά σε κρίσιμα σημεία, εντείνοντας στην αγωνία, χωρίς όμως να σε τρομάζει ή να ξαφνιάζει.

Οι ερμηνείες είναι μέτριες, αλλά καθόλου ενοχλητικές. Κανένας ηθοποιός δεν αξίζει τίποτα παραπάνω από ένα απλό «πολύ καλά». Υπάρχει όμως μια αξιοπρόσεχτη ερμηνεία που έρχεται προς το τέλος της ταινίας και ξεχωρίζει: η λιλιπούτεια Ζέλντα Ρουμπινστάιν ως μπασμένο πλην παλίσχυρο μέντιουμ, που τελικά δίνει την λύση για το στοίχειωμα, είναι εξαιρετική, κυρίως χάρη στις απόκοσμες φωνητικές της χορδές και στο ημίτυφλο βλέμμα της.

Ταινία του 1982 για θεατές του 1982, το Poltergeist πλέον δεν τρομάζει, αποτελεί όμως ένα μουσείο από τεχνικές και ευρήματα που χρησιμοποιήθηκαν σε πολλές μεταγενέστερες ταινίες τρόμου (είδα κάπου και δάνεια που έχει κάνει το Supernatural), επομένως αξίζει να την δει κανείς, γνωρίζοντας ότι πρόκειται να δει ένα παλαιολιθικό θρίλερ, να βιώσει τρόμο από την εποχή του σιδήρου. Δείτε την με μεγάλη παρέα, κρασί και ποπκόρν.

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

MovieReactor: The black swan (2010)

THE BLACK SWAN (2010)
Ή Η ΛΟΡΑ ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ

Ένα γλυκό χειμωνιάτικο βράδυ, με ένα ποτήρι κρασί στο κομοδίνο μου και ένα άδειο τασάκι, αποφάσισα να δω μια ταινία, η οποία έπρεπε οπωσδήποτε να είναι σπουδαία, σαν μια αποτοξίνωση από τις αηδίες που έχουν πλημμυρίσει το μυαλό μου τις τελευταίες μέρες. Είπα λοιπόν να επιλέξω από την δεξαμενή των φαβορί για τα φετινά Όσκαρ, και μάλιστα ένα δημιούργημα ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη που με έχει απογοητεύσει ελάχιστες φορές. Δίκαιη επιλογή το “The black swan” του Ντάρεν Αρονόφσκυ.

Νεαρή φέρελπις χορεύτρια του κλασσικού μπαλέτου (Νάταλυ Πόρτμαν), άβγαλτη στη ζωή και με ελάχιστες εμπειρίες, εργάζεται πολύ σκληρά για να τελειοποιήσει την τεχνική της στον χορό. Η μητέρα της (Μπάρμπαρα Χέρσεϋ) την υποστηρίζει, παρέχοντάς της τα πάντα ώστε εκείνη να μπορεί να ασχοληθεί ανενόχλητη με τον χορό. Το ανέβασμα του έργου «Η Λίμνη των Κύκνων» θα έρθει σαν μια ευκαιρία για εκείνη να αποδείξει τι αξίζει στη σκηνή, αφού ο χορογράφος του έργου (Βενσάν Κασέλ) την επιλέγει να παίξει τον διπλό ρόλο του Λευκού και του Μαύρου Κύκνου. Η προσέγγιση του Λευκού Κύκνου είναι εύκολη, όμως ο ρόλος του Μαύρου Κύκνου είναι εμποτισμένος με τα στοιχεία εκείνα που έρχονται σε ανοιχτή κόντρα με την ιδιοσυγκρασία της κοπέλας. Ξεκινά, λοιπόν, μια προσπάθεια καταβύθισης στο εγώ της, προσπαθώντας να εντοπίσει όποια σκοτεινά στοιχεία διαθέτει. Η καταβύθιση όμως αυτή την οδηγεί στην παράνοια και τελικά στην απελευθέρωσή της προς τον πραγματικό κόσμο.

Ο Ντάρεν Αρονόφσκυ, όπως συχνά λέω για τέτοιους σκηνοθέτες, ξέρει πώς να κάνει σινεμά. Κι αυτό το δείχνει και στην τελευταία του δημιουργία. Επιλέγει και πάλι να δείξει την ταλαιπώρια ενός ανθρώπου, ο οποίος κατατρύχεται από τις υποχρεώσεις του και από ένα προσωπικό στοίχημα, ήτοι την υπέρβαση των δυνατοτήτων του. Η προβληματική αυτή ακολουθεί τα έργα του γενικώς και περικλείει δημιουργικά το σύνολο του έργου του (Πι, Ο παλαιστής, Ρέκβιεμ για ένα όνειρο). Το τελευταία του έργο έχει στο κέντρο του μια μπαλαρίνα που καλείται να ερμηνεύσει έναν διπλό ρόλο, την προσωποποίηση του καλού και του κακού ταυτόχρονα στην ίδια παράσταση.

Για να γίνει πιο σαφής ο διττός ρόλος που προσφέρεται στην νεαρή χορεύτρια να ερμηνεύσει, ας εξηγήσω την ιστορία της Λίμνης των Κύκνων. Πρίγκιπας ερωτεύεται πανέμορφη κοπέλα, η οποία έχει την κατάρα κάθε μέρα να μεταμορφώνεται σε λευκό κύκνο και κάθε νύχτα να γίνεται άνθρωπος. Την κατάρα αυτή την έχουν και οι αδερφές της, κύκνοι στην λίμνη ενός κακού μάγου. Όταν μετά από καιρό ο πρίγκιπας ερωτάται ποια θέλει να παντρευτεί, εμφανίζεται μαύρος κύκνος που μεταμορφώνεται σε κοπέλα που μοιάζει πάρα πολύ με τον λευκό κύκνο που είχε ερωτευτεί ο πρίγκιπας. Αμέσως και χωρίς να καταλάβει ότι η μαγεμένη κοπέλα δεν είναι η ίδια με εκείνη που είχε γνωρίσει τότε στην λίμνη, λέει ότι θέλει να παντρευτεί αυτήν. Όταν ο λευκός κύκνος μαθαίνει ότι ο έρωτάς της παντρεύεται την μαύρο κύκνο, αυτοκτονεί τραγουδώντας το ομορφότερο τραγούδι της.

Απλό παραμυθάκι βγαλμένο από την κεντρο-ευρωπαϊκή μυθολογική παράδοση, με πολύ εύκολους συμβολισμούς. Ο λευκός κύκνος συμβολίζει την αγνότητα, την αφέλεια, την ευθύτητα και την εύθραυστη φυσιογνωμία, ενώ ο μαύρος κύκνος το ψεύδος, την απάτη, την υστεροβουλία, την κακία και την αποπλάνηση. Η νεαρή χορεύτρια του έργου καλείται σε μία παράσταση να ενσαρκώσει και τους δυο ρόλους, όπως συνήθως γίνεται όταν ανεβαίνει το μπαλέτο αυτό σε θεατρική σκηνή. Κι εκεί αρχίζουν τα προβλήματα για την νεαρή.

Η μητέρα της χορεύτριας έχει δημιουργήσει ένα αποστειρωμένο, υπερπροστατευτικό περιβάλλον γύρω από την κόρη της, αποτρέποντάς την από οποιαδήποτε γήινη απόλαυση. Θεωρεί ότι η κόρη της έχει ταλέντο, το οποίο θα αναδείξει μόνο με στερήσεις, σωστή διατροφή και πολύωρη επίπονη άσκηση. Φαίνεται σαν η νεαρή να ζει σε μια γυάλα, προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσει τις δυνατότητες επαφής με τον έξω κόσμο. Το σπίτι της τρέπεται σε ένα γυάλινο καταφύγιο για εκείνη, ακριβώς όπως το σπίτι της Λόρα στον «Γυάλινο Κόσμο» του Τενεσύ Ουίλιαμς (τρομερό θεατρικό – όποιος δεν το έχει διαβάσει, ας το διαβάσει!). Η υπερπροστασία της μητέρας, όμως, δεν οδηγεί στην προστασία του παιδιού. Οδηγεί με νομοτελειακή ακρίβεια στην τάση του παιδιού να επαναστατήσει. Κι αυτό κάνει και η νεαρή χορεύτρια, με έναν πολύ ιδιάζοντα τρόπο όμως…

Ο χορογράφος Βενσάν Κασέλ, κατά τη διάρκεια των προβών, καταλαβαίνει ότι αυτό το κορίτσι είναι τόσο εύθραυστο, αγνό κι αφελές όσο και ο λευκός κύκνος. Όμως, δεν μπορεί να βγάλει το πάθος, την ίντριγκα και την λαγνεία που απαιτείται για τον ρόλο του μαύρου κύκνου. Την προτρέπει να απελευθερωθεί από τους ενδοιασμούς, τα ταμπού και τα στεγανά της. Η προτροπή αυτή είναι μια παραπάνω σπρωξιά για την χορεύτρια. Το θέμα, όμως, είναι ότι την σπρώχνει προς το λάθος σημείο.

Η μικρή αρχίζει και τα χάνει. Συνειδητοποιεί ότι για να βγάλει εις πέρας τον ρόλο της, πρέπει να απελευθερωθεί από όλη την μέχρι τώρα ζωή της. Βλέπει ότι χορεύτρια –δηλ καλλιτέχνης- δεν γίνεσαι μόνο με την τεχνική, αλλά χρειάζεται και πάθος. Το πάθος, όμως, το έχει απορρίψει από την ζωή της, το έχει θυσιάσει για να έχει χρόνο να δουλέψει την τεχνική. Το αδιέξοδο αυτό στο οποίο βρίσκεται, δεν γνωρίζει πώς να το διαχειριστεί. Αρχίζει λοιπόν και έχει παραισθήσεις, που οφείλονται στην ένταση του άγχους που την διαπερνά, αλλά και στην απορία μήπως η μέχρι τώρα ζωή της ήταν μάταιη.

Το σπάσιμο του αυγού έρχεται όταν μπαίνει σε κλαμπάκι, παίρνει xtasy, σκυλοπηδιέται με όποιον βρει μπροστά της και καταλήγει στο σπίτι της, επιδιδόμενη σε υπερηδονικές στιγμές αυνανισμού. Η συμπεριφορά της από τότε αλλάζει. Από τη στιγμή εκείνη είναι μόνη της ενάντια στον κόσμο. Αρχίζει και διεκδικεί τα κεκτημένα της, βάζει στην θέση τους όσους την πείραζαν και γελούσαν μαζί της και βρίσκει τον χαρακτήρα να δώσει μια αξιομνημόνευτη ερμηνεία.

Την ημέρα της παράστασης οι παραισθήσεις εξακολουθούν να την κυνηγούν. Βλέπει παντού ανταγωνίστριες, αντιμετωπίζει την μοναξιά της κορυφής, συνειδητοποιεί ότι προσεγγίζει το ρόλο του μαύρου κύκνου περισσότερο από ότι θα ήθελε, και εν τέλει ολοκληρώνεται δίνοντας μια συγκλονιστική ερμηνεία με μοιραίο κόστος. Το τέλος δείχνει την τελική μέθεξη, την τελική ένωση του καλλιτέχνη με τον ρόλο που υποδύεται, και την μοιραία ακολουθία των δυο ιστοριών, αυτή του λευκού κύκνου και αυτή της νεαρής χορεύτριας (μόλις το δείτε, θα καταλάβετε τι εννοώ).

Πολύ μεστό σενάριο, ένα από τα καλύτερα σεναριακά επιτεύγματα που έχω δει εδώ και πολλά χρόνια. Με περιφερειακές ιστορίες που συνδέονται με την βασική, ρόλους που ξεπηδούν από το πουθενά και διαμορφώνουν καταστάσεις, μια άρτια μελέτη της ξαφνικής κοινωνικοποίησης μιας κοπέλας που παραπέμπει στην βία με την οποία έρχεται ένα μωρό στον κόσμο και ως μια ελεγεία στην καλλιτεχνική φύση του ανθρώπου και την μέθη που επιφέρει η ένωση του καλλιτέχνη με το δημιούργημά του, το σενάριο μυρίζει επάξια καραμπινάτο Όσκαρ.

Δυστυχώς, δεν ισχύει το ίδιο για την σκηνοθεσία. Ο Αρονόφκυ είχε στα χέρια του ένα τρομερό σενάριο, το οποίο τον ξεπέρασε. Σκηνοθετικά χρησιμοποίησε συμβολισμούς που ήταν εντελώς προφανείς, δεν ιντρίγκαρε καθόλου την σκέψη, παρουσίασε επίπεδα μια πολυεπίπεδη ιστορία, χωρίς να φωτίσει αυτά που ξεχώριζαν. Ουσιαστικά, φάνηκε σαν να μην είχε καταλάβει ακριβώς το έργο που ήθελε να σκηνοθετήσει. Φάνηκε σαν να μην είχε όραμα για την ταινία. Ο άνθρωπος είχε στα χέρια του ένα εξαιρετικά βαθύ σενάριο επιπέδου Τενεσύ Ουίλιαμς, και αυτό που κατάφερε να μας παρουσιάσει ήταν ένα ψυχόδραμα τρόμου, με τα στοιχεία του τρόμου και το κλίμα του θρίλερ να αναδεικνύονται, θάβοντας τις τρομερά βαθιές σεναριακές αρετές. Χρησιμοποιεί τεχνάσματα επιπέδου «Βλέπω το θάνατό σου» για να προκαλέσει τρόμο, ή μάλλον –καλύτερα- ταραχή, σβήνει τα φώτα σε αίθουσες –μπας και βγει ο μπαμπούλας από το σκοτάδι?...- και γενικώς βάζει εύκολα, εύκολα, εύκολα και εμπορικά μέσα, χάνοντας την μαγεία του σεναρίου κάπου μεταξύ ουρλιαχτού και αίματος που στάζει από το ταβάνι… Περίμενα πολλά παραπάνω από έναν τέτοιο πανάξιο σκηνοθέτη.

Για τους παραπάνω λόγους, η ταινία από αριστούργημα πέφτει στο επίπεδο της πολύ καλής (3-4 αστέρια). Αυτό που τεχνικά μπορώ να αναγνωρίσω ως πολύ θετικό είναι η χρήση της μουσικής του Τσαϊκόφσκυ, συνθέτη του έργου «η Λίμνη των Κύκνων». Ο συνδυασμός κλασσικής μουσικής με τις εντάσεις που δημιουργούνται ειδικά στο φινάλε είναι μαγευτικός.

Πολύ καλό μοντάζ, απαράδεκτη η original μουσική, γενικώς ικανοποιητικά χρώματα, όπως και οι φακοί και τα τεχνικά μέσα, καλό το μακιγιάζ και τα κουστούμια, βοηθούσαν στο να πιάσει ο θεατής την ατμόσφαιρα του πάλκου αλλά και του ιδρώτα που χύνουν οι χορευτές στις πρόβες και στην παράσταση.

Στις ερμηνείες έχουμε μια βασική γυναικεία και δυο δεύτερες.
Η Νάταλι Πόρτμαν είναι πολύ καλή ως νεαρή χορεύτρια. Με τις περιορισμένες δυνατότητες που έχει ως ηθοποιός, κατάφερε να αποδώσει πολύ καλά το 65-70% του ρόλου. Φάνηκε ως μια ηθοποιός που έχει πάει σε δραματική σχολή, έχει μάθει πέντε-έξι τεχνικές, και ήρθε να τις εφαρμόσει στον ρόλο της σημερινής ταινίας. Ξέρει πώς να κλαίει μπροστά στην κάμερα, όπως έκανε στην αρχή του έργου, ξέρει να δείχνει αγχωμένη, όπως έκανε στη μέση του έργου, και ξέρει να δείχνει χαιρέκακη, όπως έκανε στο τέλος του έργου. Σε καμία περίπτωση και για κανέναν λόγο δεν απογείωσε τον ρόλο στα ύψη που του άρμοζαν. Εκεί που έπρεπε να τρέμει από συναισθηματική έξαρση, εκείνη παρέμενε σιωπηλή και έκλεγε. Εκεί που την φίλησε ο χορογράφος, που θα έπρεπε να είναι αλαφιασμένη καθώς έβλεπε τον ηθικοπλαστικό της κόσμο να δέχεται το πρώτο του χτύπημα, εκείνη παρέμενε σιωπηλή κι έκλεγε. Εκεί που έπρεπε να αφήσει τον εσωτερικό της κόσμο να ξεχειλίσει από το αδιέξοδο που αντιμετώπιζε, εκείνη παρέμενε σιωπηλή κι έκλεγε. Βαρέθηκα να βλέπω αυτήν την κοπέλα να είναι σιωπηλή και να κλαίει… Πρέπει να καταλάβουμε ότι όταν κάποιος είναι ευαίσθητος κι εύθραυστος, δεν κλαίει όλη την ώρα!... Πάντως, για μια ηθοποιό επιπέδου Νάταλι Πόρτμαν, έπαιξε πολύ καλά. Σίγουρα θα λάβει υποψηφιότητα για Όσκαρ, διότι η ταινία πρέπει κάπως να πουλήσει. Να μου πεις, όμως, εδώ έχει πάρει όσκαρ η Σάντρα Μπούλοκ… Δουλευόμαστε τώρα…? Δεν σταματώ να σκέφτομαι, όμως, τι ρολάρα θα ήταν αυτή, αν έπαιζε στην ταινία –π.χ.- η Χίλαρυ Σουάνκ…
Η Μπάρμπαρα Χέρσεϋ ερμήνευσε την μητέρα της Πόρτμαν. Καλοστεκούμενη, νευρική, υστερική εκεί που έπρεπε, δυναμική, πολύ ισορροπημένη, έκανε μια πλήρη ερμηνεία σε έναν μικρό αλλά σημαντικό ρόλο.
Ο Βενσάν Κασέλ, πάντα αξιοπρεπής στα πλαίσια του γλυκανάλατου γαλλικού σινεμά, φέρνει μια ευρωπαϊκή ξινίλα που ταιριάζει γάντι στον ρόλο του. Με μια αδιόρατη καλλιτεχνική γοητεία, είναι αυτό που πρέπει για τον ρόλο του άντρα που δίνει την πρώτη ώθηση στην μούσα του προς την απελευθέρωση.

Γενικά μια πολύ καλή ταινία. Δυστυχώς για μένα, περίμενα πολλά παραπάνω. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι ένα πολύ καλό ψυχόδραμα τρόμου. Προτείνεται με μεγάλη παρέα, ποπκόρν, και βότκα (ρώσικη, προς τιμήν του Τσαϊκόφσκυ). Δείτε την!

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

MovieReactor: The kids are all right (2010)

THE KIDS ARE ALL RIGHT (2010)
Ή ΤΑ ΡΑΜΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ

Μια συννεφιασμένη Δευτέρα, που δεν ήμουν γραφείο λόγω στρατιωτικών υποχρεώσεων, κι ενώ απολάμβανα τις πρώτες ημέρες της άδειάς μου, αποφάσισα να δω μια καινούρια ταινία, η οποία –όπως είχα ακούσει- θα παίξει πολύ στα επερχόμενα Όσκαρ. Γνώριζα ότι επρόκειτο για την ιστορία μιας οικογένειας με δύο λεσβίες μαμάδες και τα δυο παιδιά τους και μπορώ να πω ότι αυτό το στόρυ φόβιζε τα όποια κατάλοιπα των αρχετυπικών ταμπού φώλιαζαν στην ιδιοσυγκρασία μου. Ευτυχώς ο φόβος αυτός δεν με απέτρεψε από το να δω την ταινία αυτή.

Δύο ομοφυλόφιλες γυναίκες (Ανέτ Μπένινγκ, Τζούλιαν Μουρ), παντρεμένες, αποφάσισαν πριν από χρόνια να πάρουν σπέρμα από κλινική και να γονιμοποιηθούν, ώστε να βιώσουν την διαδικασία της γέννησης και της μητρότητας. Από την γονιμοποίηση αυτή προέκυψαν δύο παιδιά, ένα κορίτσι (Μία Βασίκοφσκα), ήδη 18 χρονών, κι ένα αγόρι, τώρα πια στα 15 του. Έχοντας ακούσει για τον τρόπο που συνελήφθησαν, τα παιδιά αποφασίζουν να μάθουν ποιος είναι ο βιολογικός τους πατέρας (Μαρκ Ρούφαλο), και το καταφέρνουν. Κανονίζουν μια συνάντηση μαζί του, τον γνωρίζουν, ξεπερνούν την αρχική αμηχανία κι αρχίζουν να τον καλούν με τον τρόπο τους να λάβει μέρος στη ζωή τους. Οι δυο μαμάδες δεν γνωρίζουν αν όλο αυτό θα εξελιχθεί σε καλό ή κακό, όμως δεν μπορούν να προβλέψουν τι τρικυμία θα φέρει η συνεργασία της μιας μαμάς με εκείνον.

Η πρωτοεμφανιζόμενη στον κινηματογράφο σκηνοθέτης Λίζα Χολοντένκο μας παρουσιάζει ένα κοινωνικό δράμα που εστιάζει σε μια κρίση που περνάει ένα ζευγάρι. Με την αισθητική του τρόπου κινηματογράφησής της καταφέρνει να αποβάλλει από τον θεατή οποιαδήποτε δεύτερη σκέψη περί προκλητικού λεσβιακού έργου που στοχεύει σε άκρατες φεμινιστικές κορώνες. Αντιμετωπίζει την συζυγική συνύπαρξη των δυο μαμάδων ως κάτι το απολύτως φυσιολογικό, χτίζοντας πάνω σε αυτή την βάση όλες τις συναισθηματικές και ηθικές συγκρούσεις που πρόκειται να ακολουθήσουν. Από την αρχή η ταινία σου λέει: «μιλάω για δυο παντρεμένους ανθρώπους, είτε αντρόγυνο, είτε δυο άντρες, είτε δυο γυναίκες – δεν με νοιάζει. Με νοιάζουν οι δυο παντρεμένοι άνθρωποι, ανεξαρτήτως φύλου». Έτσι, καταφέρνει να κερδίσει και τους πιο συντηρητικούς του κοινού.

Η ταινία δομείται πάνω σε ζευγάρια αντιθέσεων. Η πρώτη αντίθεση είναι το ότι το παντρεμένο ζευγάρι είναι υγιές. Οι περισσότερες κοινωνικές ταινίες που στρέφουν την προβληματική τους γύρω από ένα παντρεμένο ζευγάρι, το παρουσιάζουν σεξουαλικά άνυδρο, νευρικό και άρρωστο. Στην ταινία αυτή, όμως, το παντρεμένο ζευγάρι είναι ενεργότατο σεξουαλικά, με ηρεμία, κατανόηση, σεβασμό της μιας προς την άλλην, και μια βαθιά αγάπη που δένει τις δυο γυναίκες. Η ηρεμία αυτή ίσως επιτυγχάνεται λόγω της κατάτι «συντηρητικής» διανομής ρόλων εντός του ζευγαριού. Η Άνετ Μπένινγκ έχει τον αντρικό ρόλο: είναι αυτή που δουλεύει, φέρνει τα χρήματα στο σπίτι, δεν ασχολείται πολύ με τις δουλειές του σπιτιού, έχει αναλάβει τον ρόλο του αρχηγού-προστάτη της οικογένειας. Η Τζούλιαν Μουρ, από την άλλη, έχει περισσότερο τον γυναικείο ρόλο: η επιλογή της εργασίας της βασίζεται μόνο στο αν της αρέσει το επάγγελμα αυτό κι όχι στο αν αποφέρει χρήματα στο σπίτι, κάνει μπουγάδα, μαγειρεύει…

Κι ενώ όλα κυλάνε ήρεμα για το ζευγάρι και τα παιδιά τους, ξάφνου στη ζωή τους εισβάλει ο δωρητής σπέρματος για τα παιδιά. Ο Μαρκ Ρούφαλο είναι ένας αμόρφωτος, ημι-αποτυχημένος χαρλεάς, με μια σειρά από αποτυχημένες αποφάσεις στη ζωή του, μια σπερμογκόμενα κολλημένη πάνω του σαν παρασιτικός οργανισμός, πολύ κακό κούρεμα και δυο 60δόλαρα στην τσέπη ως αμοιβή για τα δυο κεσεδάκια σπέρμα που είχε δωρίσει για την πλάκα κάποτε στα νιάτα του. Όταν τον βρίσκουν τα δυο «παιδιά του», αυτός ενθουσιάζεται. Όχι επειδή έχει δυο τόσο όμορφα και καλοαναθρεμμένα παιδιά, αλλά επειδή ένιωσε ότι, έστω και κατά τύχη, έχει κάτι στη ζωή του που αξίζει να νοιαστεί γι’ αυτό. Παρά την ελλιπή του μόρφωση, αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει μεν λόγο στην περαιτέρω ανατροφή των παιδιών του, όμως γουστάρει πραγματικά να τα βλέπει. Αυτά τα δυο παιδιά είναι γι’ αυτόν σαν ένα βότσαλο στη λίμνη, που ταράζει τα βαλτωμένα της νερά. Νιώθει ζωντανός, χρήσιμος, νιώθει κάτι σαν πατέρας.

Η παλιά του φύση όμως δεν τον έχει εγκαταλείψει, και εκμεταλλεύεται μια στιγμή αδυναμίας της Τζουλιάν Μουρ, ικανοποιώντας της κάποια ξεχασμένα βίτσια στο κρεβάτι. Φυσικά, η Άνετ Μπένινγκ δεν αργεί να μάθει για την απιστία. Είναι τότε που η κρίση γίνεται τρικυμία μέσα στην ήρεμη οικογένεια. Ο ένας κατηγορεί τον άλλον, σαν μια απέλπιδα προσπάθεια να απεμπολήσει τις οποιεσδήποτε ευθύνες του για την κατάσταση αυτή. Είναι η στιγμή που το έργο παίρνει μια πιο δραματική καμπή. Το ζευγάρι αρχίζει κι αποξενώνεται, μικροτσακωμοί κι εντάσεις ξεπηδούν πια από παντού και με την παραμικρή αφορμή, ώσπου τελικά τα παιδιά είναι αυτά που θα αποτελέσουν την τελική κόλλα για να κολλήσει το σπασμένο γυαλί αυτής της σχέσης. Ο ξένος εισβολέας απομονώνεται, περιορίζεται στον ρόλο ενός ανθρώπου που απλά του κάνουν τη χάρη να τον ενημερώνουν για την εξέλιξη των παιδιών, και το ζευγάρι προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του.
Λένε, δε, ότι μια βαθιά κρίση σε ένα ζευγάρι είναι σαν τα ράμματα: μπορεί η πληγή να επουλωθεί, αλλά πάντα υπάρχουν τα σημάδια της. Ε, λοιπόν, ναι! Μια βαθιά κρίση σε ένα ζευγάρι είναι όντως σαν τα ράμματα: άπαξ και κρατήσεις τις δυο άκρες της πληγής κολλημένες, τότε η πληγή επουλώνεται και σταματάει να πονά.

Παρά το ιδιαίτερο χιούμορ της ταινίας, ο χαρακτηρισμός της ως «κοινωνική σάτιρα» μου φαίνεται εκτός τόπου και χρόνου. Σε καμιά περίπτωση δεν θέλησε να σατιρίσει οποιοδήποτε στοιχείο και οποιοδήποτε σχήμα επεξεργάζεται η ταινία. Είναι μια χρονική περίοδος στη ζωή ενός ιδιαίτερου ζευγαριού, δυο ομοφυλόφιλων γυναικών, και η ζωή των δυο παιδιών τους. Τίποτε παραπάνω.

Πέρνα, όμως, από τη σκηνοθεσία, αξίζει κανείς να σταθεί στο πιο δυνατό σημείο της ταινίας: στις ερμηνείες.
Δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από την Τζούλιαν Μουρ, που με ευαισθησία, ωριμότητα, απλότητα, στρογγυλάδα και διακριτικότητα διαχειρίστηκε έναν πολύ γλυκό ρόλο, δείχνοντάς μας πόσο εύκολο είναι να ολισθήσει κανείς σε σφάλματα, να αναλάβει τις ευθύνες του και να υποστεί τις συνέπειες. Δεν χρειάζεται για όλα αυτά να είναι κάποιος δυναμικός για να αντιμετωπίσει ό,τι αντιμετωπίζει εκείνη. Μας δείχνει λοιπόν, πώς μια μέση γυναίκα είναι ικανή να αντιμετωπίσει την κατάσταση που η ίδια δημιουργεί: ότι δηλ άφησε ένα τρίτο άτομο να μπει στην σχέση με το ταίρι της. Η τέχνη της είναι ακριβής, ολοκληρωμένη και ζωντανή.
Η σπουδαία ερμηνεία της ταινίας έρχεται από την Άνετ Μπένινγκ. Λιγότερο εκφραστική από την Μουρ, πιο εσωτερική, δεν σε κάνει να μπαίνεις στο ρόλο που παίζει. Σε κάνει να πιστεύεις ότι εκείνη είναι η ίδια ο ρόλος που παίζει. Το ψιλόλιγνο αεράτο στυλ που βλέπεις παύει να είναι της Μπένινγκ και γίνεται το στυλ του ρόλου. Τα δάκρυα που βλέπεις δεν είναι της Μπένινγκ, αλλά του ρόλου. Η αγκαλιά που δίνει στην κόρη της δεν είναι της Μπένινγκ, αλλά του ρόλου. Η Μπένινγκ ζει και αναπνέει όπως ο ρόλος, γίνεται ένα με αυτόν και αποδίδει την ανδρόμορφη ομοφυλόφιλη σύζυγο με τρόπο θαυμάσιο, αέρινο, απλό και μοντέρνο. Άνετα μεταξύ των πέντε υποψηφιοτήτων για το Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου, να δούμε αν θα το πάρει κιόλας.
Μεγάλη αποκάλυψη για μένα αποτελεί η ερμηνεία του Μαρκ Ρούφαλο. Ενώ τον είχαμε συνηθίσει να παίζει τον δεύτερο γκόμενο σε ταινίες επιπέδου Σάντρα Μπούλοκ και Τζένιφερ Άνιστον, στην ταινία αυτή κάνει μια εξαιρετικά ισορροπημένη ερμηνεία ενός ανθρώπου που ξεκολλάει από την λήθη της οκνηρίας και της αμορφωσιάς και επικεντρώνεται στην προσπάθειά του να συμμετέχει στη ζωή των ουρανοκατέβατων «παιδιών» του. Κλασσική νοτιοαμερικάνικη προφορά και νοοτροπία από έναν ηθοποιό που καταφέρνει και μόνο με το βλέμμα του και τον κόμπο που φαίνεται να του ανεβαίνει ως τον λαιμό να μας λέει όσα άλλοι λένε με υπερβολή και χορευτικές κινήσεις. Τον έχουμε συνηθίσει να γοητεύει με πουκάμισο και κουστούμι γυναίκες-πρότυπα της αστικής τάξης, όμως εδώ τσαλαπατάει το όμορφο προσωπάκι του, κάνοντας μια ερμηνεία που δεν θα παραξενευτώ αν προταθεί για Όσκαρ β΄ ανδρικού ρόλου.
Η τέταρτη μεγάλη ερμηνεία έρχεται από την Μία Βασίκοφσκα. Την έχουμε δει να τσαλαπατάει τον συναισθηματικό κόσμο στο ντιβάνι του ψυχολόγου Γκάμπριελ Μπερν στο In Treatment και να αναζητάει λαγούς με πετραχήλια ως Αλίκη στην Alice in Wonderland του Τιμ Μπάρτον. Δεν θα ήταν δυνατόν, λοιπόν, ηθοποιός που έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινία του Τιμ Μπάρτον να μην παίζει καλά. Στην ταινία δίνει μια αξιοθαύμαστη ερμηνεία μιας κοπέλας, η οποία, μαζί με την αποκάλυψη ολόκληρου του κόσμου μπροστά στα 18 της χρόνια, ανακαλύπτει ξαφνικά ποιος είναι ο «μπαμπάς» της. Ισορροπεί καταπληκτικά ανάμεσα στην νευρική ιδιοσυγκρασία μιας κοπέλας στην ύστερη εφηβεία και την αυτοσυγκράτηση ως μεγαλύτερη αδερφή στην οικογένεια. Ειδικά η τελευταία σκηνή, όπου οι μαμάδες και ο αδερφός της την αφήνουν μόνη της στο κολέγιο που πέρασε, και η σύσπαση των μυών του προσώπου της, είναι όλα τα λεφτά.

The kids are all right, μια όμορφη κοινωνική κομεντί, με πρωτότυπη υπόθεση, ζωντανή ματιά, εκπληκτικές ερμηνείες και αναζωογονητικό φινάλε. Προτείνεται για μια γλυκιά χειμωνιάτικη βραδιά σε καναπέ με μικρή παρέα, κρασί και λαχανικά στο τζάκι. Δείτε την!

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

MovieReactor: My son, my son, what have ye done? (2009)

ΥΙΕ ΜΟΥ, ΥΙΕ ΜΟΥ, ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ? (2009)
Ή Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ – Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ

Ένα περασμένο απόβραδο, αποφασισμένος να μην βγω έξω για ανάλωση -όπως γίνεται πολλές φορές- σε αέναες συζητήσεις ή κουτσομπολιό πάνω από ένα ποτήρι κρασί ή βότκα, είπα να δω μια ταινιούλα να ψυχαγωγηθώ πρόσκαιρα με μια ταινία, λίγες ημέρες πριν στρατευτώ. Επέλεξα μια ταινία με πολύ ιντριγκαδόρικο τίτλο: «Υιέ μου, υιέ μου, τι έκανες?» του Γερμανού σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτσογκ, σε παραγωγή κι επιμέλεια του γνωστού τρελού Ντέιβιντ Λυντς (Οδός Μαλχόλαντ, Ο άνθρωπος ελέφαντας κλπ). Πού να ήξερα τι με περίμενε…

Στην πόλη του Σαν Ντιέγκο της Αμερικής, ο φέρελπις κολλεγιόπαις Μπράντ (Michael Shannon), άνθρωπος με ιδιαίτερες ανησυχίες και ενασχολήσεις (θεατρική ομάδα, μπάσκετ κλπ) παθαίνει ντουβρουτζά και σκοτώνει την μητέρα του με ένα ξίφος και κρατά σε ένα σπίτι κάποιους ανθρώπους ομήρους. Η αστυνομία (Willem Dafoe) περικυκλώνει το σπίτι και ειδοποιεί δύο γνωστούς του Μπραντ, την αρραβωνιαστικιά του (Chloe Sevigny) και τον σκηνοθέτη της θεατρικής ομάδας του, με στόχο να συμβάλλουν στο να καλμάρει ο Μπραντ και να αφήσει τους ομήρους που κρατάει μέσα στο σπίτι. Κατά τη διάρκεια της ομηρείας αυτής, η αρραβωνιαστικιά και ο σκηνοθέτης εξιστορούν περιστατικά από την ζωή του Μπραντ, προσπαθώντας να δείξουν ότι πράγματι δεν ήταν στα καλά του τελευταία. Μαθαίνουμε ότι με τη θεατρική του ομάδα ανέβαζε τον «Ορέστη», ο οποίος σκοτώνει την μητέρα του για να εκδικηθεί, παρατηρούμε την συμπεριφορά της μητέρας του απέναντί του και την σχέση που είχαν οι δυο ήρωες. Βλέπουμε την εισβολή στην σχέση αυτή της αρραβωνιαστικιάς του, η οποία εκδηλώνει βαθιά αγάπη και υπομονή για τον Μπραντ, παρά την κλιμακούμενα περίεργη συμπεριφορά που ξεκινάει να έχει εκείνος. Το φινάλε, όχι τόσο απροσδόκητο, όσο μετριοπαθώς σουρεαλιστικό, ολοκληρώνει μια ταινία προσωπογραφίας ενός τρελού ανθρώπου.

Ο Βέρνερ Χέρτσογκ, πολύπειρος σκηνοθέτης, με κορυφαίες ταινίες στις αποσκευές του (Βόυτσεκ, Το αίνιγμα του Κάσπαρ Χάουζερ, Αγκίρε η μάστιγα του Θεού, Νοσφεράτου – το φάντασμα της νύχτας, Φιτσκαράλντο κλπ), διατηρεί την φήμη ενός από τους πιο αιρετικούς σκηνοθέτες παγκοσμίως, καταφέρνοντας να έχει μερικές από τις πιο αντιφατικές από πανάξιους κριτικούς κινηματογράφου. Θεωρείται ως ο παρανοϊκότερος των παρανοϊκών, όχι λόγω της σπλατεριάς ή της σεξουαλικής προστυχιάς στις ταινίες του, αλλά εξαιτίας των περίεργων σεναρίων και της απεικόνισής τους, οπότε και δημιουργεί μια αρρωστημένη ατμόσφαιρα χάους, βρωμιάς και σκοταδιού, παρασύροντας όμως αβίαστα στον θεατή, και δημιουργώντας του την πεποίθηση ότι πραγματικά κάτι σημαντικό θέλει να του πει. Η βαθιά ποίηση στην οποία βουτά τις ταινίες του, οι τρομερές εικόνες που βασίζονται σε θαμπά χρώματα, τρομαχτική απεικόνιση της φύσης και σε μια σκούρα –σχεδόν βρώμικη- αισθητική της ανθρώπινης φιγούρας, καθώς και τα παρανοϊκά σενάρια με τα οποία ασχολείται, δημιουργούν μια συλλογή ταινιών ξεχωριστή και μοναδική στην ιστορία της παγκόσμιας κινηματογραφικής δημιουργίας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει σκηνές ανθολογίας όπως η σφαγή της γυναίκας από τον Βόυτσεκ στο λιβάδι, η φιγούρα του θλιμμένου βαμπίρ Νοσφεράτου κατά την ανατολή του ηλίου, ο καταρράκτης του Αγκίρε, ή το ξύπνημα του Κάσπαρ Χάουζερ γυμνού στην πλατεία της Νυρεμβέργης.

Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια σκηνή ανθολογίας σε αυτήν την ταινία, ίσως η σκηνή με την φάρμα στρουθοκαμήλων. Πάντως, κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλλει ότι η ταινία αυτή φέρει την προσωπική σφραγίδα του δημιουργού της, κάτι σαν σφραγίδα γνησιότητας. Βλέποντας την ταινία, δεν θα μπορούσες να θεωρήσεις ότι την έχει σκηνοθετήσει κανείς άλλος πέραν από τον Βέρνερ Χέρτσογκ. Σκοτεινές εικόνες, απειλητικά τοπία -βουνά και ρέματα-, μια τρελή φυσιογνωμία στο κέντρο της υπόθεσης και οι πολύπαθοι δευτερεύοντες ήρωες που γυρίζουν γύρω από την τρελή προσωπικότητα, ανίσχυροι να αντιδράσουν μπρος στο μένος της (ή μήπως στην μοναδικότητά της…?)

Διότι, άλλωστε, τι είναι η παράνοια? Μια «πάθηση» -όπως την έχουμε ονομάσει εμείς, η πλειοψηφία των λογικών ανθρώπων της οικουμένης-, η οποία εκδηλώνεται από τον πάσχοντα ως μια συμπεριφορά που απάδει προς τους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς που εμείς οι ίδιοι έχουμε θέσει. Δηλαδή, παράνοια είναι η συμπεριφορά που αντίκειται στους κανόνες του «φυσιολογικού». Και πόσο απέχει η παράνοια από την μεγαλοφυΐα? Τελικά ο Ευριπίδης ή ο Αισχύλος ήταν παράφρονες ή μεγαλοφυΐες?

Ο πρωταγωνιστής δολοφονεί την μητέρα του, όπως ο Ορέστης. Την τραγωδία αυτή του Ευριπίδη ή την τριλογία του Αισχύλου (δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ) ανεβάζει ο πρωταγωνιστής με την θεατρική ομάδα που συμμετέχει. Προφανώς υπάρχει σύνδεση μεταξύ των δύο περιστατικών. Μια απλοϊκή λογική ακολουθία θα ήταν η εξής: ο ήρωας είναι τρελός – στο θέατρο παίζει ότι δολοφονεί την Κλυταιμνήστρα (μητέρα του) – στην πραγματική ζωή δολοφονεί την πραγματική του μητέρα. Θα πρέπει όμως να υπάρχει και πιο εσωτερική λογική μέσα στην ταινία αυτή. Μια λογική που ίσως επηρεάζεται όχι μόνο από την τραγωδία του Ευριπίδη ή του Αισχύλου, αλλά και από μια άλλη τραγωδία, τον Οιδίποδα. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα που υφέρπει στην σχέση με την μητέρα του, τον στοιχειώνει. Ο φόνος είναι ένας τρόπος απεγκλωβισμού από αυτό.

Ο πρωταγωνιστής καθ’ όλη την διάρκεια των flash-back παρουσιάζεται να ακροβατεί ανάμεσα στην λογική και την τρέλα, την λογική και το παράλογο. Ως αθλητής του rafting είχε πάει με φίλους να διασχίσει ένα φουρτουνιασμένο ρέμα. Είδε όμως ότι το ρέμα ήταν πολύ δύσκολο, και πρότεινε να έρθουν κάποια άλλη στιγμή να το διασχίσουν. Οι φίλοι του δεν τον άκουσαν, προσπάθησαν να το διασχίσουν και πνίγηκαν. Η λογική του πρωταγωνιστή του υπαγόρευσε να μην κάνει rafting σε τόσο φουρτουνιασμένα νερά. Από την άλλη, επηρεάστηκε τόσο πολύ από την τραγωδία που έπαιζε στο θέατρο, που την μετέφερε στην πραγματική του ζωή, σκοτώνοντας την μητέρα του. Κάτι τέτοιο μόνον ένας τρελός θα το έκανε.

Η λογική και η τρέλα ενώνονται στην σκηνή όπου παίρνοντας μια μπάλα του μπάσκετ, την τοποθετεί ανάμεσα στα κλαδιά ενός ξεραμένου δέντρου. Έτσι, δημιουργεί ένα έργο τέχνης, μια κληρονομιά, την δική του κληρονομιά. Στην τελευταία σκηνή, ένα παιδάκι πάει και παίρνει την μπάλα του μπάσκετ από το ξεραμένο δέντρο για να πάει να παίξει με τα υπόλοιπα παιδιά. Πιθανώς αυτός να είναι ο ρόλος της τέχνης: να αξιοποιούμε τα διδάγματά της και να τα μετουσιώνουμε σε πράξεις της καθημερινής μας ζωής.

Πολλοί κριτικοί γράψανε ότι η ταινία αυτή δεν έχει έναν κεντρικό στόχο, δεν επικεντρώνεται κάπου, παρά παραθέτει σκηνές από την ζωή ενός ανθρώπου ατάκτως, χωρίς να προσπαθεί να δείξει κάτι μέσω των σκηνών αυτών. Αναρωτιέμαι, όμως, εγώ το εξής: αυτό δεν είναι η ζωή? Ατάκτως ερριμμένες εικόνες της ζωής, οι οποίες συνθέτουν όλες μαζί μια μοναδική προσωπικότητα, αυτήν του πρωταγωνιστή, και δεν αποτελούν προσπάθεια να δικαιολογήσουν την πράξη του να δολοφονήσει την μητέρα του, παρά μόνο η πράξη του αυτή εντάσσεται κι αυτή ως μια σκηνή στην αλληλουχία των σκηνών που συνθέτουν μια προσωπικότητα. Μια προσωπικότητα ανίσχυρη, πανέξυπνη, παρανοϊκή, τρομαχτική, αλλά πραγματικά απολύτως καθημερινή.

Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, και αυτό αποτελεί την μεγαλύτερη απόδειξη για το πόσο τρομαχτική είναι η φύση του ανθρώπου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μπορεί να είναι τρομαχτική, αλλά είναι και καθημερινή. Η τρομαχτική υπόσταση της ανθρώπινης φύσης εκφράζεται καθημερινά και ποικιλοτρόπως, δεν είναι ανάγκη ένας άνθρωπος να δολοφονήσει την μητέρα του για να αποκαλύψει την τρομαχτική του φύση.

Θεωρώ ότι, όταν σε μια ταινία τίθεται η αφορμή για σκέψη σχετικά με όλα αυτά τα ζητήματα, δεν μπορεί η ταινία αυτή να θεωρηθεί κακιά. Μπορώ να καταλάβω κάποιον που βρίσκει αστοχίες στην σκηνοθετική οπτική του πράγματος, αλλά όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι αυτά που με κάνουν να αγαπώ πολύ τις ταινίες αυτού του παρανοϊκού σκηνοθέτη.

Οι ερμηνείες είναι μέτριες, η φωτογραφία συγκλονιστική, η μουσική ταιριαστή, ο ρυθμός της ταινίας είναι σχετικά αργός αλλά καταφέρνει να εντάξει τον θεατή στο νοσηρό κλίμα που επιθυμεί. Γενικώς είναι ένα απαιτητικό θέαμα, αλλά αξίζει την προσπάθεια να το δει κάποιος. Δώστε μια ευκαιρία σε ένα σινεμά περίεργο, νοσηρό, δύσκολο, αλλά τόσο μεστό και τόσο επικεντρωμένο στον αληθινό και ουσιαστικό στόχο της τέχνης.

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Movie Reactor: THE PRESTIGE (2006) του Christopher Nolan

THE PRESTIGE (2006)
Ή ΜΙΑ ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ ΧΩΡΙΣ ΣΑΣΠΕΝΣ

Συνήθως δεν επαναλαμβάνω φράσεις που έχω ακούσει. Θα πρέπει να συμφωνώ απόλυτα, αλλά και να με ιντριγκάρει ο τρόπος που έχει εκφραστεί η φράση αυτή. Αυτό συνέβη όταν αδερφικός φίλος μου είπε ότι όταν χειμωνιάζει ο καιρός, αρχίζει κανείς κι εκτιμάει τα απλά πράγματα που μπορείς να κάνεις σε μια φθινοπωρινή νύχτα, πράγματα που θα βαριόσουνα φριχτά να τα κάνεις κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν η θερινή νύχτα σε προσκαλεί σαγηνευτικά να βγεις έξω και να γλεντήσεις. Μια υπέροχη ασχολία για μια βροχερή φθινοπωρινή νύχτα, κάτι που δεν θα το έκανα ποτέ κατά το καλοκαίρι, είναι να μαζέψεις μια ολιγομελή εκλεκτή παρέα και να απολαύσεις μια ταινία. Έτσι κι έγινε μια προηγούμενη Παρασκευή, όπου σε σπίτι φίλου μαζεύτηκε η γνωστή τετραμελής παρέα για να απολαύσει, εν μέσω τηγανητών πατατών και σαμπούκας, μια πολύ ωραία ταινία: THE PRESTIGE, του Κρίστοφερ Νόλαν.

Κατά τις χαραυγές του 20ου αιώνα, δυο φίλοι και μαθητευόμενοι μάγοι (Χιού Τζάκμαν, Κρίστιαν Μπέιλ) αποφασίζουν να γίνουν διάσημοι στο καλλιτεχνικό στερέωμα, χρησιμοποιώντας τις γνώσεις τους σχετικά με την ταχυδακτυλουργική απάτη. Κατά τη διάρκεια ενός σόου, ο Μπέιλ προκαλεί τον θάνατο της γυναίκας του Τζάκμαν, κι έκτοτε οι δρόμοι των δυο συνεργατών χωρίζουν. Ο τεθλιμμένος χήρος κατηγορεί τον Μπέιλ ότι σκότωσε με δόλο την γυναίκα του, ο Μπέιλ δεν μπορεί να θυμηθεί τις συνθήκες θανάτου της εκλιπούσας, και το μίσος αυτό που καλλιεργείται ανάμεσα στους δυο πρώην συνεργάτες πυροδοτεί έναν ξέφρενο ανταγωνισμό μεταξύ τους, ο οποίος εκτονώνεται με πυροβολισμούς και ακρωτηριασμό των δακτύλων του ενός, ρεζίλεμα μπροστά σε κοινό του άλλου κλπ κλπ. Ο Τζάκμαν, με την καθοδήγηση του μάνατζερ και πρώην μάγου Μάικλ Κέιν, γίνεται γνωστός στον καλλιτεχνικό κόσμο του Λονδίνου, ενώ ο εξαιρετικά ταλαντούχος Μπέιλ απασχολείται σε μικρού βεληνεκούς νούμερα σε σκηνές-τρώγλες. Σε μία από αυτές τις σκηνές τρώγλες, όμως, ο Μπέιλ παρουσιάζει το καλύτερο νούμερο που έχει παρουσιάσει μάγος έως τότε: τον «Μεταφερόμενο Άνθρωπο». Ανίκανος να καταλάβει πώς στο διάολο το κάνει αυτό το νούμερο, ο Τζάκμαν βλέπει τον βασικό του ανταγωνιστή να αποκτά σιγά σιγά την εκτίμηση του λονδρέζικου κοινού και αποφασίζει να πάρει μέτρα. Χρησιμοποιεί την τεράστια πλέον οικονομική του επιφάνεια και πηγαίνει στην Αμερική, όπου συναντά τον εφευρέτη Τέσλα (Ντέιβιντ Μπάουι), και του ζητάει να κατασκευάσει μια μηχανή, η οποία θα κάνει κάτι εκπληκτικό. Ο Τέσλα εν τέλει το παρουσιάζει μια μηχανή που διπλασιάζει αντικείμενα. Κι όταν αυτή η μηχανή παρουσιάζεται στο λονδρέζικο κοινό, τότε τα πράγματα αρχίζουν και παίρνουν μια πολύ επικίνδυνη τροπή.

Ο Κρίστοφερ Νόλαν έχει αποδείξει ότι ξέρει να δημιουργεί κινηματογράφο. Ξέρει να κάνει ώριμες ταινίες, οι οποίες ποτέ δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν «μάπα». Ξέρει ότι κάθε σκηνή που παρουσιάζει πρέπει να περιλαμβάνει κι από ένα γεγονός που θα βοηθάει στην εξέλιξη της πλοκής. Δεν αφήνει να εμφιλοχωρήσουν σκηνές οι οποίες κάνουν τον θεατή να βαριέται. Κάθε σκηνή έχει την χρησιμότητά της. Αυτή η ικανότητα κάνει τις ταινίες του να κόβουν πολλά εισιτήρια στο σινεμά και να φέρνουν πολλά χρήματα στις τσέπες του ίδιου αλλά και των παραγωγών. Και φυσικά αυτό δεν είναι μεμπτό, καθώς οι ταινίες του είναι ψυχαγωγικές και κάνουν τον θεατή να περνάει πολύ όμορφα βλέποντάς τες. Άλλωστε, αυτός δεν είναι ένας από τους στόχους της τέχνης; Έτσι, συνεκδοχικά, καταλήγουμε ότι ο Νόλαν κάνει τέχνη. Αυτό δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητείται είναι το πόσο ποιοτική τέχνη έχουμε ανάγκη ως θεατές.

Το κλίμα που δημιουργεί ο Νόλαν στην ταινία του είναι εξαιρετικό. Πολλά μπράβο στους σκηνογράφους του, οι οποίο κατάφεραν να αξιοποιήσουν το περιβάλλον του Λονδίνου των αρχών του 20ου αιώνα τόσο πετυχημένα, δηλαδή εντάσσοντας τον θεατή στην αβυσσαλέα κοινωνία της εποχής χωρίς ταυτόχρονα να ντοκιμαντερίζουν.

Οι χαρακτήρες του έργου είναι σούπερ μονοδιάστατοι.
Ο Χιού Τζάκμαν χάνει την γυναίκα του, κατηγορεί τον συνάδελφό του για τον χαμό της και εισέρχεται σε έναν φαύλο κύκλο στυγνού ανταγωνισμού που καταλήγει σε φρενήρη εμμονή. Ίσως με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να τον εκδικηθεί για την υποτιθέμενη δολοφονία της γυναίκας του: προσπαθεί να τον καταστρέψει καλλιτεχνικά. Ο στόχος που έχει θέσει είναι η προσωπική του καλλιτεχνική άνοδος, εφόσον αυτή συνοδεύεται από την καταστροφή του Μπέιλ. Η εμμονή του φαίνεται από τις σπασμωδικές πράξεις του και από το πόσο μακριά είναι έτοιμος να το τραβήξει. Ουδέποτε, όμως, ο σκηνοθέτης αλλά και ο ίδιος ο ηθοποιός δεν μας δείχνουν πώς και γιατί γίνεται η μετάλλαξη, κι από μια απλή επαγγελματική κόντρα καταλήγουμε σε αυτό το καταστροφικό γαϊτανάκι που φτάνει μέχρι και την δολοφονία. Κάθε άνθρωπος θέλει να ξεπεράσει τον ανταγωνιστή του, κάθε άνθρωπος αποζητά εκδίκηση όταν νομίζει ότι έχει στερηθεί τον αγαπημένο του άνθρωπο εξαιτίας ενός άλλου. Δεν καταλήγουν, όμως, όλοι στις ακραίες ενέργειες του ήρωα αυτού, ώστε να δουν τον υποτιθέμενο φταίχτη έτσι όπως ο Τζάκμαν θέλει να δει τον Μπέιλ. Ο σκηνοθέτης απέτυχε να μπει στην ψυχή του ήρωα αυτού και να την κόψει στα δύο, παρουσιάζοντάς μας ανοιγμένη πλέον την προσωπικότητα και τα τρωτά σημεία ενός ανθρώπου που ζητάει να πιεί το αίμα του άλλου σε ποτήρι.
Κι αν κανείς μπορεί να καταλάβει ότι ο Τζάκμαν έχασε την γυναίκα του και θεωρεί ότι γι΄ αυτό έφταιξε ο Μπέιλ, άρα θέλει να τον καταστρέψει, σίγουρα δεν μπορεί να καταλάβει για ποιον λόγο ο Μπέιλ αποφασίζει να μπει σε αυτόν τον φαύλο κύκλο του υπέρμετρου ανταγωνισμού, που ακουμπάει τα επίπεδα της ψυχιατρικής εμμονής. Ο ήρωας αυτός έχει τα πάντα, όσα ποθεί ένας μέσος άνθρωπος: μια γυναίκα που τον αγαπάει, μια κοράκλα που θα γίνει μεγάλο κομμάτι όταν μεγαλώσει, την αποδοχή της κοινωνίας για τον επαγγελματισμό του και το ταλέντο του, αλλά κυρίως έχει κι αυτό που ποθεί κάθε παθιασμένος επαγγελματίας: την ζήλεια των ανταγωνιστών του. Κι εκεί που διάγει μια τέτοια όμορφη ζωή, ξαφνικά αποφασίζει να μπλεχτεί σε αυτό το γαϊτανάκι της εκδίκησης και του ανταγωνισμού με τον αντίζηλό του. Κι αν εκ των υστέρων μαθαίνουμε ότι είχε οργανώσει την ζωή του έτσι, ώστε να εκδικηθεί τον Τζάκμαν, ποτέ ο σκηνοθέτης δεν μας δίνει το γεγονός εκείνο που θα μας κάνει να πιστέψουμε σε έναν σοβαρό λόγο, σε ένα σοβαρό άλμα υπερβολής που θα μας πείσει για τις προθέσεις εξ αρχής αυτού του ανθρώπου. Ο σκηνοθέτης πλάθει έναν σκοτεινό χαρακτήρα, ο οποίος δεν έχει καμία ανάγκη να είναι σκοτεινός.

Έτσι, λοιπόν, ο σκηνοθέτης επιλέγει να μας μπερδεύει πάλι με τους χρόνους αφήγησής του, παρά να μας παρουσιάσει δύο χαρακτήρες που έχουν όλα τα φόντα και τα χαρακτηριστικά να είναι εξαιρετικά βαθιοί και σύνθετοι, αλλά ποτέ δεν γίνονται έτσι.
Η αποκάλυψη που γίνεται στο τέλος για τον χαρακτήρα του Μπέιλ είναι εντελώς για τα πανηγύρια: εκεί που ο σκηνοθέτης απαιτεί από τον θεατή να κάνει την υπέρβαση και να δεχτεί ως αληθινή την μηχανή που κατασκεύασε ο Τέσλα για τον Τζάκμαν, αυτή που διπλασιάζει αντικείμενα κι ανθρώπους, στο τέλος μας ξενερώνει με μια τόσο απλή εξήγηση για τον Μπέιλ, η οποία χαλάει όλο το μυστήριο της ταινίας. Το χειρότερο, όμως, δεν είναι η εξήγηση που δίνει. Είναι ότι ουδέποτε είχε αφήσει τον θεατή να μαντέψει την λύση του μυστηρίου. Σαν ένα κακογραμμένο βιβλίο της Αγκάθα Κρίστι: μας αναπτύσσει σε όλη την υπερ-δίωρη ταινία του μια υπόθεση, ένα πολύπλοκο μυστήριο, προκαλεί τον θεατή να μαντέψει ποιος είναι ο δολοφόνος, και στο τέλος σου παρουσιάζει ένα καινούριο γεγονός, για το οποίο ουδέποτε είχε αφήσει την οποιαδήποτε υπόνοια, και ξαφνικά σου παρουσιάζει μια λύση, την οποία δεν θα μπορούσες να είχες σκεφτεί ουδέποτε.
Η αλήθεια είναι ότι ίσως ήθελε ο σκηνοθέτης να κάνει ολόκληρη την ταινία του να φαίνεται σαν ένα ταχυδακτυλουργικό τρυκ: όπως ένας μάγος σου παρουσιάζει ένα πουλάκι σε ένα κλουβί, μετά εξαφανίζει ολόκληρο το κλουβί και τέλος σου παρουσιάζει το πουλάκι από την τσέπη του σακακιού του, έτσι και η ταινία σε παγιδεύει, οδηγώντας σε να μαντέψεις μια λύση, και στο τέλος, σαν ταχυδακτυλουργικό, σου παρουσιάζει την πραγματικότητα που δεν είχε σκεφτεί ποτέ σου. Πάντως, εγώ αν είχα πάει σε ταχυδακτυλουργικό σόου και έβλεπα ένα νούμερο να κρατάει κοντά δυόμιση ώρες –όπως η ταινία-, σίγουρα θα έφευγα στην μέση…

Ο Χιού Τζάκμαν είναι μετριότατος ως πεισματάρης μάγος με εμμονές, πιστεύω δε ότι ούτε που κατάλαβε τι γίνεται στην ταινία. Κι αυτό είναι ένα θετικό στοιχείο για εκείνον, σε αντίθεση με τον Κρίστιαν Μπέιλ, απαράδεκτο ως σκοτεινό κι εκδικητικό μάγο, ο οποίος πρέπει να κατάλαβε κάτι από τον ρόλο του, αλλά αυτό που κατάλαβε ήταν λάθος. Και οι δύο θα μπορούσαν να εντρυφήσουν πολύ πιο διεισδυτικά στους ρόλους και να παρουσιάσουν δυο τρομερούς και φοβερούς χαρακτήρες. Αντιθέτως, οι δυο πρωταγωνιστές παίρνουν πολύ ανάλαφρα τους ρόλους τους, όντας εγκλωβισμένοι στην ματαιότητα της αδιαμφισβήτητης ομορφιάς αμφοτέρων, και δεν ενδιαφέρονται για τους χαρακτήρες που ενσαρκώνουν, αλλά μόνο για την πολυπεριποιημένη κώμη τους και τους ομολογουμένως αψεγάδιαστους κοιλιακούς μύες τους. Ειδικά ο χαρακτήρας του Κρίστιαν Μπέιλ είχε φοβερά επίπεδα, τα οποία όμως παρέμειναν ανεξερεύνητα, χάρη στην προχειρότητα σκηνοθέτη και ηθοποιού. Η Σκάρλετ Γιόχανσον κρύα, παγερή κι αδιάφορη, μόνο γοητευτική δεν θα την χαρακτήριζε κάποιος, παρά τα πανέμορφα χείλη της. Ο Ντέιβιντ Μπάουι δεν είναι ηθοποιός και αυτό φάνηκε, αλλά κανείς δεν είχε απαιτήσεις από αυτόν. Πάντα καλός, ισορροπημένος και ώριμα δροσερός ο Μάικλ Κέιν αποδεικνύει ότι όταν ξέρεις να χειρίζεσαι το σανίδι, ξέρεις να χειρίζεσαι και το πανί.

Παρά τις όποιες λεπτομέρειες που δεν πείθουν και αφήνουν μια πικρία στον θεατή, η ταινία χαρακτηρίζεται ως πολύ καλή. Είναι χαρακτηριστικό παιδί του Κρίστοφερ Νόλαν, ο οποίος εστιάζει στην ποιοτικά εμπορική ψυχαγωγία του κοινού, παρουσιάζοντας ακριβές παραγωγές με ωριμότητα, ισορροπία, χωρίς να κάνει το κοινό να εστιάζει και να ταυτίζεται με κάποιον από τους χαρακτήρες, αλλά ψυχαγωγείται. Συνιστάται η παρακολούθησή της με μεγάλη παρέα και συζήτηση ενδιάμεσα, καθώς η διάρκειά της είναι αρκετά μεγάλη, αν και κυλάει εύκολα.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Movie Reactor: FROZEN (2010)

FROZEN (2010)
Ή «ΤΙ ΠΕΦΤΕΙΣ, ΡΕ ΦΙΛΕ? ΣΚΕΨΟΥ ΠΡΩΤΑ…»

Μέσα σε έναν εξαιρετικά ζεστό Σεπτέμβρη όπως αυτός που διανύουμε, πρέπει ο καθένας να βρει τρόπο να δροσιστεί. Κι όταν όλα τα άλλα σου τελειώνουν, τότε αυτό που απομένει είναι μια δροσερή ταινία νωρίς το βράδυ της Δευτέρας. Δεν είναι μόνο ότι δροσίζεσαι κι ο ίδιος. Είναι που μπαίνεις σε έναν πλαστό κόσμο της φαντασίας ενός σκηνοθέτη ή ενός σεναριογράφου. Κι αυτός ο κόσμος σε κάνει να αποστασιοποιείσαι για λίγο από τα όποια άγχη τελοσπάντων έχουν καταφέρει να εμφιλοχωρήσουν στην αισιόδοξη ματιά με την οποία έχεις αποφασίσει να αντιμετωπίζεις τα πρώτα βήματα της ενήλικης ζωής σου. Πάντως, το τι εννοεί κανείς όταν λέει ότι μια ταινία είναι «δροσερή», αυτό είναι σίγουρα σχετικό. Συνήθως δροσερές θεωρούμε τις ταινίες τύπου «Πρόγευμα στου Τίφφανυς», οι οποίες δεν σε κάνουν να προβληματιστείς πάνω στις βαθιές προβληματικές της σύγχρονης κοινωνίας, απλώς έχουν στόχο να σε κάνουν να περάσεις όμορφα. Αυτές οι ταινίες συνήθως έχουν όμορφους πρωταγωνιστές, ευχάριστες –συνήθως αισθηματικές- υποθέσεις και γρήγορη αλλά γλυκοτσουτσουνίστικη σκηνοθεσία. Στην σημερινή περίπτωση επέλεξα να δω μια «δροσερή» ταινία, η οποία δεν συγκεντρώνει τίποτα από τα παραπάνω. Ήδη από τον τίτλο και από την αφίσα της στο imdb, άρχισα να ξεχνάω την τραγική υγρασία που μπαίνει από την ανοιχτή μου μπαλκονόπορτα. Και να ο λόγος:

Νεαροί φοιτητές αποφασίζουν να αποδράσουν για σουκού στα χιονισμένα βουνά της περιοχής τους και να εκτονώσουν τη ρουτίνα τους κάνοντας σκι. Οι δυο κολλητοί φίλοι, έμπειροι σκιέρ, αποφασίζουν να πάρουν μαζί τους την κοπέλα του ενός και να της μάθουν πώς να στέκεται στα πέδιλα χωρίς να τρώει η μούρη της χιόνι. Ανεβαίνουν λοιπόν στην πλαγιά του χιονοδρομικού με το τελεφερίκ, και ξεσκίζονται στο σκι και στις τούμπες. Στην κατάβαση της πλαγιάς με το τελεφερίκ, όμως, κι ενώ πια σουρουπώνει, οι φύλακες του χιονοδρομικού δεν βλέπουν τους τρεις φίλους που κατεβαίνουν, κλείνουν το ρεύμα, με αποτέλεσμα να ξεμείνουν οι τρεις τους στο κάθισμα του τελεφερίκ, ξεκρέμαστοι στον αέρα. Πανικοβάλλονται, αδυνατούν να πιστέψουν ότι τους συνέβη αυτό το πράγμα και ελπίζουν ότι αυτό που τους συμβαίνει είναι ένα λάθος και ότι οι φύλακες θα ξανανοίξουν το ρεύμα για να λειτουργήσει και πάλι το τελεφερίκ, όμως αυτό δεν γίνεται ποτέ. Και τότε, μέσα στην πηχτή νύχτα και το τσουχτερό κρύο, χωρίς κινητά τηλέφωνα και γεμάτοι πανικό και απελπισία, αρχίζουν και παίρνουν βιαστικές πλην όμως μοιραίες αποφάσεις, με σκοπό να κατέβουν. (SPOILERS:) Ο ένας αποφασίζει να πηδήξει από το κάθισμα του τελεφερίκ στο έδαφος. Όταν όμως το επιχειρεί, με το που πέφτει στο έδαφος σπάει και τα δυο του πόδια και μένει ακινητοποιημένος στην χιονισμένη πλαγιά, με τους δυο άλλους να τον κοιτάνε από ψηλά. Κι εκείνη τη στιγμή, ακούγεται το πρώτο ουρλιαχτό ενός λύκου…

Ο –άγνωστος σε μένα- σκηνοθέτης Adam Green, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο, καταπιάνεται και πάλι με το είδος του θρίλερ αγωνίας. Στην περίπτωση αυτή, όμως, δεν υπάρχει κάποιο παραμορφωμένο πλάσμα που κρύβεται σε καμπίνα βαθιά στην καρδιά του δάσους, ούτε κανένα στοιχειό νεκρής κοπελίτσας που διψάει για εκδίκηση. Εδώ η απειλή είναι η ίδια η φύση.
Την φύση, λοιπόν, χειρίζεται ο σκηνοθέτης για να μεταδώσει το αίσθημα της αγωνίας στον θεατή, και τα καταφέρνει αρκετά καλά, κυρίως για δυο λόγους:
Α) δημιουργεί ένα εξαιρετικά κλειστοφοβικό αίσθημα στον θεατή, παρά τα γεγονός ότι η δράση τοποθετείται σε μια βουνοπλαγιά, πάνω σε ένα κάθισμα τελεφερίκ, δηλαδή στον ανοιχτό αέρα. Ο θεατής νιώθει ότι οι ήρωες, εγκλωβισμένοι 100 μέτρα πάνω από την χιονισμένη πλαγιά, δεν μπορούν να πάνε πουθενά, δεν έχουν καμία έξοδο διαφυγής. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς κλειστοφοβικός για να καταλάβει την αιτία του πανικού που καταλαμβάνει τους ήρωες, ούτε την άβολη θέση που τοποθετεί τον θεατή.
Β) τοποθετώντας τους ήρωες σε ένα παντελώς άδειο χιονοδρομικό κέντρο, μέσα στην καρδιά της φύσης, εγκλωβισμένους, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τον τρόμο και το δέος που μπορεί να σου προκαλέσει η άγρια πλευρά της φύσης. Ακόμα κι ένα μεγάλο και φουντωτό δέντρο (το δέντρο είναι το σύμβολο της ζωής στην αστική κουλτούρα), φαντάζει τρομαχτικό μέσα στην μαύρη νύχτα του χιονισμένου τοπίου που έχει παγιδέψει ο σκηνοθέτης τους ήρωες του. Η μοναξιά του μεμονωμένου ανθρώπου μέσα στην απεραντοσύνη της φύσης είναι αυτό που ενεργοποιεί τον αρχετυπικό φόβο του ανθρώπου προς επιβίωση (ας μην ξεχνάμε ότι ο προϊστορικός άνθρωπος οργανώθηκε σε κοινωνίες, για να αντιμετωπίσει με άλλους ανθρώπους την απεραντοσύνη της φύσης). Κι αυτού του είδους τον φόβο καταφέρνει και τσιγκλάει ο σκηνοθέτης.

Πέρα από τα δυο αυτά στοιχεία που τα βρήκα αρκετά ενδιαφέροντα, η ταινία δεν ξεφεύγει από τα αμερικάνικα κλισέ, όπου ένας –μπορεί και περισσότεροι- θυσιάζεται για να ζήσουν οι υπόλοιποι, το μοτίβο ότι οι άνθρωποι σε ακραίες περιπτώσεις κινδύνου βγάζουν το πραγματικό τους πρόσωπο, ότι ο φόβος μπροστά στον κοινό κίνδυνο φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά κλπ κλπ κλπ… Πράγματα που τα έχουν πει σε μεγαλύτερο βάθος παλαιότεροι σκηνοθέτες.

Ομολογώ ότι ήταν πολύ ωραία σκηνή εκείνη του θανάτου, περίπου στην μέση της ταινίας (δεν μπορώ να πω περισσότερα, δεν θέλω να προδώσω κάτι από την πλοκή, αλλά είμαι σίγουρος ότι όταν την δείτε, θα καταλάβετε για ποια σκηνή μιλάω).

Τα πλάνα είναι αδιάφορα, το μοντάζ ικανοποιητικό, το σενάριο δεν έχει ιδιαίτερα κενά, αν και δεν είναι ομοιόμορφα δομημένο και η σκηνογραφία είναι εξαιρετική. Ευτυχώς τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ταινίας είναι αρκετά ικανοποιητικά, οπότε δεν έχει κανείς πρόβλημα να την παρακολουθήσει.

Ευτυχώς ο σκηνοθέτης επιλέγει να μην βάλει μουσική επένδυση στην ταινία, κάτι που θα την έκανε πολύ πιο φτηνιάρικη από ότι είναι τώρα. Δεν χρειάζεται μουσική για να κάνει πιο έντονες τις καταστάσεις που περιγράφει, αυτές είναι αρκετά έντονες από μόνες τους.

Οι ερμηνείες είναι ανύπαρκτες, έως και ερασιτεχνικές. Όμως, με δεδομένο ότι οι χαρακτήρες των ηρώων της ταινίας είναι αρκετά μονοδιάστατοι, δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά πράγματα οι ηθοποιοί ώστε να αναπτύξουν τον ήρωα που ενσάρκωνε ο καθένας.

Καλή. Μην περιμένετε να δείτε μια ταινία τρόμου με ξεκοιλιάσματα ή φαντάσματα και παραψυχολογία. Ό,τι σε φοβίζει εδώ, είναι υπαρκτό. Μια καλή επιλογή για σπίτι με μικρή παρέα, ποπ-κορν, αφράτο καναπέ και κουβέρτα στα πόδια.

Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

Movie Reactor: INCEPTION (2010)

INCEPTION (2010)
Ή «DREAM A LITTLE DREAM OF ME»

Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή σου που σίγουρα πρέπει να κάνεις πίσω, να απαρνηθείς κάποια από τα πιστεύω σου και να προδώσεις κάποιες από τις πιο βαθιά ριζωμένες στο κρανίο σου απόψεις. Έτσι έκανα κι εγώ την Τετάρτη το βράδυ και δέχθηκα να πάω ξανά σινεμά. Κι αν κάποιος θεωρεί την αντίδρασή μου υπερβολική, το καλύτερο που θα έχει να κάνει είναι να μάθει ότι η τελευταία φορά που πήγα σε σινεμά ήταν εκτός Αθηνών, στην ακριτική Κομοτηνή, όπου με παρακάλια και με μια αλυσίδα γύρω από το λαιμό μου με είχε πείσει ξανθιά συνάδελφος να παρακολουθήσουμε το «Χάνιμπαλ – τα χρόνια της νιότης» -ή κάπως έτσι τελοσπάντων-, μια αιματοβαμμένη αηδία με νεαρό πρωταγωνιστή, στον οποίον είχε πει ο σκηνοθέτης του έργου: «παίζεις τον Χάνιμπαλ Λέκτορ. Νοίκιασε όλες τις ταινίες και παρακολούθα πολύ καλά τον Άντονυ Χόπκινς. Έτσι θέλω να παίξεις». Ευτυχώς σ’ εκείνη την ταινία έπαιζε και η σέξυ Γκονγκ Λι, και με γλύτωσε από το να σκάψω τα μάτια μου και να βγάλω έξω τους βολβούς…
Αυτή τη φορά όμως πρόδωσα διπλά τα πιστεύω μου: όχι μόνο πήγα σινεμά, αλλά σε μούλτιπλεξ…. Πολύ πειστικό, παρόλ’ αυτά ήταν το εξής επιχείρημα: «Την ταινία INCEPTION πρέπει να τη δεις στο σινεμά, δεν αξίζει αλλιώς…». Το παραπάνω επιχείρημα του συνθεατή μου δεν θα μπορούσε να είναι πιο σωστό και ακριβές. Και να γιατί:

Η επιστήμη έχει προχωρήσει τόσο, ώστε κάθε άνθρωπος με τη σωστή εκπαίδευση, μπορεί να ελέγξει τα όνειρά του. Ομάδα τυχοδιωκτών με επιστημονική κατάρτιση και πείρα προσπαθεί μέσω των ονείρων να εισέλθει στο υποσυνείδητο ανθρώπων, ώστε να τους ελέγξει. Η ομάδα αυτή, με αρχηγό τον Λέο, το καλό μας το παιδί (Leonardo di Caprio), προσλαμβάνεται από γιαπωνέζο κροίσο (Ken Watanabe) με την εντολή να εισχωρήσουν στο υποσυνείδητο πανίσχυρου κληρονόμου τεράστιας εταιρίας διαχείρισης πηγών ενέργειας (Cillian Murphy) με σκοπό να εμφυτέψουν μια ιδέα στο μυαλό του. Ο μπαμπάς του πανίσχυρου κληρονόμου (Tommy Lee Jones) είναι στα πρόθυρα δημιουργίας μονοπωλίου εκμετάλλευσης πηγών ενέργειας (θέλει μήπως δικηγόρο?....), όμως η δημιουργία του μονοπωλίου αυτού θα είναι καταστροφική για την παγκόσμια οικονομία. Επομένως, οι καλοί μας οι αμερικάνοι πρέπει να σώσουν την παγκόσμια οικονομία (γελάει κανείς?...). Πώς θα το κάνουν αυτό? Μα φυσικά, εισχωρώντας στο υποσυνείδητο του κληρονόμου και εμφυτεύοντάς του την ιδέα ότι είναι πολύ κακό να ασχοληθεί με την πανίσχυρη εταιρία που δημιούργησε ο μπαμπάς του και που του κληροδοτεί τώρα που πεθαίνει. Αν ασχοληθεί το παλλικάρι μας με την εταιρία αυτή, τότε θα σπιλώσει τα καθαρά του χεράκια με τον βούρκο της ανηθικότητας πάνω στον οποίο έχει βασιστεί η Τζάιαντ –εεε, συγγνώμη…- η εταιρία αυτή που ετοιμάζεται να κληρονομήσει… Το καλό μας το παιδί, ο Λέο ντι Κάπρι, αντιλαμβάνεται την δυσκολία της αποστολής, και γι΄ αυτό πηγαίνει στον καθηγητή πανεπιστημίου μπαμπά του (Michael Cane). Εκείνος του γνωρίζει λαμπρή φοιτήτρια (Ellen Page), η οποία μπορεί να δώσει νεανική πνοή στην ομάδα. Το καλό μας το παιδί παίρνει την λαμπρή φοιτήτρια και την εκπαιδεύει. Όμως – φευ! -, το καλό μας το παιδί στοιχειώνεται από την ανάμνηση της νεκρής γυναίκας του (Marion Cotillard), κάτι που φυσικά αποβαίνει μοιραίο για ένα από τα μέλη της ομάδας. Μέσα σε ένα χάσιμο στα όνειρα ΟΛΩΝ των πρωταγωνιστών, όπου ονειρεύονται ότι ονειρεύονται ότι ονειρεύονται ότι ονειρεύονται, το καλό μας το παιδί θυσιάζει τον εαυτό του για να σώσει τον γιαπωνέζο κροίσο και ζούνε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

Παρά την ίσως ελαφρώς ειρωνική περιγραφή μιας πολύ σύνθετης υπόθεσης, η ταινία ασχολείται με θέμα, το οποίο για πρώτη φορά απασχολεί σε επιστημονικό επίπεδο τον κινηματογραφικό φακό. Πρόκειται για τον έλεγχο του υποσυνειδήτου. Τα όνειρα που βλέπουμε ελέγχονται από το υποσυνείδητό μας. Χρησιμοποιώντας την υψηλή τεχνολογία που έχει στα χέρια της, η ομάδα του Λέο καταφέρνει και εισβάλει στα όνειρα ανθρώπων, όπου προσπαθεί να εντοπίσει μυστικά τα οποία δεν μπορεί να αποσπάσει από τον άνθρωπο αυτό όταν είναι ξύπνιος. Εντοπίζει λοιπόν ένα πεδίο, αυτό των ονείρων, όπου ο άνθρωπος είναι εξαιρετικά ευάλωτος, και από εκεί εκμαιεύει σημαντικές πληροφορίες. Φυσικά, η ομάδα αυτή δεν μπαίνει στα όνειρα του κάθε ενός τυχόντα. Επιλέγει λεφτάδες και γενικώς ανθρώπους που έχουν τεθεί σε πολιτικά και οικονομικά πόστα.
Ο γιαπωνέζος κροίσος Ken Watanabe τους προσλαμβάνει, διότι επιθυμεί να καταστρέψει μια πανίσχυρη εταιρία, η οποία πρόκειται να μεταβιβαστεί από τον πανέξυπνο ετοιμοθάνατο πατέρα στον άπειρο γιό (Cillian Murphy). Η ομάδα του Λέο θα προσπαθήσει να μπει στα όνειρα του Cillian Murphy, ώστε να τον κοροϊδέψει, να τον χειραγωγήσει, ώστε να προκαλέσει την σταδιακή καταστροφή της εταιρίας αυτής. Ο αρχηγός της ομάδας αυτής, όμως, το καλό μας το παιδί, ο Λέο, έχει τα τρωτά του σημεία. Στοιχειώνεται από την γυναίκα του (Marion Cotillard), η οποία έχει πεθάνει υπό μυστήριες συνθήκες. Η αδυναμία του αυτή θα υπονομεύσει το εγχείρημα της ομάδας πάνω στην πιο κρίσιμη στιγμή.

Η ταινία έχει ταυτότητα, και πάνω στην ταυτότητα αυτή γράφεται μία και μόνο λέξη: Blockbuster. Εμπορικούρα που σε κάνει να περνάς ωραία, σε διασκεδάζει, αλλά μέχρι εκεί.
Ίσως αξίζει να σταθεί κανείς σε δύο σημεία της υπόθεσης. Το πρώτο είναι η σχετικότητα της αλήθειας. Όντας καταβυθισμένη σε διαφορετικό ονειρικό επίπεδο, η ομάδα του Λέο και ο ίδιος αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα που τους παρουσιάζεται με μια σχετικότητα. Βλέπουν ένα γεγονός και σκέφτονται ή ακούν γι΄αυτό διαφορετικές ερμηνείες, που καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα η καθεμιά. Το γεγονός όμως παραμένει ένα. Στην περίπτωση αυτή ο σκηνοθέτης φαίνεται ότι έχει τη διάθεση να παίξει με τον θεατή. Τι είναι αλήθεια από αυτά που μας δείχνει και τι ψέμα? Σε ποια ονειρική κατάσταση είναι χαμένος ο κάθε πρωταγωνιστής, ποια η σταθερά του και πού κολλάει σε όλα αυτά η Marion Cotillard? Όλη αυτή η σχετικότητα εντέλει ξεκαθαρίζεται, όχι όμως με απόλυτη σαφήνεια. Ο ιστός της αράχνης που έχει παγιδέψει τον θεατή ο σκηνοθέτης διαλύεται σιγά σιγά, όμως πάνω στον θεατή απομένουν ίχνη από τον ιστό αυτό. Στο τέλος η σβούρα πέφτει ή όχι? (θα καταλάβετε μόλις δείτε την ταινία)
Το δεύτερο σημείο αφορά τον πρωταγωνιστή. Ο ήρωας του Λέο είναι ένας τυχοδιώκτης, ο οποίος προσπαθεί να επιστρέψει στα παιδιά του. Η γυναίκα του έχει κερδίσει ασφαλιστικά μέτρα εναντίον του, κάτι που τον εμποδίζει να έρθει σε επαφή με τα παιδιά του. Η καταβύθιση στην ονειρική κατάσταση λειτουργεί σε εκείνον ως ψυχιατρικός υπνωτισμός. Μέσα στα όνειρά του θα βρει τη γυναίκα του, θα την αντιμετωπίσει, θα έρθει αντιμέτωπος για πρώτη του φορά με την πραγματικότητα, θα την ομολογήσει στην μαθητευόμενη του, και τελικά θα αυτοτιμωρηθεί παραμένοντας εγκλωβισμένος μέσα στο επίπεδο της λήθης, έχοντας στόχο να σώσει τον συνεργάτη του. Η πορεία που ακολουθεί είναι η πορεία της σωτηρίας μέσα σε έναν ονειρικό κόσμο που έχει πλάσει στο υποσυνείδητό του ως καταφύγιο για τον ίδιο και για την νεκρή γυναίκα του. Είναι το όνειρο μέσα στο οποίο βρίσκει και επικοινωνεί με την γυναίκα του, ο μοναδικός δεσμός του με εκείνη, τον οποίον σταδιακά διαλύει, διότι άλλωστε αυτός ζει ενώ η γυναίκα του όχι. Η αποδέσμευσή του από τον ονειρικό αυτόν κόσμο και συνεπώς από την υποταγμένη ανάμνηση της νεκρής του γυναίκας, επιβραβεύεται τελικά όταν ξυπνάει απελευθερωμένος και πηγαίνει στα παιδιά του.

Ο 40χρονος Christopher Nolan, σκηνοθέτης σπουδαίων ταινιών, όπως τα Insomnia, Prestige, Batman begins, Dark Knight και φυσικά του Memento, ξέρει πώς να σκηνοθετεί. Και το αποδεικνύει ντύνοντας ένα σενάριο τίγκα στα απίστευτα αμερικάνικα κλισέ με ένα άρωμα μυστηρίου, ατμοσφαιρικού μεγαλείου, οπτικών εφέ και συγκινησιακής φόρτισης, κάνοντας τα κλισέ αυτά να μην ενοχλούν. Μπορεί βέβαια να μην ενοχλούν, όμως υπάρχουν.
Είναι πολύ ενοχλητικό, όμως, να βλέπεις ταλαντούχους ανθρώπους να δανείζονται στοιχεία – πυλώνες για την πλοκή της ταινίας από άλλους σκηνοθέτες. Και γι΄αυτό πιστεύω ότι οι δύο άνθρωποι που θα είναι εξαιρετικά περίφανοι βλέποντας την ταινία αυτή θα είναι οι αδερφοί Γουατσόφσκι, σκηνοθέτες της τριλογίας Matrix.
Η χρήση των οπτικών εφέ είναι συνετή και ανατριχιαστική, δηλαδή με δυο λόγια ώριμη. Σκηνή ανθολογίας θα πρέπει να θεωρηθεί το λεγόμενο «σάντουιτς» που επιχείρησε η Ellen Page, όταν μέσα σε όνειρο κατάφερε και σήκωσε πολυσύχναστο δρόμο και τον ένωσε με τον δρόμο που βρισκόταν η ίδια και ο Λέο. Επίσης, αλησμόνητη σκηνή της μάχης ενός εκ των μελών της ομάδας μέσα σε ξενοδοχείο, όπου η χορογραφία της πάλης έχει γίνει σαν να βρίσκονται σε θάλαμο αποσυμπίεσης.
Το μοντάζ είναι εξαιρετικό (φαίνεται έμαθε από το πάθημά του στο Dark Knight ο σκηνοθέτης), κάνοντας την υπόθεση να κυλάει αβίαστα, χωρίς να προξενεί στον θεατή απορίες τύπου «πώς φτάσαμε εδώ? για ποιο πράγμα μιλάνε? πού πάνε τώρα αυτοί?».
Η μουσική ήταν εντελώς άστοχη. Προσπαθούσε να παράγει συναισθήματα άγχους, συγκίνησης, σασπένς και απελευθέρωσης σε σημεία που δεν χρειάζονταν καν. Άλλος ένας λόγος για να θεωρηθεί η ταινία αυτή blockbuster, αφού αξιοποιεί εύκολα τεχνάσματα για να προκαλέσει έντονα συναισθήματα, αποκαλύπτοντας την έλλειψη ενός σεναρίου που θα την κάνει κορυφαία.

Σχετικά με τις ερμηνείες επικρατεί μεγάλη απογοήτευση. Ο Λέο είναι εντελώς αδύναμος να κορυφώσει την ερμηνεία του σε σκηνές που απαιτούν ιδιαίτερα αυξημένο ένστικτο ερμηνείας, παραμένει όμως αρκετά αξιοπρεπής κατά τη διάρκεια της ταινίας, κυρίως χάρη στην όμορφη φωνή του και σε μια πολύ πετυχημένη απλότητα στην ερμηνεία του, την οποία φαίνεται ότι έχει καταφέρει με πολλή δουλειά και πρόβες. Τα μέλη της ομάδας του Λέο δεν κάνουν ενοχλητικές ερμηνευτικές φανφάρες, κρατώντας τον μέσο όρο των ερμηνευτικών δυνατοτήτων της ταινίας σε μέτριο επίπεδο. Η Marion Cotillard, βραβευμένη με Όσκαρ για την ερμηνεία της ως Εντίθ Πιάφ στο La vie en rose, είναι πραγματικά απαίσια, σε σημείο να απορεί κανείς. Όντως έχει φινέτσα και αέρα, όμως φάνηκε να της λείπουν βασικές ερμηνευτικές δεξιότητες, περισσότερο αφού είχε τα χέρια της σαν κουλά κατεβασμένα κάτω, καθώς και μια εκφορά λόγου που παρέπεμπε σε παράσταση δημοτικού σχολείου. Απογοήτευση και από τον Ken Watanabe (Letters from Iwo Jima), γενικώς πολύ καλό ιαπωνοαμερικανό ηθοποιό, ο οποίος έπαιζε σαν παλαιστής του WWE. Συμπαθής η Ellen Page (X-Men, Juno) με αέρα νεότητας και ταυτόχρονα ώριμης ερμηνείας, απέδειξε ότι έχει πολύ μέλλον στο πανί. Michael Cane και Tommy Lee Jones περισσότερο δώσανε κύρος στην ταινία με τα ονόματά τους παρά έπαιξαν. Άλλωστε ο καθένας είχε από δύο σκηνές σε μια ταινία δυόμιση ωρών. Η αποκάλυψη ήρθε από τον νεαρό Cillian Murphy (The wind that shakes the burley). Σοβαρός, μετρημένος, ώριμος και με φρεσκάδα, έβγαλε σκληρότητα εκεί που έπρεπε, συγκίνηση όταν και όσο έπρεπε και γενικώς αξιοποίησε κάθε ερμηνευτικό μέσο που κατείχε για να πλάσει έναν ήρωα αντιπαθή και αλαζόνα στην αρχή, μετανοημένο και ωριμότερο στο τέλος.

Το απόλυτο Blockbuster της περιόδου αυτής, αξίζει να το δει κανείς στο σινεμά, όπου θα εκτιμήσει την δράση, τα εφέ, την μουσική, κι γενικώς την σωστή ποσότητα αδρεναλίνης που προκαλούν τα ερεθίσματα της ταινίας αυτής στον οργανισμό. Μην περιμένετε να βγείτε από την αίθουσα γνωρίζοντας μια άποψη επί των κορυφαίων κοινωνικο-πολιτικο-θεολογικο-φιλοσοφικών θεμάτων της εποχής μας, πάντως θα βγείτε γεμάτοι και σε καμία περίπτωση δεν θα πείτε «τι πατάτα ήταν αυτή Θεέ μου…».